<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573</id><updated>2011-11-27T15:40:28.633-08:00</updated><category term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><category term='παιδικά παραμύθια'/><title type='text'>ΖΗΣΕ ΣΕ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ</title><subtitle type='html'>www.adamhbl.wordpress.com</subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>38</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-166733498883488411</id><published>2010-10-23T06:24:00.000-07:00</published><updated>2010-10-23T06:27:50.042-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Κλεμμένο όνειρο</title><content type='html'>&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: Arial; font-size: small;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: 13px;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: Arial; font-size: small;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: 13px;"&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/10/horrifique-5.jpg?w=300&amp;amp;h=225" imageanchor="1" style="clear: left; float: left; margin-bottom: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="238" src="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/10/horrifique-5.jpg?w=300&amp;amp;h=225" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;o:p&gt;&amp;nbsp;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;Μια φορά κι έναν καιρό στα πολύ παλιά τα χρόνια ζούσε ένα όμορφο παλικάρι που το έλεγαν Ντορέν. Η ατέρμονη κίνηση γύρω από τον εαυτό του, προστάζει να ακολουθήσουμε την τέλεια ακινησία του, καθώς τον οδηγεί σε βήματα που ο ίδιος χαράζει. Ας σταματήσουμε για λίγο να στρεφόμαστε γύρω από τον εαυτό μας και ας στραφούμε ακίνητοι απέναντί του, θαυμάζοντας το ψέμα της ομορφιά του. Πού ξεκινά και πού τελειώνει άραγε το δικό μας όνειρο, καλά σφηνωμένο στην ψευδαίσθηση της μοναδικότητάς του; Είναι κλέφτης όποιος ονειρεύεται;......... Ας θεωρήσουμε ότι δεν είναι κλεμμένο το όνειρο..... τότε τί είναι το όμοιό του; ..........&lt;br /&gt;&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Το μυστικό του Ντορέν ήταν ό,τι του έδινε δύναμη να ελπίζει ακόμα στα θαύματα, κάτι που πλέον το έκανε κάθε μέρα. Από το σφαλισμένο του παράθυρο μία πράσινη λάμψη κατέβαινε και μέσα από την λάμψη μια πανέμορφη κοπέλα εμφανιζόταν και φώτιζε με την ανυπαρξία της την ύπαρξή του. Κάθε βράδυ, η κοπέλα προσπαθούσε να του μιλήσει, μα εκείνος έκανε ότι δεν την άκουγε. Εκείνος προσπαθούσε να την ακούσει, μα εκείνη έκανε ότι δε του μιλούσε. Η μόνη τους επαφή το κοίταγμα. Το κενό βλέμμα του παλικαριού θόλωνε με έρωτα των ματιών του την αλήθεια και η καρδιά του, αγνοώντας τα μάτια, ως συνήθως, &amp;nbsp;έδινε στις φλέβες του τροφή για να χορτάσουν τα πεινασμένα του αισθήματα. Αν δεν ήξερε ότι ο έρωτας είναι τυφλός ή ότι η αυριανή μέρα θα ξημέρωνε βρίσκοντας το βλέμμα του υποταγμένο στην αλήθεια των ματιών του, θα ήταν σίγουρος ότι την είχε ερωτευτεί, τώρα, όμως κι ο έρωτας τυφλός και τ αύριο προβλέψιμο. Όλο το βράδυ την κοίταγε κατάματα μέχρι που ρούφηξε και την τελευταία σταγόνα της νύχτας, σταγόνες μαγικές, γεμάτες μυστήριο. Κρίμα να ανακαλύπτεις ότι στον πάτο ποτηριού ποτέ δε ξέμεινε ολόκληρο ποτήρι, παρά μονάχα σταγόνες που ντρέπεσαι να πιεις αν και είναι οι πιο γλυκές.... Το πρωινό φως του ήλιου ήταν αρκετό για να καλύψει το δικό της φως και να θυμίσει στο Ντορέν για ακόμα μια φορά ότι δεν είχε θέσει το λιγοστό φως της όμορφης κοπέλας σε μια ζωή κάτω από τον ήλιο..... και η δικιά του ήταν μια τέτοια ζωή....&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Κάθε μέρα, μόλις σηκωνόταν από το κρεβάτι του, είχε την ίδια απορία. Ήταν άραγε όνειρ&lt;span lang="EN-US"&gt;o&lt;/span&gt; ή αλήθεια; Για πάρα πολύ καιρό το παλικάρι είχε χάσει τον ύπνο του. Αυτό που φοβόταν τώρα ήταν να μη χάσει και το νου του. Είχε ακούσει πολλούς τρελούς να λένε ότι είχαν δει νεράιδες. Τρελοί ήταν αυτοί μήτε οι άλλοι που δε τους πίστευαν;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Η ιδέα της τρέλας του είχε σφηνώσει για τα καλά στο μυαλό του. Ήθελε να μιλήσει σε κάποιον για όλα όσα είχαν συμβεί μπροστά στα μάτια του και στο παράθυρό του, αλλά δεν είχε μιλιά για να τα πει. Τα λόγια, του γνωστά και οικεία μέσα στο νου του, όταν έφταναν στο στόμα του ντύνονταν τον μανδύα του αγνώστου, του επικίνδυνου για ό,τι βρισκόταν πέρα από τα σφραγισμένα του χείλη και μη μπορώντας να βγουν και να το τρομάξουν, ξαναγύριζαν μέσα στην ψυχή δανείζοντάς της τα δάκρυα της σκλαβιάς τους.&amp;nbsp; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Ο Ρεντόντ ήταν ο τρελός του χωριού. Και έγινε τρελός γιατί σκέψεις που δε χρειάστηκε να ειπωθούν ειπώθηκαν, γιατί όνειρα που δεν έπρεπε να φανερωθούν φανερώθηκαν, γιατί λόγια που έπρεπε να μείνουν κρυφά δεν έμειναν, γιατί ότι δεν είναι συνηθισμένο δεν είναι διαφορετικό... Το παράθυρο του Ρεντόντ κοιτούσε ότι και του Ντορέν. Ήταν άραγε ένα όνειρο κοινό και για τους δύο ή μήπως ήταν και οι δύο κενοί; Ο Ντορέν ποτέ δεν τον είχε πλησιάσει να του πει ότι είχαν κάτι κοινό γιατί αν το έκανε θα γινόταν κοινωνός της ακοινωνησίας του, τρελός μεταξύ τρελών, που έχουν, όμως, τη δύναμη να λένε ότι δεν είναι ανόητοι. Δε μπορούσε να περιμένει άλλο, όμως, έπρεπε να του το πει. &amp;nbsp;Τον βρήκε να κάθετε στα σκαλοπάτια του σπιτιού του σκεφτικός. Ο Ρεντόντ αμέσως πετάχτηκε από τη θέση του και πλησίασε.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Οι δύο τους μιλούσαν αρκετή ώρα, περπατώντας, μέχρι που έφτασαν στο κάστρο της κόμισσας Οσλίν. Ήταν τοποθετημένο πάνω σε έναν λόφο, απόμακρο από τα άλλα σπίτια του χωριού. Πολλές ιστορίες ακούγονταν για τον παράξενο θάνατό της, μα κανείς δεν έδινε σημασία. Μήπως άλλωστε κάθε θάνατος δεν είναι παράξενος; Μήπως άραγε δεν είναι ο ίδιος ο θάνατος κάτι το παράξενο; Κοίταξαν αμήχανα το εγκαταλελειμμένο οίκημα και προς μεγάλη τους έκπληξε είδαν μια παράξενη φιγούρα να κάθεται σε ένα μισογκρεμισμένο παράθυρο και να τους κοιτά κατευθείαν στα μάτια. Τους κοιτούσε και με το στόμα της κλειστό μιλούσε στην ψυχή τους, προστάζοντάς την να την ακολουθήσει στην μοναξιά του σκοταδιού της. Η παρουσίας της, όπως και η ύπαρξή της τους προκαλούσε ταραχή και φόβο. Άρχισαν να τρέχουν, προσπαθώντας να απομακρυνθούν με κάθε τρόπο από μπροστά της χωρίς να ξέρουν ότι ήταν η ίδια μορφή που αιχμαλώτιζε κάθε βράδυ το διψασμένο τους βλέμμα. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Βαθύ σκοτάδι κύκλωσε όλο το τοπίο και δυνατός άνεμος άρχισε να φυσά. Οι δύο νέοι σταμάτησαν να τρέχουν και γύρισαν προς το μέρος της. Η μορφή της κοπέλας τους κοίταξε για τελευταία φορά και άφησε το κορμί της να αναδιθεί στον σκοτεινό ουρανό. Σώπασαν και οι δύο.... Κοίταξε ο ένας τον άλλον και αμέσως είδαν στις κόρες των ματιών τους το μυστικό τους να ενσαρκώνεται.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Το ίδιο βράδυ ο Ντορέν έπεσε στο κρεβάτι, κοιτώντας με τρόμο το παράθυρο. Ήταν ιδρωμένος και τα μάτια του είχαν κοκκινίσει. Ήξερε ότι αν δεν κέρδιζε το όνειρό του θα έχανε τη ζωή του. Δεν είχε τη δύναμη να τραβήξει το βλέμμα του μακριά από την εξάρτηση του θεάματος που περίμενε, μα ήξερε ότι έπρεπε να το κάνει. Σηκώθηκε από το κρεβάτι του τρέμοντας από την απροθυμία του να υποταχτεί στη προσταγή του νου του και πήγε να ξαπλώσει στο αχυρώνα. Διέσχισε γρήγορα την αυλή, μα όταν πήγε στον αχυρώνα κατάλαβε ότι είχε φέρει μαζί του μόνο του σώμα του, κενό και άψυχο. Από την πόρτα μπορούσε να διακρίνει το παράθυρο του δωματίου του. Προς μεγάλη του έκπληξη είδε και πάλι τη πράσινη λάμψη να κατεβαίνει και να στέκεται έξω από το παράθυρό του. Ακόμα και από εκεί δε κατάφερε να πάρει τα μάτια του από πάνω της... Τουλάχιστον τα δικά της μάτια δε κοιτούσαν πια στη ψυχή του...