ΖΗΣΕ ΣΕ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
www.adamhbl.wordpress.com
Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010
Κλεμμένο όνειρο
Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010
Μάτια σφραγισμένα με χρυσή κλωστή
Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010
Φιλίππια δάκρυα
Μια φορά κι έναν καιρό, πολύ μακριά από εδώ υπήρχε ένας δράκος που τον έλεγαν Φίλιππο. Ο Φίλιππος ήταν ίσως ο μεγαλύτερος δράκος που είχε υπάρξει ποτέ. Πάντα του άρεσε να κάθεται στην άκρη του λόφου κοιτώντας τα άστρα του ουρανού, προσπαθώντας ώρες ατελείωτες να φανταστεί τη φιγούρα του ανάμεσά τους. Μετά έγερνε το κεφάλι του και τα μάτια του έπεφταν πάνω της... ένα καυτό δάκρυ κυλούσε πάνω στο τραχύ του πρόσωπό...
Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2010
Το νερό της νεράιδας
Μια φορά κι έναν καιρό πολύ μακριά από εδώ, στην άκρη ενός μεγάλου δάσους ζούσε η όμορφη Μεγκ. Η Μεγκ έμενε ολομόναχη σε ένα μικρό σπιτάκι στην άκρη ενός ποταμού, του οποίου τα νερά ήταν δροσερά και ήρεμα. Η Μεγκ ήταν πολύ όμορφη, αλλά κανένας δε μπορούσε να την ερωτευτεί. Το χειρότερο, όμως, ήταν ότι και η ίδια δε μπορούσε να ερωτευτεί κανέναν.......
Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010
Σκότωσε και πάρε τα φτερά σου
Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που μπορούσες ακόμα να δεις νεράιδες και ξωτικά να τραγουδούν μέσα στο δάσος, γεννήθηκε ένα μικρό κοριτσάκι που το έλεγαν Ηλιάνα. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τη μέρα της γέννησή της, είχε γίνει η πιο όμορφη κοπέλα στη χώρα και πολλοί ζητούσαν να την παντρευτούν. Η Ηλιάνα ,όμως, δεν είχε σταματήσει ακόμα να ρωτά τους γονείς της για εκείνη τη μέρα. Ήξερε ότι δεν είχε σημασία αυτό που έκανε, αλλά βαθιά μέσα της κάτι την έσπρωχνε να ρωτά συνέχεια, ξανά και ξανά για μια μέρα που πάντα προκαλούσε θλίψη στους γονείς της.
Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010
Το πρόσωπο των ρόδων
Κάποια μέρα όμως ο ουρανός σκοτείνιασε...
Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010
Νεράιδα Σεραφίνα πληγωμένος εαυτός
ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ adiemous

.png)
προτείνεται να διαβαστεί με τη συνοδεία της μουσικής adiemus
Μια φορά κι έναν καιρό σε μια χώρα πολύ μακριά από εδώ ζούσαν μερικοί άνθρωποι μεταξύ τους και με τους εαυτούς τους. Κάθε ένας από αυτούς είχε να δείξει έναν άνθρωπο πανομοιότυπο με τον ίδιο, μόνο που δεν ήταν ο δίδυμος αδερφός του, αλλά ο κακόβουλος εαυτός του. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν σαν μοναδικό στόχο στη ζωή τους να καταφέρουν να πιουν από τις 12 πηγές του κυανού λιβαδιού. Όποιος τα κατάφερνε θα συνέχιζε να ζει όπως είχε μάθει μέχρι τώρα, ενώ όποιος δε τα κατάφερνε θα άλλαζε η ζωή του είτε προς το καλύτερο, είτε προς το χειρότερο.
Τρίτη, 4 Μαΐου 2010
Η λίμνη του Ρεφερή

.png)
Μια φορά κι έναν καιρό όχι και πολύ μακριά από τη δική μας εποχή υπήρχε ένα παιδάκι που του άρεσε να ονειρεύεται και να σκέφτεται πράγματα τα οποία θα μπορούσε να καταφέρει. Το παιδάκι το λέγαν Ρεφερή. Ο Ρεφερή τα βράδια, πριν κοιμηθεί, κοιτούσε από το γυάλινο τζάμι της οροφής τα αστέρια και φαντάζονταν τον εαυτό του να κάνει κάτι σπουδαίο για το οποίο όλοι θα τον θαύμαζαν. Έτσι το έπαιρνε ο ύπνος και όλα του τα όνειρα ήταν γεμάτα μεγάλες κατακτήσεις, γενναία κατορθώματα, άθλους και... ζαχαρωτά, πολλά ζαχαρωτά. Βλέπετε πέρα από πολύ φιλόδοξος, ο Ρεφερή ήταν και πολύ γλυκούλης, όπως όλα τα παιδιά, και του άρεσε να γλύφει καραμελωμένα μήλα και να τρώει σοκολατένιες λιχουδιές.