&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Το επόμενο βράδυ έφυγε και πάλι από το δωμάτιό του. Κάθε βράδυ η λάμψη κατέβαινε και τον περίμενε έξω από το παράθυρό του, μα ποτέ δεν ακολουθούσε τα βήματα της απομάκρυνσής του. Όσο κυλούσαν οι μέρες η λάμψη της κοπέλας γινόταν όλο και πιο αδύνατη. Ο Ντορέν κρυμμένος πίσω από την πόρτα του αχυρώνα έσβηνε και αυτός μαζί με τη λάμψη της, αδυνατώντας να δεχτεί τη δικιά της απομάκρυνση. Ήθελε να την πλησιάσει και να την αντικρίσει ξανά, μα δεν άντεχε να ζει φρικιό μαζί με τη φρίκη του ζωντανού του ονείρου.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Πέρασε αρκετός καιρός και η λάμψη έπαψε πια να κατεβαίνει και να τον περιμένει έξω από το παράθυρό του. &lt;span lang="EN-US"&gt;O&lt;/span&gt; Ντορέν αποφάσισε, ότι μπορούσε πια να γυρίσει στο δωμάτιό του και να κοιμηθεί ήσυχος, αγνοώντας την ανησυχία που θα του προκαλούσε ο πόθος της ταραχής της. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Η όμορφη κοπέλα είχε πάψει να επισκέπτεται τον Ντορέν, αλλά όχι και τον Ρεντόντ. Ο Ρεντόντ, όμως δεν τόλμησε να αρνηθεί την παρουσία της και κάθε βράδυ έστεκε ξύπνιος στο όνειρό του να την κοιτά κατάματα μέχρι να χαθεί το φως της από το φως του ήλιου. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Ο Ντορέν σφάλισε την πόρτα του σπιτιού του και πήγε στο δωμάτιό του για να κοιμηθεί. Το αναμμένο κερί στο κομοδίνο του έκανε τις σκιές του δωματίου να βγαίνουν από την κρυψώνα τους και να τον τυλίγουν. Πλησίασε το παράθυρο και άρχισε να το κοιτά επίμονα για πολύ ώρα. Επιθυμούσε όσο τίποτα άλλο να την ξαναδεί μα αυτή είχε χάσει το δρόμο της επιστροφής. Όρμισε με δύναμη στο παράθυρο και το έσπασε με τα γυμνά του χέρια. Τα κοίταξε και τα είδε να έχουν γεμίσει με αίμα. &amp;nbsp;Έπρεπε να την ξαναδεί, πριν χάσει για πάντα τα λογικά του.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Χτύπησε με δύναμη την πόρτα πίσω του και έτρεξε προς τη μεριά της αναζήτησής της, χωρίς να θέλει να την αναζητήσει. Ήξερε ότι θα έστεκε έξω από το παράθυρο του Ρεντόντ. Ο ίδιος την είχε απαρνηθεί, αλλά όχι και ο Ρεντόντ. Έπρεπε να τη δει. Ήταν πολύ αργά, μα το σκοτάδι την νύχτας δε μπορούσε να σταματήσει τον πόθο του για εκείνη. Όταν έφτασε στο σπίτι του Ρεντόντ δεν είδε καμία λάμψη να στέκει έξω από το σπίτι του. Περίμενε να δει το θέαμα που αντίκριζε και ο ίδιος, πριν τον εγκαταλείψει, μα αντί για τη φανταχτερή αρρωστημένη θέα της φαντασίας έβλεπε τη γαλήνια πραγματικότητα του σκοταδιού. Μήπως ήταν τρελός και βρήκε το νου του;…. Αν ήταν έτσι δεν τον ήθελε. Σκοπός του να τη δει και μέσο το οτιδήποτε….. &amp;nbsp;Πλησίασε το παράθυρο του Ρεντόντ, αλλά ήταν σκοτεινό, καμία λάμψη δε το έκανε να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα παράθυρα της γειτονιάς. Περπάτησε αργά, μέχρι το παράθυρο και κοίταξε μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο. Μία κραυγή τρόμου βγήκε από το στόμα του και αμέσως τραβήχτηκε και έπεσε κάτω. Δε περίμενε να αντικρίσει κάτι τέτοιο. Ήταν &amp;nbsp;τα μάτια του Ρεντόντ, ορθάνοικτα, καρφωμένα στο παράθυρο. Τί κοιτούσε άραγε; Έμοιαζε υπνωτισμένος. Κοιτούσε άραγε την όμορφη κοπέλα; Και τότε γιατί ο ίδιος δε μπορούσε να τη δει. Μήπως ήταν μονάχα το όνειρο του Ρεντοντ ή μονάχα ήταν στο νου του Ρεντόντ; Ο Ντορέν γύρισε σπίτι του κλαίγοντας γιατί κατάλαβε ότι είχε καταφέρει να χωρίσει για πάντα την πραγματικότητα του ονείρου του με το όνειρο της ζωής του. Η ζήλια κυρίεψε την ψυχή του.&amp;nbsp; Ήθελε να ζήσει στο όνειρο του Ρεντόντ και την αρρώστια του νου του….&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Το επόμενο πρωί ο Ντορέν έτρεξε να συναντήσει τον Ρεντοντ.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Πες μου την είδες;&amp;gt;&amp;gt; Ρώτησε βιαστικά ο Ντορέν μόλις τον είδε. Φαινόταν εξαϋλωμένη η μορφή του. Σαν να είχε πάει στον άλλο κόσμο και είχε γυρίσει.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Ναι, κάθε βράδυ.&amp;gt;&amp;gt; Απάντησε εκείνος αδιάφορα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Εγώ δε μπορώ να τη δω πια&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Είσαι ευτυχισμένος;&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Όχι&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Ούτε εγώ...... και ας τη βλέπω....&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Και τί άλλο θες; Δε σου φτάνει που τη βλέπεις;&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Θέλω να την πιάσω. Θέλω να ακουμπήσω το τρελό μου όνειρο. Δεν είμαι καλά Ντορέν. Νομίζω ότι τα χάνω. Δεν είναι φυσιολογικά αυτά τα πράγματα.&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Ο Ντορέν έσκυψε το κεφάλι του, αφήνοντας να δείξει ότι ούτε ο ίδιος ήταν σίγουρος πια για το κατά πόσο ήταν οι σκέψεις του φυσιολογικές.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Ζήτησέ της να σου αποδείξει ότι υπάρχει&amp;gt;&amp;gt; του είπε.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Μα τι λες; ποτέ δε μιλάει&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Ε τότε μάλλον θα πρέπει να την κάνεις να σε αφήσει όπως έκανα και εγώ.&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;.....&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Το ίδιο βράδυ ο Ρεντόντ ζήτησε στην όμορφη κοπέλα την απόδειξη της ύπαρξής της και εκείνη για πρώτη φορά άνοιξε τα σφαλιστά της χείλη και του ζήτησε την ύπαρξή της.....................&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Το επόμενο πρωί ξύπνησε αδυνατώντας για ακόμα μια φορά να πιστέψει όλα όσα είχε δε στο όνειρό του. Ο χτύπος της πόρτας τον έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι του και να πάει να ανοίξει. Ήταν ο Ντορέν. Είχε έρθει για ακόμα μια φορά για να ρωτήσει για το όνειρο του Ρεντον.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Πες μου την είδες;&amp;gt;&amp;gt; τον ρώτησε με αγωνία.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Ναι&amp;gt;&amp;gt; απάντησε ο Ρεντοντ μονολεκτικά.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Και; Τη ρώτησες; Σου μίλησε;&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Ναι&amp;gt;&amp;gt; απάντησε εκείνος έπιασε με το χέρι του τον ώμο του Ντορέν &amp;lt;&amp;lt;Νομίζω, όμως, ότι είναι ώρα να σταματήσουμε και οι δυο&amp;nbsp; να τη σκεφτόμαστε δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα απλά όνειρο&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Έχεις δίκιο... Απλά πες μου αν σου μίλησε&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Ναι μου είπε, ότι θα&amp;nbsp; χαράξει ένα χάρτη πάνω στη γέρικη βελανιδιά για να τη βγάλω από το όνειρό μου και να τη φέρω πάλι στην πραγματικότητα. Ντορέν δεν είναι λογικά αυτά τα πράγματα. Πρέπει να σταματήσει όλο αυτό. Πρέπει να την απαρνηθούμε και οι δυο&amp;nbsp; για πάντα και να ζήσουμε επιτέλους μία φυσιολογική ζωή&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Αυτό σημαίνει ότι δε θα πας να δεις τη γέρικη βελανιδιά;&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Θα πάω απλά από περιέργεια. Αν θες μπορείς να έρθεις και εσύ.&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Ναι, θα έρθω. Θα πάμε τώρα;&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Όχι, χρειάζομαι ξεκούραση.&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Ωραία, θα έρθω να σε δω ποιο μετά&amp;gt;&amp;gt; απάντησε ο Ντορέν γεμάτος χαρά.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Πράγματι, το απόγευμα της ίδιας μέρας ξεκίνησαν και οι δύο τους για τη γέρικη βελανιδιά. Κανένα σημάδι πάνω της. Το μόνο που είδαν ήταν, ότι ένας μεγάλος φλοιός ήταν αποκομμένος από πάνω της.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Σίγουρα το έκαναν οι ξυλοκόποι&amp;gt;&amp;gt; βιάστηκε να πει ο Ντορέν.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Ναι, απάντησε ο Ρεντόντ. Ας τα ξεχάσουμε όλα φίλε μου. Ας γυρίσουμε στην πραγματικότητα πριν την χάσουμε για πάντα&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Μία ακόμα νύχτα σκέπασε, εκείνη τη μέρα, με τα στολίδια της τον καθαρό ουρανό. Ο Ρεντόντ είχε καταφέρει να πείσει τον εαυτό του ότι η ύπαρξη αυτή ήταν ένα αποκύημα της φαντασίας του, αλλά δεν είχε καταφέρει ακόμα να τον πείσει να μη στέκεται στο παράθυρο και να την κοιτά, προσπαθώντας να γεμίσει το νου του με την ομορφιά της.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Στεκόταν για ακόμα μια φορά και την κοιτούσε γεμάτος πάθος, μέχρι που κάτι αναπάντεχο συνέβη. Εμφανίστηκε μπροστά του ο Ντορέν και την τράβηξε από τα μάτια του, αφήνοντάς τα τυφλά στο ημίφως εκείνης και στο σκοτάδι της μοναξιάς του.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Το επόμενο πρωί ο Ρεντόντ έτρεξε βιαστικά στο σπίτι του Ντορέν. Έφτασε λαχανιάζοντας από το τρέξιμο και χτύπησε βιαστικά την πόρτα του.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Σε είδα στο όνειρό μου&amp;gt;&amp;gt; του είπε μόλις τον είδε να ανοίγει την πόρτα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Ποιό όνειρό&amp;nbsp; σου;&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Δε θυμάσαι; Σου έχω μιλήσει για την ύπαρξη που βλέπω κάθε βράδυ και μου είπες ότι αυτό συμβαίνει και σε σένα&amp;gt;&amp;gt;&lt;br /&gt;&amp;lt;&amp;lt;Φίλε μου, μάλλον δεν είσαι πολύ καλά. Δε ξέρω και δεν θέλω να ξέρω τίποτα απ’ όσα μου λες&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Ο Ρεντόντ κοιτούσε σαν χαμένος, αδυνατώντας να πείσει τον εαυτό του και τον φίλο ότι δεν είχε τρελαθεί ακόμα...&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Μια που ήρθες Ρενοντ στο σπίτι μου, θα ήθελα να σου συστήσω τη μέλλουσα σύζυγό μου&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Ο Ντορέν έσπρωξε απαλά την πόρτα, αφήνοντας να φανεί το πρόσωπο της όμορφης κοπέλας. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Είναι αυτή!!&amp;gt;&amp;gt; φώναξε ο Ρεντόντ, μόλις την είδε και τα μάτια του κοκκίνισαν &amp;lt;&amp;lt; Μου έκλεψες το όνειρό μου!!&amp;gt;&amp;gt; φώναξε με δύναμη και προσπάθησε να τρέξει προς το μέρος της.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Έχεις τρελαθεί Ρεντόντ!! Είσαι τρελός!!&amp;gt;&amp;gt; του είπε του είπε ο Ντορέν, σπρόχνωντάς τον με δύναμη. &amp;lt;&amp;lt;Φύγε από το σπίτι μου!! Μη ξαναπατήσεις το πόδι σου εδώ!!&amp;gt;&amp;gt; &amp;nbsp;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Ο Ρεντόντ σηκώθηκε από κάτω χαμένος και ξαναχτύπησε την πόρτα του Ντορέν.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Τί θες;&amp;gt;&amp;gt; απάντησε εκείνος από μέσα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Συγγνώμη, φίλε μου, δεν είχα καταλάβει τόσο καιρό ότι τρελαινόμουν. Συγχαρητήρια για την όμορφη γυναίκα σου. Σε παρακαλώ μη πεις τίποτα σε κανέναν.&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Δε θα πω, αν φύγεις για πάντα&amp;gt;&amp;gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Δε θα με ξαναδείς&amp;gt;&amp;gt; απάντησε ο Ρενόντ και άρχισε να απομακρύνεται.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Όσο απομακρυνόταν άκουγε την όμορφη κοπέλα από μέσα να φωνάζει το όνομά του και να τον παρακαλά να γυρίσει μα δε τόλμησε να πιστέψει ότι την άκουγε στ’ αλήθεια, μήτε τόλμησε να δει το φλοιό τη γέρικης βελανιδιάς, που έκαιγε πιο πέρα, παρά μόνο αρκέστηκε στο να τον κοιτάξει....&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Ο Ρεντόντ έζησε ευτυχισμένος και χαρούμενος για το φίλο του, καταφέρνοντας να πείσει τον εαυτό του ότι δεν ήταν αληθινό το όνειρό του...............&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;Δυστυχώς ο Ντορέν δεν είχε αφήσει ποτέ τον Ρεντόντ να του πει, ότι κάθε νύχτα το όνειρό του κατέλειγε σε εφιάλτη, μήτε κατάλαβε, ότι εκείνη τη μέρα δεν ήθελε να ζητήσει πίσω το όνειρό του, αλλά τον εφιάλτη του....&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="tab-stops: 282.0pt;"&gt;&amp;nbsp;Το αφιερώνω στην Ελένη Βελίου&amp;nbsp;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="tab-stops: 286.35pt;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-166733498883488411?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/166733498883488411/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/10/blog-post.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/166733498883488411'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/166733498883488411'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/10/blog-post.html' title='Κλεμμένο όνειρο'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-990727273703849922</id><published>2010-09-19T10:23:00.000-07:00</published><updated>2010-09-19T10:26:24.389-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Μάτια σφραγισμένα με χρυσή κλωστή</title><content type='html'>&lt;span class="Apple-style-span" style="color: #eeeeee; font-family: 'Lucida Grande', 'Lucida Sans', 'Lucida Sans Unicode', Arial, sans-serif; font-size: 12px; line-height: 18px;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/09/oplismeno-xeri.jpg" imageanchor="1" style="clear: left; float: left; margin-bottom: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;&lt;img border="0" height="240" src="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/09/oplismeno-xeri.jpg" width="320" /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;Μια φορά κι έναν καιρό, πολύ μακριά από εδώ υπήρχε μια&amp;nbsp; πανέμορφη κοπέλα, που την έλεγαν Αναστασία. Η περιπέτεια της Αναστασίας ξεκίνησε μία μέρα που η ίδια θεώρησε ότι ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της. Βέβαια, ο χρόνος τελικά ίσως να αποδείξει, ότι η ευτυχία δε χωράει σε μία μέρα ή ίσως και να μη καταφέρει να το κάνει… Το σίγουρο, όπως και να χει, είναι ότι η Αναστασία ήταν μια υπέροχη κοπέλα, που είχε ένα ελάττωμα ή και προτέρημα… άκουγε μονάχα την καρδιά της. Άραγε μιλάει η καρδιά;…. αν ναι τότε ας ελπίσουμε η καρδιά της Αναστασίας να αποφασίσει σωστά…&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;&lt;span id="more-407" style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;Ο Δαβίδ γνώρισε την Αναστασία τυχαία, όταν κάποια μέρα πήγε στο δάσος για να κυνηγήσει. Δεν ήταν σίγουρος τί ήθελε να κυνηγήσει. Για το μόνο που ήταν σίγουρος ήταν για αυτό που τον κυνηγούσε και είχε κυριέψει τη σκέψη του. Τα λόγια του πατέρα του δεν έλεγαν να αφήσουν το μυαλό τους, όπως και αυτός δεν έλεγε να τα αφήσει να το κάνουν ότι θέλουν.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;Ο πατέρας του τύχαινε να είναι βασιλιάς, κάτι που τον είχε φέρει πολλές φορές σε δύσκολη θέση, αλλά του έδινε ταυτόχρονα και το δικαίωμα να ονομάζεται και να σκέφτεται σαν πρίγκιπας. Είχε μεγαλώσει πια και ο πατέρας του, τον έφερνε όλο και πιο συχνά αντιμέτωπο με άβολες συζητήσεις σχετικά με το πια θα μπορούσε να είναι η μέλλουσα σύζυγός του. Ο ίδιος δεν ένιωθε έτοιμος για μία δέσμευση. Ήθελε να φύγει από το βασίλειο και να κάνει πολλά και μακρινά ταξίδια. Ήθελε να βρεθεί σε κινδύνους που θα τους αντιμετώπιζε με την τόλμη και την ανδρεία του.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;Όλες αυτές οι σκέψεις στροβιλίζονταν στο μυαλό του, μέχρι που έξαφνα τις διέκοψε απότομα το απόμακρο άκουσμα μίας γλυκιάς μελωδίας. Το παλικάρι έστρεψε το βλέμμα του προς τη πηγή του ήχου και χτυπώντας απαλά τα χαλινάρια, την ακολούθησε. Όταν έφτασε αρκετά κοντά κατάφερε να διακρίνει μία γυναικεία μορφή ανάμεσα από τους θάμνους. Κατέβηκε από το άλογό του και πλησίασε αθόρυβα. Παραμέρισε με το χέρι του τους θάμνους και αντίκρισε μια πανέμορφη κοπέλα να λούζει τα ξανθά της μαλλιά στα ήρεμα νερά του ποταμού. Τα μάτια του έγιναν ένα με την επιθυμία της καρδιάς και το βλέμμα του υποτάχθηκε στη δίψα των ματιών του….