Κοτοπουλάκι στο παπούτσι

Μια φορά κι έναν καιρό, πάρα πολύ μακριά από εδώ υπήρχε ένα παπουτσάκι και ένα αυγό. Το παπουτσάκι αυτό ήταν χρωματιστό και πάρα, πάρα πολύ μικρούτσικο και γλυκούλη. Το αυγό βρισκόταν μέσα σε αυτό το μικρό παπουτσάκι και περνούσαν οι δυο τους πάρα πολύ όμορφα. Λέγαν τραγούδια και γελούσαν όλη τη μέρα. Οι δυο τους τα περνούσαν ζωή και κότα ή καλύτερα παπούτσι και αυγό, μέχρι που μία παράξενη μέρα το αυγό άρχισε να τρέμει πάρα πολύ. «Ττττττττρρέμμμμμοοοο» έλεγε. «Τττττττο τττο το ββββλέπω» απαντούσε το παπούτσι που έτρεμε και αυτό μαζί του. Όλη τη μέρα τρέμανε και τρέμανε και τρέμανε και σταματημό δεν είχαν. Το επόμενο πρωί το παπούτσι παρατήρησε ότι το αυγό από το πολύ τρέμουλο είχε αρχίσει να ραγίζει. «Κοίτα ραγίζεις!!!!» φώναξε το παπούτσι. «Θα κάνεις κοτοπουλάκι!!!!» «Ζήτω είμαι ραγισμένο!!!» φώναξε το αυγό. Όσο περνούσε η ώρα τόσο περισσότερο μεγάλωνε το ράγισμα του αυγού. Και μεγάλωνε και μεγάλωνε και μεγάλωνε... μέχρι που ΚΡΑΚΚΚΚΚΚ έσπασε και βγήκε από μέσα ένα όμορφο χνουδωτό κοτοπουλάκι.
Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010
Οι στρογγυλοί κάτοικοι του Στρογγυλού βασιλείου


Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μακρινό βασίλειο υπήρχε ένα τραπέζι που ήταν πάντα γεμάτο με σοκολατένιες τούρτες. Τίποτα άλλο δεν υπήρχε πάνω του πέρα από πεντανόστιμες, λαχταριστές σοκολατένιες τούρτες. Αυτό το τραπέζι βρίσκονταν στο κέντρο αυτού του βασιλείου για να μπορεί να τρώει τούρτα όποιος κάτοικος του βασιλείου πεινούσε. Το βασίλειο αυτό το ονόμαζαν στρογγυλό βασίλειο γιατί... όλοι οι κάτοικοί του ήταν... στρογγυλοί. Σε αυτό το παράξενο βασίλειο κανένας δε μπορούσε να φάει τίποτα άλλο πέρα από αυτό που είχε πάνω του το τραπέζι και κατά συνέπεια όλοι έτρωγαν τούρτα, όση τούρτα ήθελαν. Έτσι όλοι τους ήταν πολύ, πολύ, πολύ στρογγυλοί.
Κάποια μέρα στο βασίλειο αυτό ήρθε από τη θάλασσα ένας τρομερός εχθρός. Σε λίγες μέρες ο εχθρός είχε περικυκλώσει το βασίλειο και ήταν έτοιμος να επιτεθεί. Όλοι στο βασίλειο ήταν πολύ στεναχωρημένοι γιατί όλοι τους ήταν τόσο στρογγυλοί που κανένας τους δε μπορούσε να τρέξει ή να φορέσει τη στολή του ιππότη για να πολεμήσει. Όλοι αποφάσισαν ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή για να ρωτήσουν το σοφό γέροντα του βασιλείου τί έπρεπε να κάνουν.
Ο σοφός γέροντας του στρογγυλού βασιλείου ναι μεν ήταν σοφός, αλλά δεν ήξερε να δίνει συμβουλές. Απ την άλλη, μπορεί να μην ήξερε να δίνει συμβουλές αλλά ήξερε να λύνει προβλήματα. Ακόμα, όμως και όταν έλυνε τα προβλήματα αυτό δεν σήμαινε ότι όλοι ήταν ευτυχισμένοι γιατί πολύ απλά συνήθως όταν σου λύνεται ένα πρόβλημα βρίσκεις περισσότερα προβλήματα που θέλουν να πάψουν να είναι πρόβλημα.
Ο σοφός γέροντας συνήθως μιλούσε έτσι όταν του ζητούσαν να μιλήσει. Μπερδεμένα όπως και εγώ. Αν κατάλαβες τι είπα τότε ίσως θα ήσουν πολύ χρήσιμος στους στρογγυλούς ανθρώπους του βασιλείου, οι οποίοι μόλις γύρισαν από το σοφό γέροντα κάθισαν στο πηγάδι της πλατείας και άρχισαν όλοι να αναστενάζουν επειδή δεν είχαν καταλάβει τίποτα απ’ ότι τους είπε να κάνουν. Από όσα άκουσαν για το μόνο που ήταν σίγουροι ήταν ότι ό,τι και να έκαναν θα έχαναν τον πόλεμο και ο εχθρός θα έμπαινε μέσα στο κάστρο. Όλοι τους ήταν πολύ στεναχωρημένοι, αλλά κυρίως ο Στρονγκ.
Κυριακή, 11 Απριλίου 2010
Οι ματωμένες μπότες


Οι ματωμένες μπότες
Μια φορά κι έναν καιρό στα πολύ παλιά τα χρόνια ζούσε ένας βοσκός μαζί με δύο παιδιά και το παιδί του. Ζούσαν σε ένα μικρό καλύβι στην άκρη ενός παράξενου δάσους. Το δάσος αυτό δεν είχε δέντρα, αλλά τεράστια λουλούδια που υψώνονταν σε ύψος πολλών μέτρων πάνω από τη γη. Αν σήκωνες λίγο ακόμα το κεφάλι σου θα μπορούσες να δεις έναν υπέροχο ουρανό και.... ένα κοπάδι από γιγάντια πρόβατα, τόσο ψηλά που θα μπορούσαν να συγκριθούν με τα περισσότερα βουνά που ξέρω. Ήταν λογικό να υπάρχουν τόσο μεγάλα πρόβατα, επειδή κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να φάει τόσο μεγάλα λουλούδια.
Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010
Τα νεκρά χείλια.


Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ παλιά τα χρόνια οι άνθρωποι και οι νεράιδες ζούσαν όλοι μαζί ευτυχισμένοι, όλοι κάτω από τον ίδιο ήλιο, κάτω από το ίδιο φεγγάρι. Μια φορά κι έναν καιρό... Οι άνθρωποι επέλεξαν να ζήσουν μόνοι τους... Ζήλευαν τα όμορφα πλάσματα και δε μπορούσαν να ζουν άλλο μαζί τους. Οι νεράιδες έφευγαν.... Μια φορά κι έναν καιρό όποιος ήθελε μπορούσε να ακολουθήσει τις νεράιδες και να μείνει μαζί τους για πάντα. Όλοι θέλησαν να τ’ αφήσουν πίσω τους όλα, αλλά μόνο ένας το τόλμησε. Μία πριγκίπισσα. Ήταν ευτυχισμένη; Αξίζει η ευτυχία σε κάποιον που αφήνει πίσω του τα παιδιά που μόλις γέννησε για να ζήσει με τις νεράιδες; ....
Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010
Το χρυσό σεντούκι

Μια φορά κι έναν καιρό βαθιά μέσα στο κενό της μνήμης γεννήθηκε μια ανάμνηση. Η ανάμνηση στολίστηκε αμέσως με την εικόνα της... Όταν σε ένα βασίλειο γεννιέται ένα παραμύθι, ο ουρανός χαράζει και μέσα από τη χαραμάδα ένας άγγελος κατεβαίνει, κρατώντας στα χέρια του ένα χρυσό σεντούκι. Το τάγμα των αγγέλων τον στέλνει για να κλειδώσει μέσα σε αυτό το σεντούκι το παραμύθι που γεννήθηκε. Εκείνη τη μέρα, όμως το παραμύθι που γεννήθηκε ήταν... μια πανέμορφη κοπέλα.
Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010
Το πρόσωπο των ρόδων
Μια φορά κι έναν καιρό σε μια περιοχή πολύ μακριά από εδώ υπήρχε μια πόλη τόσο παράξενη και αλλόκοτη, όσο καμία άλλη πόλη στον κόσμο. Η πόλη αυτή βρισκόταν τοποθετημένη σε μια πεδιάδα, η οποία ήταν κυκλωμένη από τεράστια βουνά. Στα βουνά αυτά πριν από πολύ πολύ καιρό φύτρωναν λουλούδια που είχαν πρόσωπο και μπορούσαν να μιλάνε και να τραγουδούν και να κάνουν διάφορες γκριμάτσες. Την εποχή που φύτρωναν τα λουλούδια αυτά, όλα ήταν τόσο όμορφα, τόσο φωτεινά. Οι άνθρωποι ξεκινούσαν από τα σπίτια τους και πήγαιναν στα βουνά για να κόψουν ξύλα για τη φωτιά, μιλούσαν με τα λουλούδια και τα φιλούσαν στα ροδοκόκκινα μάγουλά τους για τα όμορφα λόγια που τους έλεγαν. Άνθρωποι και λουλούδια τραγουδούσαν όλοι μαζί και χαίρονταν την ομορφιά του τοπίου.
Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010
Το τέχνασμα του Θανάτου
................................
.......................
Μια φορά κι έναν καιρό κάπου μακριά υπήρχε ένα πουγκί που κανείς δεν είχε τολμήσει να το ανοίξει. Το πουγκί αυτό βρισκόταν καλά φυλαγμένο μέσα στα φτερά ενός τεράστιου δράκου. Ο δράκος αυτός ήταν ο δράκος των ανέμων και το πουγκί του το έδωσε ένας σοφός αxθοφόρος που τύχαινε να είναι και άρχοντας των ανέμων. Του το έδωσε λέγοντάς του να μην το ανοίξει πριν να έρθει ο καιρός των αγγέλων και των ρόδων. Έτσι ο δράκος πετούσε μέσα από τα σύννεφα, μέσα από τον άνεμο, μέσα από τα αστέρια έχοντας καρφωμένα τα μάτια του πάντα κάτω στη, περιμένοντας να ρθει ο καιρός των αγγέλων και των ρόδων.
Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010
12 χρόνια μικρότερη... 12 χρόνια μεγαλύτερη
Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009
Τα πύρινα δάση
Μια φορά κι ένα καιρό υπήρχαν δάση που δε σταματούσαν ποτέ τους να καίγονται. Η φλόγα έγλυφε τα αμέτρητα δέντρα τους, μα αυτά δεν έλεγαν ποτέ να καούν. Χώμα, φωτιά, αέρας, καπνός. Τίποτα άλλο δεν υπήρχε σε αυτά τα καταραμένα δάση. Παλιές ιστορίες μιλούσαν γι αυτά τα μέρη και έλεγαν ότι μέσα τους ζούσαν κάποτε τα ποιο όμορφα, σπάνια και μαγικά πλάσματα που πάτησαν το πόδι τους στη γη, τώρα όμως κάτι πέρα από φωτιά και στάχτη δεν έβλεπες. Ένα παράξενο ξόρκι κρατούσε άσβεστη τη φωτιά να καίει και να φωτίζει ένα μυστικό δρόμο, ένα δρόμο που μόνο όποιος τον ήξερε μπορούσε να τον ακολουθήσει.
Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009
Το ταξίδι μιας χελώνας

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα παράξενο χωριό με πάρα πολύ παράξενους ανθρώπους. Το χωριό αυτό βρισκόταν στο τέλος του κόσμου, τοποθετημένο πάνω στη χαίτη μιας τεράστιας χελώνας. Κανείς δε ξέρει αν ακόμα ζει αυτή η χελώνα, εγώ όμως ξέρω να σας πω ότι της άρεσε να ταξιδεύει. Πάντα ταξίδευε και μαζί της ταξίδευαν και οι κάτοικοι αυτού του παράξενου χωριού, αλλά ποτέ δε τόλμησε να απομακρυνθεί από το τέλος του κόσμου.
Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009
Τα πράσινα κρινάκια
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε ένα μικρό χωριό μια πανέμορφη και πανέξυπνη κοπέλα, που της άρεσε να αγαπάει με όλη της την καρδιά κάθε τι που μπορούσε να αγαπήσει. Της άρεσε να μιλάει με τα πουλιά γιατί της άρεσε να ακούει για μέρη που δε είχε επισκεφτεί ποτέ στη ζωή της. Τα πουλιά κάθονταν πάνω στο χέρι της και της διηγούνταν όλα τα φανταστά πράγματα που είχαν συναντήσει στα μακρινά του ταξίδια. Μερικές φορές μιλούσε και με τα λουλούδια. Και τα λουλούδια ήξεραν πολλά πράγματα γιατί ακόμα και αν δεν πετούσαν ωστόσο ήξεραν τα πάντα για τον κόσμο χάρη σε όσα μετέφερε ο άνεμος.
Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009
Η λάμψη της αυγής
Μια φορά κι έναν καιρό σε μια χώρα που βρισκόταν πέρα από τους λόφους της ντροπής και της αγάπης ζούσε μια πανέμορφη πριγκίπισσα. Κάθε μέρα έπιανε τα σύννεφα από τον ουρανό τα ανακάτευε με το χρυσάφι της και τα χάριζε πίσω στον ουρανό για να έχει όμορφα στολίδια να στολίζει στην αυγή την έλευση του ήλιου. Ήταν η πριγκίπισσα που είχε τόσο μεγάλη καρδιά, που μπορούσε να χωρέσει μέσα της όλη την αγάπη του κόσμου. Το πιο σημαντικό, όμως είναι ότι μπορούσε και να δώσει τόση αγάπη όση ποτέ δεν είχε δεχτεί ποτέ. Την αγάπη αυτή την τύλιγε μέσα στα πέταλα ενός κατακόκκινου ρόδου και θα την έδινε στον πρίγκιπά της. Έπρεπε όμως να έρθει ο κατάλληλος χρόνος για να γίνει αυτό. Αν το έδινε νωρίτερα η αγάπη που είχε κλείσει μέσα στο ρόδο ήταν τόσο μεγάλη που δεν θα μπορούσε να τη δεχτεί ο όμορφος πρίγκιπάς της. Έπρεπε να περιμένει μέχρι που να μεγαλώσει και η δικιά του καρδιά κοντά της για να μπορέσει να τη δεχτεί.
Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009
Η πεταλουδίτσα η Φαιδρίτσα
Μια φορά κι ένα καιρό σε μία πολύ μακρινή χώρα υπήρχε ένας κήπος γεμάτος με όμορφα λουλούδια. Μέσα σε αυτό τον κήπο γεννήθηκε μέσα σε ένα κατακόκκινο λουλούδι μία πανέμορφη πεταλουδίτσα, που τη λέγανε Φαιδρίτσα. Της Φαιδρίτσας της άρεσε να πετά από άνθος σε άνθος και να ανακαλύπτει τις ομορφιές του κήπου μέσα στον οποίο ζούσε. Η μητέρα της πεταλουδίτσας όταν έφτανε το βράδυ την έβαζε μέσα στη χούφτα της και φυσούσε απαλά μέσα στη χούφτα για να τη ζεστάνει. Κάποια μέρα όμως η μητέρα της Φαιδρίτσας φύσηξε τόσο δυνατά που πεταλουδίτσα βρέθηκε να πετά ψηλά στον ουρανό, μακριά από τη μητέρα της. Από τη στιγμή εκείνη, που η μικρή πεταλουδίτσα βρέθηκε ψηλά στον ουρανό κατάλαβε ότι πλέον μπορούσε να πετάει μόνη της, μακριά από την αυλή με τα λουλούδια αλλά και τη μητέρα της.
Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2009
Το λουλούδι της Γίτσας
Μια φορά κι έναν καιρό σε μία περιοχή που κανένας σήμερα δεν ξέρει που βρίσκεται ζούσε μία πανέμορφη νεραϊδούλα που την έλεγαν Γίτσα. Το μέρος όπου ζούσε ήταν ένα απέραντο δάσος γεμάτο κάθε λογής λουλούδια και κάθε λογής δέντρα. Σε αυτό το δάσος, όμως αν και υπήρχαν αμέτρητα φυτά και δέντρα ωστόσο δεν υπήρχε όχι μόνο ούτε ένας άνθρωπος, αλλά ούτε καν ένα μυρμήγκι. Η μικρούλα Γίτσα ήταν επομένως ολομόναχη. Και το ολομόναχος στη συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει να μην έχεις κανένα να σε ακούσει, κανένα να σου πει κάτι.
Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009
Το παιδί που γεννήθηκε μέσα στην πέτρα
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μέρος χίλια και δύο βασίλεια πιο μακριά από εδώ έγινε ένα πραγματικά θαυμαστό γεγονός. Γεννήθηκε ένα παιδί, αλλά όχι όπως συνήθως γεννιούνται τα υπόλοιπα παιδιά. Το παιδί αυτό γεννήθηκε μέσα σε μία πέτρα. Την ίδια μέρα σε ένα άλλο σπίτι του χωριού γεννήθηκε και ένα άλλο παιδί, η δικιά το όμως γέννηση δεν είχε κάτι το διαφορετικό.
Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009
Το φανάρι της Μαρίας
Μια φορά κι έναν καιρό σε μία πολύ μακρινή χώρα από δω υπήρχε μία περιοχή όπου ο ήλιος ποτέ δεν ανέβαινε στον ουρανό και όλα ήταν σκοτεινά, πολύ σκοτεινά. Ακόμα και το φεγγάρι, ποτέ δεν πλησίαζε αυτή την περιοχή. Έτσι δεν υπήρχαν εκεί μέρες και νύχτες, αλλά μόνο ένα απόλυτο σκοτάδι. Σίγουρα κανένας δεν θα ήθελε να ζει εκεί. Και όμως στην περιοχή αυτή ζούσαν πάρα πολλοί άνθρωποι γιατί αυτή η περιοχή ήταν πολύ πλούσια σε ορυκτά και τα μεταλλεία χρειάζονταν ανθρώπους για να λειτουργήσουν. Σε αυτοί την περιοχή οι άνθρωποι από τη στιγμή που θα γεννιόντουσαν έπαιρναν ένα φανάρι. Το φανάρι αυτό ήταν απαραίτητος για όλους γιατί χωρίς αυτό δεν θα μπορούσαν να δουν τίποτα αφού άλλη πηγή φωτός δεν υπήρχε. Σε κάθε άνθρωπο δινόταν ένας φανάρι για ολόκληρη τη ζωή του. Όλοι πρόσεχαν το φανάρι τους σαν τα μάτια τους γιατί πίστευαν ότι χωρίς αυτό δε θα μπορούσαν να κάνουν τίποτα.
Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009
Η αιχμάλωτη πριγκίπισσα
Μια φορά κι έναν καιρό σε μία πολύ μακρινή πολιτεία υπήρχε μία πανέμορφη κοπέλα η οποία ήταν αιχμαλωτισμένη σε ένα τεράστιο κάστρο. Λένε πως ήταν τόσο όμορφη που κάθε μέρα μόλις έβγαινε ο ήλιος η πρώτη δουλειά που έκανε ήταν να χαιρετήσει την όμορφη κοπέλα και να της αφιερώσει ένα ποίημα. Το ποίημα αυτό ήταν δυνατό να το ακούσει όμως μόνο η κοπέλα.Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009
Η καλή νεράιδα που ήθελε να τη φωνάζουν ξωτικό
Μια φορά κι έναν καιρό όταν ακόμα τα δέντρα μπορούσαν να λυγίσουν και να φιλήσουν τα ολάνθιστα λουλούδια γεννήθηκε ένα μικρό ξωτικό που το έλεγαν Κλαγκ. Η Κλαγκ είχε πολύ ευγενική ψυχή. Συχνά φρόντιζε τα μικρότερα ζώα του δάσους και βοηθούσε όποιους είχαν ανάγκη από τη βοήθειά της. Όλοι τη φώναζαν νεράιδα αν και δεν ήταν. Αυτό όμως αν και σε πολλούς θα φανεί παράξενο δεν της άρεσε καθόλου. Ήθελε να τη φωνάζουν ξωτικό αν και δεν έμοιαζε καθόλου με τα υπόλοιπα κακά ξωτικά που ταλαιπωρούσαν τους ανθρώπους. Αυτή ήταν τόσο ευγενική!
Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009
Το λευκό κουτί
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μέρος υπήρχε ένα χωριό που δεν είχε ούτε ένα σπίτι. Κοντά σε αυτό το χωριό υπήρχε ένα δάσος που δεν είχε ούτε ένα δάσος και ένα ποτάμι που δεν είχε ούτε σταγόνα νερό.
Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009
Όταν κυβερνούν τα παιδιά
Μια φορά κι έναν καιρό σε μία πολύ μακρινή περιοχή που ίσως να είναι τόσο μακρινή που να μην μπορούμε να την πλησιάσουμε με τίποτα, αλλά και τόσο κοντινή που αρκεί απλά μία σκέψη για να φτάσουμε ως εκεί. Όνειρο στο όνειρο γεννιέται παραμύθι και έλα μαζί να φτάσουμε ότι δεν μας έδωσε σήμερα η φύση. Αυτή η χώρα φημιζόταν για το πολύχρωμα τρελομπαλάκια με τα οποία ήταν γεμάτη και για τις τσίχλες που γέμιζαν κάθε μεριά της χώρας αυτής.
Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009
Ένα κοριτσάκι που ήθελε να αγκαλιάσει το φεγγάρι.
Μια φορά κι έναν καιρό σε μία πολύ μακρινή χώρα υπήρχε ένα κοριτσάκι που του άρεσε πάρα πολύ να κοιτά το νυχτερινό ουρανό. Της άρεσε να κοιτά τα άστρα. Ήταν τόσο όμορφα! και είναι ακόμα. Μα πιο πολύ απ όλα της άρεσε να παρακολουθεί το φεγγάρι. Το φεγγάρι πάντα τη μάγευε, πάντα την έκανε να αισθάνεται καλύτερα. Μια ματιά στο φεγγάρι ήταν αρκετή για να την κάνει να ξεχάσει κάθε της έγνοια, κάθε της αγωνία.
Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009
Κέητ και Τζο
Μια φορά κι έναν καιρό, όταν υπήρχαν ακόμη δάση γεμάτα μαγεία. Όταν η φαντασία υπερίσχυε της γνώσης και η αγάπη της κακίας τότε τίποτα δεν φαινόταν απλό η συνηθισμένο. Υπήρχαν κένταυροι, ιπτάμενα άλογα, ρινόκεροι, τεράστιες πεταλούδες, νεράιδες, ξωτικά και όλα ζούσαν μαζί αγαπημένα μη έχοντας να φοβούνται τίποτα. Ακόμα και ο ήλιος και η σελήνη ήταν πολύ πιο διαφορετικά απ ότι είναι τώρα. Και το φεγγάρι και η σελήνη ήταν τότε πολύ νέα και είχαν απίστευτη όρεξη για ζωή και δημιουργία.
το μανιτάρι της Κλαγκ
Μια φορά κι έναν καιρό έφτασε πάνω σε ένα μανιτάρι μια πολύ χαρούμενη είδηση. Ξέρετε... στα μανιτάρια κατοικούν πολλά πλάσματα, είναι όμως τόσο μικρά που δεν έχουν καμία επαφή με το δικό μας κόσμο. Βλέπετε ξεκίνησαν να κάνουν μία προσπάθεια να ρθουν σε επαφή με το δικό μας κόσμο όμως κατάλαβαν ότι γρήγορα θα τους πατούσαμε ή θα καθόμασταν πάνω τους ή θα ξεφυσούσαμε πάνω τους και θα τα αναγκάζαμε έτσι να ταξιδέψουν χιλιόμετρα αθελά τους. Περίμεναν λοιπόν τη στιγμή που θα μπορούσαν να μπουν στη ζωή αυτών των γιγάντων και να καταλάβουν πώς ζούνε. Αυτά τα μικρά πλασματάκια παρατηρούσαν την ύπαρξή μας όπως και εμείς παρατηρούμε τα άστρα, όμως σαν αυτά και εμείς δεν είμαστε αρκετά μεγάλοι για να συμμετέχουμε στον τρόπο ζωής των αστεριών. Δεν μπορούμε για παράδειγμα να ακολουθήσουμε τον ήλιο στο βασίλειό του, παρά μόνο τον βλέπουμε να χάνεται στη δύση. Κάτι τα μικρά αυτά πλασματάκια δεν μπορούν να μας πιάσουν το χέρι και να χορέψουν μαζί μας σε ένα ξέφρενο χορό. Και αυτά και εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να παρακολουθούμε, να παρακολουθούμε και να περιμένουμε.
τα μαγικά φασόλια
Μια φορά κι έναν καιρό σε μια χώρα που κανείς δεν τη θυμάται πια ζούσε ένας έξυπνος άνθρωπος που του άρεσε να τρώει φασόλια. Το ότι ήταν έξυπνος δεν είχε βέβαια καμία σχέση με το ότι έτρωγε φασόλια, όμως το ότι έτρωγε φασόλια είχε σχέση με το ότι ήταν και έξυπνος. Στην πραγματικότητα τα φασόλια που έτρωγε δεν ήταν τυχαία φασόλια, αλλά φασόλια που όποιος τα έτρωγε γινόταν αμέσως πανέξυπνος. Ήταν επομένος όπως θα λέγαμε σήμερα μαγικά φασόλια.
η όμορφη πριγκίπισσα
Μια φορά κι έναν καιρό σε μια μακρινή χώρα υπήρχε μία πριγκίπισσα η οποία ήθελε να είναι πάντα παρα πολύ όμορφη. Γι αυτό το λόγο κρατούσε πάντα μαζί της ένα μεταγιόν το οποίο είχε τη δυνατότητα να την κάνει πάντα πολύ όμορφη. Μια μέρα ενώ περπατούσε στον κήπο του παλατιού της κοίταξε μέσα στο συντριβάνι και άκουσε μία φωνή να την καλή να μπει μέσα: << Πέσε μέσα στο νερό και θα σε κάνω πιο όμορφη απ ότι είσαι >>.