&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;Προσπάθησε να περάσει απαρατήρητος από τα όμορφα γαλανά της μάτια, αλλά η επιθυμία του για την κοπέλα ήταν τόσο μεγάλη που δε μπορούσε να την κρύψει κάτω από την κατακόκκινη μπέρτα του. Η όμορφη κοπέλα απ την άλλη, όσο και να προσπαθούσε να κρύψει&amp;nbsp; την παρουσία του όμορφου νέου δε μπορούσε να κρύψει τη χαρά της, αλλά και την αμηχανία της. Το παλικάρι το είχε παρατηρήσει αυτό, όπως και οτιδήποτε άλλο πάνω της. Το μόνο που επιθυμούσε τώρα ήταν να μη χάσει τη μηλιά του, πριν τα χείλη του, της ξεστομίσουν ό,τι ένιωθε γι αυτή. Έπρεπε να φύγει…….&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;Η ευκαιρία δόθηκε στο μεγάλο πανηγύρι. Κόσμος πολύς μαζεύτηκε από τα γύρω χωριά για να γιορτάσει τη γιορτή της άνοιξης. Το κρασί έρεε άφθονο από τα βαρέλια και τα όργανα δε σταμάτησαν να παίζουν για πέντε ολόκληρες μέρες. Στους πάγκους πουλούσαν όμορφα μεταξωτά ρούχα, καλάθια, πολύχρωμα στολίδια, μαγικά βότανα και ένα σορό άλλα σπάνια πράγματα από εξωτικά μέρη. Η Αναστασία περίμενε αυτό το χορό από τότε που είδε τα νότα του να απομακρύνονται. Κοίταξε με αγωνία γύρω της. Τα βήματά του κοιτούσαν τα δικά της…..&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;Την πλησίασε και τη ζήτησε να τον συνοδέψει στο χορό. Εκείνη σήκωσε το βλέμμα της, τον κοίταξε κατάματα κόβοντάς του την ανάσα και αμέσως αρνήθηκε την πρότασή του. Το παλικάρι σάστισε και άρχισε να απομακρύνεται με μεγάλη δυσκολία, τα άτρωτα φτερά του είχαν κοπεί με δυο λέξεις…. Η κοπέλα τα μάζεψε από το στεγνό χώμα και τον ακολούθησε σιωπηλά. Ο Δαβίδ κάθισε στην άκρη ενός πηγαδιού και έπιασε το κεφάλι του. Η Αναστασία κάθισε αθόρυβα δίπλα του.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Γιατί κλαις;&amp;gt;&amp;gt; τον ρώτησε, μόλις είδε ένα δάκρυ να κυλάει από το πρόσωπό του.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Μα πώς είναι δυνατόν;&amp;gt;&amp;gt; απάντησε σαστισμένος &amp;lt;&amp;lt;τί κάνεις εδώ;&amp;gt;&amp;gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Ξέρεις… ειλικρινά δε μου αρέσει να χορεύω, δεν ήθελα να σε στεναχωρήσω&amp;gt;&amp;gt;.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Ε εντάξει δε φτες εσύ. Πήγαινε στο πανηγύρι, είμαι καλά τώρα&amp;gt;&amp;gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Όχι, θα κάτσω εδώ μαζί σου, να μιλήσουμε&amp;gt;&amp;gt;.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;Ήθελαν να πουν τόσα πολλά, αλλά όπως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είπαν τίποτα. Τα χείλη τους άγγιξαν μεταξύ τους σφραγίζοντας τη μιλιά και τη σιωπή τους.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;Ο χρόνος συνέχισε να κυλά και, όσο αυτός συνέχιζε την ατέρμονη πορεία του, οι δύο ερωτευμένοι νέοι συνέχιζαν να κυλούν στο μονοπάτι των συναισθημάτων τους. Τα χείλη τους δένονταν όλο και περισσότερο μεταξύ τους, μα οι ίδιοι σιγά, σιγά μάκραιναν όλο και πιο πολύ…… κρίμα που η καρδιά τους δεν ακολουθούσε το ψέμα τους….&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;Οι μέρες περνούσαν και γινόταν όλο και πιο έντονο το συναίσθημα και στους δύο ότι το άλλο τους μισό βρισκόταν κάπου εκεί έξω και περίμενε καρτερικά να σταματήσουν να κοροϊδεύουν αυτό και τον εαυτό τους.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;Δυστυχώς για το Δαβίδ, ήταν ο πρώτος που νόμισε ότι βρήκε το πραγματικό άλλο του μισό. Την είδε να κάθεται στα θερισμένα στάχια και να κρατά στα χέρια της ένα κατακόκκινο μαντίλι. Όταν την πλησίασε μπόρεσε να πείσει τον εαυτό του, ότι δε θα μπορούσε να ζήσει με καμία άλλη πέρα από αυτή. Άγγιξε το όμορφο πρόσωπό της και εκείνη του χάρισε το μαντίλι της. Ο Δαβίδ και η Μαριάμ ήταν τόσο ερωτευμένοι όσο κανένας άλλος άνθρωπος πάνω στη γη. Ο Δαβίδ σιγά, σιγά άρχισε να απομακρύνεται από την Αναστασία, δυστυχώς, όμως για τον ίδιο, η Αναστασία κατάλαβε για την ύπαρξη μίας Μαριάμ πριν ακόμα γνωρίσει το δικό της άλλο μισό……&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;Αρχικά απλά τον απείλησε, αλλά η αγάπη του Δαβίδ για τη Μαριάμ ήταν πιο δυνατή από την απειλή της. Όταν κατάλαβε ότι τα λόγια της δεν άγγιζαν την καρδιά του, αποφάσισε να την αγγίξει με το ασημένιο μαχαίρι της. Ή θα ήταν μαζί της ή με κανέναν. Ο Δαβίδ δε μπορούσε να κάνει αλλιώς. Πάντα έλεγε ότι δεν τον τρόμαζε ο θάνατος, αλλά δεν ήθελε να πεθάνει…. Αποφάσισε έτσι να μείνει μαζί με την Αναστασία και υποσχέθηκε να μη κοιτάξει ξανά άλλη γυναίκα.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;Η υπόσχεση που της έδωσε ήταν αυτό ακριβώς που ζητούσε η Αναστασία, μα δε μπορούσε να είναι σίγουρη. Ήξερε ότι τα λόγια καλύπτουν τη σιωπή… Το βράδυ κοιμήθηκε μαζί του…. Ήθελε να τον ακολουθήσει στο όνειρό του… Τον παρατηρούσε σιωπηλά όλη τη νύχτα μέχρι που είδε τα χείλη του να σχηματίζουν το όνομα Μαριάμ…. Τα δάκτυλά της άγγιξαν μια χρυσή κλωστή και την πέρασαν από την ασημένια βελόνα. Η Αναστασία πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του, του φίλησε τα μάτια και τα σφράγισε για πάντα με τη χρυσή της κλωστή. Όταν ξύπνησε, του ζήτησε να της κάνει το ίδιο. Εκείνος έπιασε τη κλωστή στα χέρια του μα δε μπορούσε να την περάσει μέσα από τη βελόνα. Η Αναστασία δε προσπάθησε να τον βοηθήσει….. Ο Δαβίδ έβγαλε το κόκκινο μαντίλι της Μαριάμ από τη τσέπη του και της έδεσε απαλά τα μάτια.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;Τίποτα δε θα εμπόδιζε πια την Αναστασία να παντρευτεί το άλλο της μισό.&amp;nbsp; Σε λίγες μέρες θα ενώνονταν με τα ιερά δεσμά του γάμου. Ήταν πολύ αγχωμένη με τις ετοιμασίες τις τελετής και βγήκε να περπατήσει στο δάσος για να ηρεμίσει.&amp;nbsp; Κάθισε σιωπηλά στην άκρη του ποταμού και άκουγε το νερό να κυλά δίπλα της. Ξαφνικά άκουσε βήματα να την πλησιάζουν. Άκουσε τη φωνή ενός παλικαριού να ρωτάει το όνομά της. Μόλις τον άκουσε η ύπαρξή της σείστηκε ολόκληρη. Δεν ήξερε ποιος μπορούσε να είναι αλλά η παρουσία του και μόνο έκανε την καρδιά της να γεμίσει με ανεξήγητα συναισθήματα. Ήξερε ότι δεν έπρεπε να βγάλει το κόκκινο μαντίλι από τα μάτια της, αλλά δεν άντεξε. Πλησίασε τα χέρια της στα μάτια της και το τράβηξε απαλά. Τα μάτια της αντίκρισαν τα δικά του και έμειναν να τον κοιτούν μαγεμένα για ώρα. Εκείνος της άγγιξε τα μαλλιά και εκείνη παραδόθηκε στα διψασμένα του χείλη.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;Κατάλαβε ότι δε μπορούσε να δεθεί μαζί με τον Δαβίδ. Πέταξε το μαντίλι και ακολούθησε τον όμορφο νέο πέρα από τα σύνορα του βασιλείου. Ο Δαβίδ περίμενε όλη τη μέρα τυφλός την Αναστασία να δεθεί μαζί της για μια ολόκληρη ζωή, μα εκείνη δεν εμφανίστηκε. Την επόμενη μέρα άρχισε να την αναζητά ψηλαφίζοντας το χώμα ολόκληρης της χώρας. Χρόνια ολόκληρα αναζητούσε σκυμμένος ένα σημάδι της. Κάποια μέρα τα χέρια του άγγιξαν το μαντίλι που της είχε δώσει. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά σαν τρελή. Ήθελε να σιγουρευτεί ότι ήταν εκείνο το μαντίλι που της έδεσε στα μάτια της, αλλά δε μπορούσε να δει το χρώμα του. &amp;lt;&amp;lt;Ας μου πει κάποιος τί χρώμα έχει το μαντήλι&amp;gt;&amp;gt; άρχισε να φωνάζει, μα κανένας δεν απαντούσε. Έπεσε στα γόνατά του και άρχισε να κλαίει. Ένιωσε ένα άγγιγμα στην πλάτη του, μα τα σφραγισμένα μάτια του δε μπορούσαν να του πουν ότι ήταν το άγγιγμα της Μαριάμ.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Είναι το μαντίλι μου&amp;gt;&amp;gt; του είπε γλυκά στο αυτί του. Εκείνος ψηλάφισε με τα χέρια του απαλά το πρόσωπό της, ενώ ταυτόχρονα ένιωσε τα χέρια κάποιου να τον βοηθούν να σηκωθεί.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;&amp;lt;&amp;lt;Είναι ο άντρας μου&amp;gt;&amp;gt; του είπε η Μαριάμ. Εκείνος άρχισε να απομακρύνεται σιωπηλά, ενώ μερικά δάκρυα κατάφεραν να κυλίσουν ανάμεσα από τη χρυσή κλωστή των ματιών του…. Για άλλη μια φορά, τα φτερά του σωριάστηκαν στο υγρό χώμα, μα κανείς δεν έσκυψε να του τα μαζέψει.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;Ο Δαβίδ σταμάτησε πια να ονειρεύεται, μα δε σταμάτησε να ψηλαφίζει. Πέρασαν πολλά χρόνια, ώσπου μια μέρα, τα δάκτυλά του σταμάτησαν στο ψηλάφισμα δύο σφραγισμένων ματιών. Είχαν ραφτεί και αυτά με κλωστή, όμοια στο άγγιγμα με τη δική του…. Ένιωσε στα δικά του μάτια το δικό της ψηλάφισμα……… Η Αναστασία τον τράβηξε κοντά της και τον έσφιξε στην αγκαλιά της…. Έβγαλε από το ρούχο της το χρυσό της ψαλίδι και έκοψε τη κλωστή απ τα δικά της μάτια και απ τα δικά του. Το βλέμμα του έφυγε σαν πουλί και αντίκρισε το όμορφο πρόσωπό της. Εκείνη τον κοίταξε με λαχτάρα και άρχισε να κλαίει από χαρά.&amp;nbsp; Ήταν ακόμα νέοι……….&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="border-bottom-width: 0px; border-color: initial; border-left-width: 0px; border-right-width: 0px; border-style: initial; border-top-width: 0px; font-family: inherit; font-size: 12px; font-style: inherit; font-weight: inherit; margin-bottom: 1.5em; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; padding-right: 0px; padding-top: 0px; vertical-align: baseline;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="color: white;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="background-color: black;"&gt;Αφιερωμένο στην Αναστασία Καρβουνιάρη, που μου έδωσε την αφορμή να το &amp;nbsp;γράψω.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-990727273703849922?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/990727273703849922/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/09/blog-post.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/990727273703849922'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/990727273703849922'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/09/blog-post.html' title='Μάτια σφραγισμένα με χρυσή κλωστή'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-2548677851594013038</id><published>2010-08-22T04:47:00.000-07:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.362-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Φιλίππια δάκρυα</title><content type='html'>&lt;a href="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/08/jesus-clinging-to-the-cold-earth-in-gethsemane.jpg"&gt;&lt;img class="alignleft size-medium wp-image-398" title="Φιλίππιος δράκος" src="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/08/jesus-clinging-to-the-cold-earth-in-gethsemane.jpg?w=300" alt="" width="300" height="225" /&gt;&lt;/a&gt;Μια φορά κι έναν καιρό, πολύ μακριά από εδώ υπήρχε ένας δράκος που τον έλεγαν Φίλιππο. Ο Φίλιππος ήταν ίσως ο μεγαλύτερος δράκος που είχε υπάρξει ποτέ. Πάντα του άρεσε να κάθεται στην άκρη του λόφου κοιτώντας τα άστρα του ουρανού, προσπαθώντας ώρες ατελείωτες να φανταστεί τη φιγούρα του ανάμεσά τους. Μετά έγερνε το κεφάλι του και τα μάτια του έπεφταν πάνω της... ένα καυτό δάκρυ κυλούσε πάνω στο τραχύ του πρόσωπό... &lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;Ήθελε να τη βλέπει, όπως παλιά. Γεμάτη ζωή, ελπίδα και φως. Τώρα, τα μόνα πράγματα που είχαν μείνει, ήταν στάχτες και αποκαΐδια, να θυμίζουν το παρόν σε όποιον ονειροπόλο δράκο τολμούσε να σηκώσει το βλέμμα του πάνω από το στεγνό χώμα της άγονης πεδιάδας.&lt;br/&gt;Στο κέντρο της, μία τεράστια πύρινη στήλη μαρτυρούσε την κυριαρχία του σκότους. Μάγισσες και τελώνια είχαν καταλάβει ολόκληρη την πεδιάδα ρουφώντας τη δύναμή τους από την άσβεστη φλόγα αυτής της στήλης. Όσο έμενε άσβηστο το αλλόκοτο φως της, τίποτα δε θα μπορούσε να δώσει ένα τέλος σε αυτόν τον εφιάλτη.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο δράκος το ήξερε αυτό και ήθελε τόσο, όσο τίποτα άλλο στον κόσμο να διώξει το εφιάλτη μακριά από την πεδιάδα του γαλάζιου ονείρου.... Έτσι την είχαν ονομάσει τα ξωτικά, που κατοικούσαν κάποτε εκεί. Ζούσαν ευτυχισμένα, χορεύοντας και τραγουδώντας όλη τη μέρα. Έφτιαχναν όμορφα ρούχα από άνθη σπάνιων λουλουδιών και τα αντάλλαζαν με μαργαριτάρια, που τους έδιναν οι όμορφες γοργόνες. Τα ξωτικά ήταν πολύ ευγενικά με το Φίλιππο. Τον αγαπούσαν και του έδειχναν μεγάλη εμπιστοσύνη. Ακόμα και εκείνη τη μέρα που τα σκοτεινά πλάσματα άρχισαν να καταστρέφουν την πεδιάδα, όλα τα ξωτικά μαζεύτηκαν γύρω του, παρακαλώντας τον να τα σώσει. Τον αγκάλιαζαν και του έλεγαν να πετάξει ψηλά και να φύγει για να σωθεί, αλλά ο Φίλλιπος τους έλεγε ότι θα ήταν δειλός αν εγκατέλειπε τη πεδιάδα στη κρισιμότερη στιγμή. Δε δείλιασε ούτε στιγμή. Έμεινε στο πλάι τους μέχρι το τέλος....&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ήταν τρομακτική εκείνη η μέρα. Θυμόταν τις φιγούρες των ξωτικών να παλεύουν με της φλόγες, αδύναμα να σώσουν τον εαυτό τους και την πεδιάδα. Θυμόταν ακόμα την προσπάθεια που έκαναν να τον τραβήξουν μακριά από την πεδιάδα για να μη πάθει τίποτα, ενώ τα ίδια και τα παιδιά τους ήταν σε πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο από τον ίδιο... Είχαν γίνει τόσα φρικτά πράγματα εκείνη τη μέρα! Ήθελε με όλη του την καρδιά να βοηθήσει, αλλά το μόνο που ήθελε να προσφέρει για να σβήσει τη φλόγα ήταν οι καυτές φλόγες που έβγαιναν από το στόμα του.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ένα δάκρυ κύλισε ξανά από τα μεγάλα σκιστά μάτια του Φίλιππου. Άραγε πόσα δάκρυα θα έπρεπε να χύσει για να σβήσει τη φλόγα της πύρινης στήλης. Ήξερε ότι είναι δύσκολο να μαζέψεις τα δάκρυα, αλλά εύκολο να τα προκαλέσεις. Ίσως θα μπορούσε να μαζέψει αρκετά για να σβήσει τη στήλη και να φέρει πάλι την ελπίδα στην πεδιάδα, ίσως και όχι.... Έπρεπε, όμως, να προσπαθήσει.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Από την επόμενη μέρα κιόλας άρχισε να ταξιδεύει και να επισκέπτεται ωραίες πόλεις και χωριά. Αυτό που θαύμαζε ήταν η ομορφιά των τοπίων, αυτό που αναζητούσε ήταν το ανθρώπινο δάκρυ. Δεν ήταν πολύ δύσκολο. Αρκούσε μία φλόγα από το γιγάντιο στόμα του για να παραδοθούν στη φωτιά τα χωράφια, οι εκκλησίες, τα σπίτια, ο κόπος των απλών ανθρώπων... και μετά.... ερχόταν η επιβράβευσή του... άφθονο το δάκρυ στα μάτια τους, τα οποία έβλεπαν τις προσπάθειες μια ολόκληρης ζωής να παραδίνονται στην πυρά. Τα περισσότερα δάκρυα κυλούσαν, όμως, όταν τύχαινε και κάποιος άνθρωπος έπεφτε τυχαία μέσα στη φλόγα. Όταν το παρατήρησε αυτό το Φίλιππος φρόντιζε να τυχαίνει όλο και πιο συχνά....&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Τα χρόνια περνούσαν και δεν άφησε ούτε ένα δάκρυ να πέσει στη γη. Μόλις έβλεπε να κυλά ένα δάκρυ έκανε μια τεράστια βουτιά από τον ουρανό, το έγλυφε απαλά με τη γλώσσα του και ξαναχανόταν στα πυκνά σύννεφα. Έτσι είχε καταφέρει να γεμίσει το τεράστιο στομάχι του με ατελείωτα δάκρυα. Όταν θεώρησε ότι είχε μαζέψει αρκετά για να σβήσει την πύρινη στήλη από την πεδιάδα κάλεσε όλους τους βασιλιάδες της γης για να τους μιλήσει. Τους εξήγησε το λόγο για τον οποίο προξένησε όλο αυτό το κακό και ζήτησε από τα βάθη της καρδιάς του ένα βαθύ συγνώμη. Οι βασιλιάδες με τη σειρά τους μετέφεραν τα λόγια του Φιλίππου στου υπηκόους τους. Όλοι είχαν πάθει μεγάλο κακό από το δράκο, δε κατάλαβαν πώς θα έσωνε την πεδιάδα ή από τί, αλλά τον συγχώρεσαν. Το μόνο που του ζήτησαν ήταν να μη πάει ούτε ένα δάκρυ χαμένο. Ο δράκος τους ευχαρίστησε και τους υποσχέθηκε ότι δεν θα χανόταν μάταια ούτε ένα από τα αμέτρητα δάκρυα που έχυσαν.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι της γης είχαν θυσιάσει κάτι για να σωθεί η πεδιάδα και τώρα είχε έρθει η στιγμή για τη θυσία του Φιλίππου. Θα έπρεπε να υποστεί για ελάχιστα δευτερόλεπτα τη θερμότητα της πύρινης στήλης, ώστε να πλησιάσει αρκετά και να ρίξει πάνω της όλα τα δάκρυα που είχε καταπιεί. Ήταν σίγουρος, ότι θα τα κατάφερνε. Είχε προγραμματίσει τις κινήσεις του εδώ και πολύ καιρό. Άλλωστε θα μπορούσε ακόμα και να πεθάνει για την πεδιάδα, γιατί να τον πειράξουν τα λίγα τραύματα που πιθανώς να αποκτούσε;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Δεν άργησε να φτάσει στην πεδιάδα και να σταθεί λίγα μέτρα μακριά από τη σωτηρία της. Πείρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε να σπρώχνει δυνατά τον αέρα με τα μεγάλα φτερά του. Όσο πλησίαζε ένιωθε στο πρόσωπό του όλο και πιο έντονα τη θερμότητα της στήλης. Συνέχεια έλεγε στον εαυτό του ότι δε θα πάθαινε τίποτα για να πάρει κουράγιο, αλλά λίγο πριν πλησιάσει άλλαξε κατεύθυνση και άφησε τα πόδια του να ακουμπήσουν απαλά στη γη. Ήθελε να σώσει την πεδιάδα, αλλά ήταν πολύ ζεστά, λιγότερο απ όσο είχε φανταστεί, αλλά περισσότερο απ όσο ήθελε να αντέξει....