ο Γιάννης και η μοίρα του
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα πολύ μακρινό μέρος ζούσε ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Γιάννη. Ο Γιάννης λοιπόν ήταν πολύ φτωχός αλλά και πολύ άτυχος. Μάλλον δεν ήταν και τόσο άτυχος, αφού ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στο βασίλειο, αλλά ο ίδιος υποστήριζε ότι ήταν ο πιο άτυχος μόνο και μόνο επειδή δεν είχε αρκετό χρυσάφι ώστε να γίνει πλούσιος. Κάθε μέρα λοιπόν μόλις ξυπνούσε άρχιζε να τραγουδά το εξής τραγούδι: << με λένε Γιάννη με λένε Γιάννη και είμαι τόσο άτυχος που και η μοίρα μου τα χάνει >>. Δεν περνούσε μέρα που να μη τραγουδήσει αυτό το τραγούδι και να μην θυμίσει στον εαυτό του ότι ήταν ο πιο άτυχος άνθρωπος στον κόσμο. Μια μέρα ο βασιλιάς βρέθηκε τυχαία έξω από το σπίτι του Γιάννη ενώ πήγαινε με την ακολουθία του για να κυνηγήσουν αλεπούδες. Κοντοστάθηκε και αφουγκράστηκε το τραγούδι του. ο εγωιστής αξιωματικός
Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μία χώρα στην οποία ζούσε ένας βασιλιάς που ήταν πάρα πολύ καλός. Αυτός ο βασιλιάς ήταν πολύ σοφός και είχε τη δύναμη να κάνει ότι ήθελε. Μερικοί λέγανε ότι αυτό που του έδινε τη δύναμη να κάνει πράγματα που κανείς άλλος δεν μπορούσε ήταν το γεγονός ότι ήταν άρχοντας. Άλλοι πάλι υποστήριζαν ότι η δυνατότητα που είχε να κάνει απίστευτα πράγματα και να έχει τεράστιες δυνάμεις ήταν αυτό που τον έκανε να είναι ο βασιλιάς. Ως βασιλιάς, λοιπόν ήταν υπεύθυνος για τη ζωή όλων των υπηκόων του. Όλοι ζούσαν ευτυχισμένοι κοντά στο ν υπέροχο βασιλιά τους. Κάποια μέρα όμως ο καυτερός αξιωματικός του άρχισε να κάνει περίεργες σκέψεις. Άρχισε να υποστηρίζει ότι αυτό που έκανε το βασιλιά να είναι βασιλιάς και να έχει όλες αυτές τις ιδιότητες ήταν απλά το γεγονός πως ήταν βασιλιάς.η γέφυρα που ένωνε τα δύο κάστρα
Μια φορά κι έναν καιρό σε μια μακρινή περιοχή της Περσίας υπήρχαν δύο τεράστια βουνά, τα οποία ήταν πολύ κοντά το ένα στο άλλο. Στην κορυφή των βουνών αυτών υπήρχαν δύο τεράστια κάστρα. Τα κάστρα αυτά συνδέονταν μεταξύ τους με μία γέφυρα που το μέγεθός της ξεπερνούσε όλες τις γέφυρες του κόσμου. Αυτά τα δύο κάστρα ήταν τόσο ψηλά που οι άνθρωποι που έμεναν σε αυτά δεν μπορούσαν να κατεβούν κάτω από αυτά. Είχαν συμφωνήσει λοιπόν το ένα κάστρο να φροντίζει να μαζεύει το νερό ενώ το άλλο να παράγει τροφή, για να μπορούν να επιβιώνουν οι κάτοικοι και των δύο κάστρων.Ρόδω
Μια φορά κι έναν καιρό σε μια αλλιώτικη εποχή ζούσαν ένας πατέρας μαζί με την αγαπημένη του κόρη. Οι δυο τους ήταν πολύ ευτυχισμένοι και χαρούμενοι. Την κοπέλα την λέγανε Ρόδω και αγαπούσε παρά πολύ τον πατέρα της, ο οποίος ήταν ένας πολύ καλός ναυτικός. Κάποια μέρα ο πατέρας πλησίασε τη Ρόδω και της είπε. << Εγώ κόρη μου πρέπει να φύγω σύντομα με το καράβι μου για ένα πάρα πολύ μακρινό ταξίδι και δεν θα μπορώ πια να σε προσέχω. Γι αυτό το λόγο αποφάσισα να ξαναπαντρευτώ για να έχεις μία μητέρα να φροντίζει για σένα. >>.Η Ρόδω ήταν επιφυλακτική με την ιδέα του πατέρα της αλλά δεν μπορούσε να τον κάνει να αλλάξει γνώμη.
Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009
γιατί πίστευε στην αδερφή της
Μια φορά κι έναν καιρό, όταν υπήρχαν ακόμη δάση γεμάτα μαγεία. Όταν η φαντασία υπερίσχυε της γνώσης και η αγάπη της κακίας τότε τίποτα δεν φαινόταν απλό η συνηθισμένο. Υπήρχαν κένταυροι, ιπτάμενα άλογα, ρινόκεροι, τεράστιες πεταλούδες, νεράιδες, ξωτικά και όλα ζούσαν μαζί αγαπημένα μη έχοντας να φοβούνται τίποτα. Ακόμα και ο ήλιος και η σελήνη ήταν πολύ πιο διαφορετικά απ ότι είναι τώρα. Και το φεγγάρι και η σελήνη ήταν τότε πολύ νέα και είχαν απίστευτη όρεξη για ζωή και δημιουργία.