&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Τα χρόνια πέρασαν και ο δράκος γέρασε, αυτό που δε γέρασε ποτέ, όμως, ήταν όλα αυτά τα δάκρυα που είχε μέσα του, καθένα να λέει τη δική του ιστορία…. Κάποια μέρα αποφάσισε να επιστρέψει στην πεδιάδα και να τη σώσει πριν χάσει και τις τελευταίες δυνάμεις του, πριν αφήσει να φύγει και η τελευταία πνοή του. Το μαύρο τοπίο μαρτυρούσε ακόμα το μέγεθος της καταστροφής, αλλά όσο και αν έψαξε ο Φίλιππος δε βρήκε πουθενά τη πύρινη στήλη…, παρά μόνο σημάδια από το δικό του πέρασμα, απ τη δική του μανία….&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Όταν κατάλαβε τι είχε γίνει αποφάσισε να ξαναρχίσει το ταξίδι που άφησε στη μέση για να μοιράσει πίσω τα δάκρυα σε όλους απ όσους τα πείρε. Έδωσε πίσω και το τελευταίο δάκρυ, αφήνοντάς τα να κυλίσουν από τα μεγάλα μετανοημένα μάτια του. Μπορεί τα δάκρυα που μάζεψε να μη έσβησαν την πύρινα στήλη της φαντασίας του, αλλά τα δάκρυα που έχυσε έσβησαν για πάντα το μεγάλο πάθος του, τη δύναμη της φλόγας του…..&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Αφιερωμένο στα δάκρυα της Αθανασίας Καραστογιάννη, που με βοήθησε να το γράψω&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Αθανασία σε ευχαριστώ πολύ&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-2548677851594013038?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/2548677851594013038/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/08/blog-post_22.html#comment-form' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/2548677851594013038'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/2548677851594013038'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/08/blog-post_22.html' title='Φιλίππια δάκρυα'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-1447322206959673844</id><published>2010-08-06T14:06:00.000-07:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.365-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Το νερό της νεράιδας</title><content type='html'>&lt;a href="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/08/bride1.jpg"&gt;&lt;img class="alignleft size-medium wp-image-385" title="Το νερό της νεράιδας" src="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/08/bride1.jpg?w=300" alt="" width="500" height="425" /&gt;&lt;/a&gt;Μια φορά κι έναν καιρό πολύ μακριά από εδώ, στην άκρη ενός μεγάλου δάσους ζούσε η όμορφη Μεγκ. Η Μεγκ έμενε ολομόναχη σε ένα μικρό σπιτάκι στην άκρη ενός ποταμού, του οποίου τα νερά ήταν δροσερά και ήρεμα. Η Μεγκ ήταν πολύ όμορφη, αλλά κανένας δε μπορούσε να την ερωτευτεί. Το χειρότερο, όμως, ήταν ότι και η ίδια δε μπορούσε να ερωτευτεί κανέναν.......&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Κάποια μέρα, πέρασε από το ποτάμι μία γριά γυναίκα. Η Μεγκ ξαφνιάστηκε όταν άκουσε τον ήχο της πόρτας. Ποτέ της ξανά δεν είδε άνθρωπο από τότε που έφυγε από το χωριό. Είχε στεναχωρηθεί τόσο, όταν κατάλαβε ότι δε μπορούσε να αγαπήσει και να αγαπηθεί που αποφάσισε να μείνει μόνη της για πάντα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Άνοιξε την πόρτα και είδε τη γριά να στέκεται μπροστά της κρατώντας ένα άδειο μπουκάλι. &amp;lt;&amp;lt;Καλή μου κοπέλα&amp;gt;&amp;gt; είπε η γριά &amp;lt;&amp;lt;μήπως μπορείς να μου δώσεις λίγο νερό;&amp;gt;&amp;gt; Η Μεγκ δεν είχε ξανακούσει τη λέξη νερό από τότε που έφυγε από το χωριό και δε θυμόταν τι ήταν αυτό που ζητούσε η γριά. &amp;lt;&amp;lt;Τί είναι το νερό;&amp;gt;&amp;gt; ρώτησε με απόλυτη φυσικότητα η Μεγκ. Η γριά την κοίταξε με απορία. &amp;lt;&amp;lt;Αυτό που πίνεις όταν διψάς&amp;gt;&amp;gt; της απάντησε κάνοντας μια γκριμάτσα. &amp;lt;&amp;lt;Α κατάλαβα, μισό λεπτό να σας φέρω&amp;gt;&amp;gt; της απάντησε με ευγένεια.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Μεγκ γύρισε κρατώντας στα χέρια της ένα χρυσό δοχείο. Άνοιξε το διαμαντένιο καπάκι του και μια εξωτική μυρωδιά πλημύρισε ολόκληρο το δωμάτιο. &amp;lt;&amp;lt;Από αυτό πίνω όταν διψώ&amp;gt;&amp;gt; είπε η Μεγκ.... Έβρεξε το δάχτυλό της με το γαλαζωπό υγρό του δοχείου και άλειψε με αυτό τα χείλη της γριάς. Η γριά δε κατάλαβε τί έκανε η Μεγκ, αλλά είχε πράγματι ξεδιψάσει, την ευχαρίστησε και έφυγε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Όταν γύρισε πίσω στο χωριό κανένας δεν την αναγνώριζε. Όλοι την κοιτούσαν με ένα παράξενο βλέμμα, σαν να μη την ήξεραν. Δε μπορούσε να καταλάβει τί είχε γίνει μέχρι που γύρισε σπίτι της. Στάθηκε μπροστά από τον καθρέφτη για να χτενίσει τα μαλλιά της και αντί να δει το πρόσωπό της, είδε το πρόσωπο μιας πανέμορφη νέας, ακριβώς όπως θυμόταν τον εαυτό της πριν από πολλά χρόνια. Θυμήθηκε την όμορφη κοπέλα στο δάσος, που της άλειψε τα χείλη. Κατάλαβε ότι αυτό που της έδωσε την ξανάκανε νέα. Έπεσε να κοιμηθεί ποιο χαρούμενη από ποτέ. Όταν ήταν νέα δεν ήξερε τί να τα κάνει τα νιάτα της, αλλά τώρα που είχε ακόμα μια ευκαιρία δεν θα την άφηνε να φύγει. Είχε γεράσει μόνη της και είχε καταλάβει, ότι η αγάπη είναι το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο. Από το επόμενο πρωί κιόλας θα έψαχνε να βρει την αγάπη και να κάνει αυτό που ποτέ της δε κατάφερει, μια οικογένεια.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Στο ίδιο σπίτι με τη γριά έμενε και ένα όμορφο παλικάρι, τον Αδέμ, αλλά δε του φερόταν πολύ καλά. Το είχε βρει όταν ήταν παιδί στο δάσος και το είχε μεγαλώσει για να τη βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού, αλλά ποτέ δε το είχε νιώσει για δικό της παιδί μόνο και μόνο επειδή δεν το είχε γεννήσει....&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Το πρωί η γριά ήταν πολύ βιαστική. Άνοιξε το μεγάλο ξύλινο μπαούλο, που βρισκόταν δίπλα από το τζάκι. Κοίταξε μέσα και ένα δάκρυ κύλισε από τα μάτια της. Αναμνήσεις μιας ζωής, μιας πονεμένης ζωής μέσα σε ένα μπαούλο. Η γριά τράβηξε από μέσα ένα όμορφο κόκκινο φόρεμα και το κοίταξε. Θυμήθηκε τότε που το φορούσε και πήγαινε στο μεγάλο πανηγύρι για να χορέψει, όταν ήταν ακόμα πολύ νέα. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε και ούτε καν το είχε φανταστεί ότι θα μπορούσε κάποτε να το ξαναφορέσει. Τώρα, όμως, ήταν πάλι νέα. Ποιός θα το περίμενε; Έβαλε το κόκκινο φόρεμα και βγήκε έξω.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Από καιρό παρακολουθούσε ένα όμορφο και καλό παλικάρι. Πάντα κουτσομπόλευε με τις άλλες γυναίκες και έλεγε, ότι όποια γυναίκα το παντρευόταν θα ευτυχούσε μαζί του και ότι αν είχε κόρη θα του την έδινε. Τώρα, όμως, μπορούσε να τον έχει ίδια. Ήταν νέα και όμορφη και είχε όρεξη για ζωή. Ήθελε με όλη της την καρδιά να την αγαπήσει, γιατί αυτή ήταν ήδη ερωτευμένη μαζί του. Ήθελε να ζήσουν για πάντα μαζί. Για πάντα.....&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Είδε το παλικάρι να κάθεται δίπλα στη βρύση του χωριού και ετοιμάστηκε να το πλησιάσει και να του πιάσει τη κουβέντα. Άρχισε να περπατά προς το μέρος του, αλλά εκείνος σηκώθηκε, πήρε το άλογό του και έφυγε πριν προλάβει να τον πλησιάσει. Η γριά συνέχισε να περπατά μέχρι τη βρύση. Έσκυψε να δει μέσα στο νερό και είδε το πρόσωπό της. Το ίδιο γέρικο πρόσωπο που τη συνόδευε στα ποιο δύσκολα χρόνια της ζωής της. Τρόμαξε με αυτό που αντίκρισε. Δε μπορούσε να πιστέψει στα μάτια της. Κοιτούσε ξανά και ξανά. Άρχισε να τρέχει προς το σπίτι της πριν προλάβει να τη δει κανείς. Έβγαλε το κόκκινο φόρεμα, που φορούσε και το πέταξε με οργή στη φωτιά. Σήκωσε το χέρι της και κοιτάχτηκε για τελευταία φορά στον καθρέφτη, πριν τον σπάσει με τη γροθιά της. Το χέρι της γέμισε με αίμα. Όλη η γη χάθηκε από τα πόδια της. Μέχρι τώρα είχε καταφέρει να πείσει τον εαυτό της ότι η νιότη δεν ξαναεπιστρέφει. Τώρα, όμως, που είχε ζήσει τα νιάτα για δεύτερη φορά το μόνο που ήθελε ήταν να ξαναγίνει νέα και ο μόνος τρόπος για να το καταφέρει ήταν να σκοτώσει τη κοπέλα του δάσους και να της πάρει το χρυσό δοχείο.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Το επόμενο πρωί, η γριά ξύπνησε το παλικάρι που έμενε μαζί της και του είπε να την ακολουθήσει. Τον οδήγησε μέχρι το σπίτι της όμορφης Μεγκ και κρύφτηκαν για να μην τους δει. Τη βρήκαν να κάθεται στην άκρη του ποταμιού και να μιλά με τα ζώα του δάσους, που είχαν μαζευτεί γύρω της. Η γριά έσκυψε και ψιθύρισε στο αυτί του Αδέμ. &amp;lt;&amp;lt; Θα περιμείνεις εδώ μέχρι να βρεις ευκαιρία να τη σκοτώσεις&amp;gt;&amp;gt;. Μόλις τέλειωσε τα λόγια της έβγαλε ένα μεγάλο μαχαίρι μέσα από τα ρούχα της  και του το έδωσε. Εκείνη σηκώθηκε προσεκτικά και απομακρύνθηκε μέσα στο δάσος. Είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στον Αδέμ. Έκανε πάντα τα θελήματα της γριάς και εκτός αυτού όλοι στο χωριό ήξεραν ότι δεν είχε νιώσει ποτέ, τίποτα, για καμία κοπέλα και έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να διστάσει να τη σκοτώσει.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο Αδέμ καθόταν και κοιτούσε την όμορφη Μεγκ ασταμάτητα. Τα μάτια του είχαν αιχμαλωτιστεί στα δικά της και η σκέψη του είχε σταματήσει στη θέα της. Πρώτη φορά ένιωθε έτσι. Ήταν τόσο παράξενα τα συναισθήματά του, που τον είχε κυριεύσει ο φόβος. Ήθελε να τρέξει, να φύγει μακριά και να την ξεχάσει, αλλά δε μπορούσε, γιατί θα αποκάλυπτε τη κρυψώνα του.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Όταν βράδιασε η όμορφη Μεγκ έλουσε τα μακριά, χρυσά μαλλιά της στο ποτάμι και έπεσε για να κοιμηθεί στην όχθη του. Ο Αδέμ δε χόρταινε να τη βλέπει. Ένιωθε  ότι την είχε ερωτευτεί, αλλά προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του για το αντίθετο.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μόλις η Μεγκ έκλεισε τα μάτια της, ο Αδέμ πείρε το μαχαίρι που το έδωσε η γριά και άρχισε να περπατά προς το μέρος της σιγά, σιγά, κρατώντας το λίγο πιο ψηλά από το κεφάλι του. Στάθηκε πάνω από την όμορφη κοπέλα και ετοιμάστηκε να το καρφώσει με όλη του τη δύναμη στην καρδιά της. Ένα δάκρυ κύλισε από τα μάτια του, άφησε το μαχαίρι να πέσει στο υγρό χώμα και γονάτισε μπροστά απ την κοπέλα, αδύναμος να ελέγξει όλα όσα ένιωθε για εκείνη. Κάθισε δίπλα της και έβαλε το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια του. Ήθελε να απλώσει το χέρι του και να την αγγίξει απαλά, αλλά του έφτανε και μόνο η αναπνοή της, που την ένιωθε στα δάχτυλά του, λίγα εκατοστά από τα κατακόκκινα χείλη της. Η καρδιά του κόντευε να σπάσει από όλα όσα ένιωθε. Ήταν σίγουρος ότι ποτέ δε θα μπορούσε να τη βλάψει. Έμεινε δίπλα της όλη τη νύχτα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Την επόμενη μέρα, αφού σιγουρεύτηκε ότι κανένα άγριο ζώο δεν απειλούσε την κοπέλα, έφυγε γρήγορα για να μην τον αντιληφθεί. Όταν έμαθε η γριά ότι δε κατάφερε να τη σκοτώσει και να πάρει το χρυσό δοχείο νευρίασε τόσο, που δάγκωσε με μεγάλη δύναμη τα χείλια της, ματώνοντάς τα. Μόλις είδε τα ματωμένα χείλη της γριάς, ο Αδέμ κατάλαβε ότι δε θα σταματούσε μέχρι να δει την κοπέλα νεκρή. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει, αλλά ένιωθε ότι και μόνο αν άκουγε, ότι έπαθε κάτι κακό η κοπέλα, τότε δε θα μπορούσε να συνεχίσει να ζει. Καλύτερα να πέθαινε αυτός παρά εκείνη. Έδωσε το μαχαίρι στη γριά και της είπε, ότι αυτός δε κατάφερε να τη σκοτώσει και ότι θα ήταν καλύτερο να το κάνει η ίδια για να είναι σίγουρη. Της είπε να πάει το βράδυ, την ώρα που όλα τα αστέρια θα είχαν στολίσει τον ουρανό με την παρουσία τους. &amp;lt;&amp;lt;Θα την βρεις να κοιμάται στο ποτάμι, κάτω από τη μεγάλη πέτρα&amp;gt;&amp;gt; της είπε και της έδωσε το μαχαίρι της.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Το ίδιο βράδυ η γριά ξεκίνησε από το σπίτι της για να βρει την κοπέλα και να την σκοτώσει. Το ίδιο βράδυ ο Αδέμ ξεκίνησε από το σπίτι του για να δει για τελευταία φορά την όμορφη Μεγκ....  Τη βρήκε να κάθεται και να τραγουδά στην άκρη του ποταμού. Ήταν τόσο όμορφος και τόσο απαλός ο ήχος της φωνής της, που έκανε το φεγγάρι να πλησιάζει τη γη για να την ακούσει. Πρώτη φορά έβλεπε ο Αδέμ το φεγγάρι να είναι τόσο κοντά στη γή, πρώτη φορά το έβλεπε να έχει αγκαλιάσει ολόκληρο τον ουρανό. Μπορούσε να δει κανείς τα φεγγαρολούλουδα στην επιφάνειά του. Είχες την αίσθηση ότι αν άπλωνες το χέρι σου θα έκοβες ένα από αυτά. Η Μεγκ, μόλις τέλειωσε το τραγούδι έπεσε στην όχθη του ποταμού, έγειρε στο πλάι τινάζοντας τα όμορφα μαλλιά της και αποκοιμήθηκε. Το φεγγάρι άρχισε να απομακρύνεται πάλι σιγά, σιγά για να αφήσει το παλικάρι να πάρει τη θέση του, δίπλα της.... Το όμορφο παλικάρι την πλησίασε, με δάκρυα στα μάτια την κοίταξε για τελευταία φορά στα μάτια της, στα μάτια που είχε αγαπήσει όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Έσκυψε και τη φίλησε απαλά, ακουμπώντας τα χείλη του στα λαμπερά μαλλιά της, προσέχοντας να μην την ξυπνήσει. Μετά σηκώθηκε και πήγε να ξαπλώσει  στο μόνο μέρος που μπορούσε να ηρεμήσει και να κοιμηθεί, κάτω από τη μεγάλη πέτρα......&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από πυκνά σύννεφα. Δυνατός άνεμος άρχισε να φυσά και η κραυγή των λύκων αντήχησε σε ολόκληρο το δάσος. Η γριά είχε κρυφτεί πίσω από ένα δέντρο και κοιτούσε τη μαύρη φιγούρα, που κοιμόταν κάτω από τη μεγάλη πέτρα.... &amp;lt;&amp;lt;Ακριβώς όπως μου είπε ο Αδέμ&amp;gt;&amp;gt; ψιθύρισε και έσφιξε στη χούφτα της το μαχαίρι. Πλησίασε με αργά βήματα, κράτησε με τα δυο της χέρια το μαχαίρι , το σήκωσε ψηλά και το κάρφωσε με μανία στο σώμα του όμορφου παλικαριού. Η κραυγή του Αδέμ ήταν τόσο δυνατή που σμήνη πουλιών τρόμαξαν και άρχισαν να πετάν από πάνω του. Όταν η γριά αντίκρισε το ματωμένο πρόσωπο του Αδέμ σάστισε τόσο πολύ που έχασε τα λογικά της. Άρχισε να τρέχει σαν τρελή πέρα δώθε λέγοντας ακατανόητα λόγια.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Μεγκ ξύπνησε αργά το βράδυ από τα βογκητά του Αδέμ. Σηκώθηκε τρομαγμένη και άρχισε να κοιτά γύρω, γύρω, προσπαθώντας να καταλάβει από που προερχόταν αυτός ο ήχος. Δεν άργησε να βρει τον Αδέμ κάτω από την μεγάλη πέτρα, να είναι ξαπλωμένος και να αιμορραγεί ασταμάτητα. Χωρίς να σκεφτεί τίποτα, άλλο η όμορφη Μεγκ έτρεξε στο σπίτι της και έφερε το χρυσό δοχείο. Το άνοιξε και άλειψε τις πληγές του. Αμέσως, σαν από θαύμα οι πληγές έκλεισαν, το παλικάρι σταμάτησε να φωνάζει και κοιμήθηκε χαμογελώντας.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Μεγκ στάθηκε δίπλα του. Τον κοίταξε μια φορά προσεκτικά και τα μάτια της αιχμαλωτίστηκαν στα δικά του.  Ήταν σίγουρη ότι τον είχε ερωτευτεί, αλλά γρήγορα τράβηξε τα μάτια του από πάνω του, ξέροντας ότι κανένας δε θα μπορούσε να αγαπήσει μια νεράιδα.... εκτός αν στις φλέβες του έτρεχε το ίδιο αίμα με το δικό της......... Έμεινε δίπλα του όλη τη νύχτα για να τον προσέχει και το πρωί έφυγε χωρίς να την καταλάβει.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Όταν το πρωί γύρισε το παλικάρι στο χωριό, έμαθε ότι η γριά είχε χάσει τα λογικά της. Δε μπόρεσε να καταλάβει τί είχε γίνει. Το μόνο που ήθελε ήταν να σιγουρευτεί ότι η κοπέλα δεν είχε πάθει κακό, δε μπορούσε, όμως, να γυρίσει πίσω στο δάσος, γιατί ήταν πρωί, θα τον έβλεπε η κοπέλα και θα τρόμαζε. Έτσι περίμενε να πέσει το βράδυ ξανά.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Όταν το σκοτάδι σκέπασε τον ουρανό, το παλικάρι ξεκίνησε για να ξανασυναντήσει την όμορφη κοπέλα. Την είδε για ακόμα μια φορά να κοιμάται δίπλα από το ποτάμι. Την πλησίασε και ξάπλωσε δίπλα της. Η Μεγκ κατάλαβε την παρουσία του παλικαριού, αλλά συνέχισε να κάνει πως κοιμάται. Δεν ήθελε να φύγει μακριά της. Ήθελε να τον νιώθει δίπλα της. Από εκείνη τη μέρα, ο Αδέμ ξάπλωνε κάθε νύχτα δίπλα από τη Μεγκ. Η Μεγκ ήταν ξαπλωμένη, αλλά είχε τα μάτια της ανοιχτά. Κανένας δε τολμούσε να δηλώσει την παρουσία του στον άλλον.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ένα βράδυ το παλικάρι χάιδεψε τα κατάξανθα μαλλιά της. Η Μεγκ ένιωσε το άγγιγμά του και κράτησε στα απαλά της χέρια το χέρι του. Γύρισε και τον κοίταξε. Εκείνος πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό της και της έδωσε ένα φιλί. Κοιτάχτηκαν στα μάτια, μάτια αλλιώτικα από τα άλλα.... Κανένας απ τους δύο δεν ήταν άνθρωπος,  γι αυτό κανένας τους δεν μπορούσε να βρει την αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους.......&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;αφιερωμένο στη Μαρία Μεγκαγιάννη&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-1447322206959673844?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/1447322206959673844/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/08/blog-post.html#comment-form' title='13 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/1447322206959673844'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/1447322206959673844'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/08/blog-post.html' title='Το νερό της νεράιδας'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><thr:total>13</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-5534285531778209515</id><published>2010-07-23T14:17:00.000-07:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.371-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Σκότωσε και πάρε τα φτερά σου</title><content type='html'>&lt;a href="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/07/fallen-angel.jpg"&gt;&lt;img class="alignleft size-medium wp-image-377" title="Σκότωσε και πάρε τα φτερά σου" src="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/07/fallen-angel.jpg?w=300" alt="" width="300" height="225" /&gt;&lt;/a&gt;Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που μπορούσες ακόμα να δεις νεράιδες και ξωτικά να τραγουδούν μέσα στο δάσος, γεννήθηκε ένα μικρό κοριτσάκι που το έλεγαν Ηλιάνα. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τη μέρα της γέννησή της, είχε γίνει η πιο όμορφη κοπέλα στη χώρα και πολλοί ζητούσαν να την παντρευτούν. Η Ηλιάνα ,όμως, δεν είχε σταματήσει ακόμα να ρωτά τους γονείς της για εκείνη τη μέρα. Ήξερε ότι δεν είχε σημασία αυτό που έκανε, αλλά βαθιά μέσα της κάτι την έσπρωχνε να ρωτά συνέχεια, ξανά και ξανά για μια μέρα που πάντα προκαλούσε θλίψη στους γονείς της.&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Οι γονείς της ήταν πολύ καλοί μαζί της. Ήταν απλοί και χαρούμενοι άνθρωποι. Πάντα έβρισκαν ένα λόγο για να χαμογελούν και να χαίρονται τη ζωή τους. Είχαν μια υπέροχη κόρη και ήταν πολύ περήφανοι γι αυτό. Ήταν αγρότες... και όπως όλοι οι αγρότες εκείνης της εποχής ήταν φτωχοί και ταλαιπωρημένοι. Καλλιεργούσαν κτήματα που δεν ήταν δικά τους και ήταν αναγκασμένοι να σκύβουν το κεφάλι σε κάθε θέλημα του γαιοκτήμονά τους.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Ηλιάνα ήταν καθισμένη στη μικρή κουζίνα του παλιού τους σπιτιού και καθάριζε τα λιγοστά φασόλια που είχε φέρει ο πατέρας από το χωράφι. Η μητέρα της καθόταν δίπλα της και την καμάρωνε. Ένα πλατύ χαμόγελο είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό της καθώς έβλεπε την όμορφη κόρη της να έχει μεγαλώσει. &amp;lt;&amp;lt;Μεγάλωσες&amp;gt;&amp;gt; της είπε. Εκείνη την κοίταξε με τα μεγάλα, γαλανά της μάτια και χαμογέλασε. &amp;lt;&amp;lt;Μητέρα πες μου κάτι&amp;gt;&amp;gt; &amp;lt;&amp;lt;Τί θες να σου πω;&amp;gt;&amp;gt; Η Ηλιάνα πείρε μια βαθιά ανάσα, άφησε το μαχαίρι που κρατούσε στα χέρια της και της είπε: &amp;lt;&amp;lt;Πες μου για τη μέρα που γεννήθηκα&amp;gt;&amp;gt; Τα λόγια της αντιλάλησαν μέσα στο άδεια δωμάτιο. Η μητέρα της έριξε το βλέμμα της στο πάτωμα και ένα δάκρυ κύλισε από το μάγουλό της. &amp;lt;&amp;lt;Γιατί παιδί μου ρωτάς αυτό το πράγμα κάθε φορά; Γιατί το κάνεις;&amp;gt;&amp;gt; &amp;lt;&amp;lt;Δε ξέρω είναι κάτι που θέλω να μάθω και νιώθω ότι η απάντηση βρίσκεται σε εκείνη τη μέρα&amp;gt;&amp;gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η μητέρα της σηκώθηκε από το τραπέζι πάτησε δυο φορές τη σκουριασμένη κάνουλα και άρχισε να πλένει τα πιάτα. &amp;lt;&amp;lt;Παιδί μου&amp;gt;&amp;gt; είπε &amp;lt;&amp;lt;Είναι όντος κάτι που πρέπει να γνωρίζεις&amp;gt;&amp;gt; άφησε το πιάτο που κρατούσε και την κοίταξε &amp;lt;&amp;lt;θα σου πω σήμερα... αν τα καταφέρω....&amp;gt;&amp;gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Το βράδυ ο πατέρας γύρισε από τη δουλειά του. Ήταν πολύ κουρασμένος. Παρόλα αυτά το χαμόγελο δεν έλλειπε από το πρόσωπό του. Φίλησε τη γυναίκα του στο μάγουλο και την κόρη του απαλά στο μέτωπο. Κάθισε στο τραπέζι και πείρε στα χέρια  το πιάτο με τη ζεστή σούπα που του πρόσφερε η κόρη του. Την κοίταξε γεμάτος ευγνωμοσύνη και ξεκίνησε να τρώει το φαγητό του με πολύ όρεξη. &amp;lt;&amp;lt;Άντρα μου&amp;gt;&amp;gt; είπε η μητέρα της Ηλιάνας &amp;lt;&amp;lt;Η κόρη μας μεγάλωσε. Αποφάσισα ότι σήμερα πρέπει να της πω τί έγινε εκείνη τη μέρα&amp;gt;&amp;gt; Ο χωρικός έφτυσε τη σούπα που είχε στο στόμα του και σηκώθηκε από τη καρέκλα βιαστικά. &amp;lt;&amp;lt;Κατάλαβες τί είπες γυναίκα μόλις τώρα;&amp;gt;&amp;gt; φώναξε και χτύπησε με το χέρι του το τραπέζι. &amp;lt;&amp;lt;Άντρα μου&amp;gt;&amp;gt; είπε ήρεμα &amp;lt;&amp;lt;μάλλον δεν πρόσεξες σήμερα το χρώμα του φεγγαριού&amp;gt;&amp;gt;. Ο άντρας πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε έξω. Γύρισε σιωπηλός, κάθισε στο τραπέζι μα δε μπόρεσε να συνεχίσει το γεύμα του. Η Ηλιάνα κοιτούσε με απορία τη συμπεριφορά του πατέρα της πάνω από τη σοφίτα όπου κοιμόταν. Περίμενε. Σύντομα θα ερχόταν η μητέρα της και θα της έλεγε όλα όσα ήθελε να μάθει. Ήταν, όμως, τόσο κουρασμένη! Ξάπλωσε στο αχυρένιο κρεβάτι της και χωρίς να το καταλάβει άρχισε να ονειρεύεται. Έβλεπε το ίδιο όνειρο κάθε βράδυ τα τελευταία χρόνια. Πάντα της άρεσε να βλέπει τα πουλιά να πετούν. Ήξερε ότι και οι άνθρωποι μπορούσαν να έχουν φτερά... μόνο, όμως, πολλοί λίγοι τα είχαν  καταφέρει να αποκτήσουν και κανένας δεν ήξερε το πώς. Ήθελε να αποκτήσει φτερά όσο τίποτα άλλο στον κόσμο, αλλά ήξερε ή καλύτερα είχαν καταφέρει να την πείσουν για τα καλά ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον να συμβεί σε μια χωριατοπούλα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&amp;lt;&amp;lt;Κοιμήθηκε&amp;gt;&amp;gt; είπε η μητέρα της &amp;lt;&amp;lt;Τί θα κάνουμε τώρα; Πώς θα την προστατέψουμε;&amp;gt;&amp;gt; &amp;lt;&amp;lt;Όπως έκαναν όλοι οι άλλοι με τα παιδιά τους. Θα σκοτώσουμε  αυτό το πλάσμα και δε θα το αφήσουμε ούτε να πλησιάσει, αλλά ούτε και να τη δει&amp;gt;&amp;gt; απάντησε ο γέρο χωρικός και σηκώθηκε από τη ξύλινη καρέκλα που καθόταν. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Η μητέρα της Ηλιάνας έβαλε τα χέρια της στο πρόσωπό της και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Το φεγγάρι πάνω στον ουρανό είχε βαφτεί με ένα απόκοσμο γαλαζωπό χρώμα, ενώ το φως του ήταν τόσο αδύναμο που δεν είχε δύναμη να διασχίσει τον ουρανό και να φτάσει ως τη γη. Απόλυτο σκοτάδι είχε καλύψει τα πάντα και ο άνεμος φυσούσε τόσο δυνατά που έκανε τα δέντρα να γέρνουν προς την κατεύθυνση του.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Το δωμάτιο φωτίζονταν από το φως ενός αναμένου κεριού. Λίγος αέρας κατάφερνε να μπει από το μπαλωμένο παράθυρο και έκανε τη φλόγα και τις σκιές στο δωμάτιο να κουνιούνται σαν τρελές. Η πόρτα άνοιξε και το πάτωμα γέμισε με φύλλα και χώμα που μετέφερε ο άνεμος. Ο γέρο χωρικός μπήκε μέσα κρατώντας στα χέρια του μία μεγάλη πιρούνα. Η πόρτα έκλεισε πίσω του με δύναμη. &amp;lt;&amp;lt;Είδα μια λάμψη στον ουρανό&amp;gt;&amp;gt; είπε ψιθυριστά &amp;lt;&amp;lt;νομίζω ότι έρχεται&amp;gt;&amp;gt;.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Ηλιάνα ξύπνησε ταραγμένη από το θόρυβο που έκανε η πόρτα. Κάθισε στο κρεβάτι της και κοίταξε από το παράθυρο. Είδε μία λάμψη να πλησιάζει όλο και περισσότερο το σπίτι τους.  Την παρατηρούσε για αρκετή ώρα, μέχρι που ξαφνιασμένη την είδε να μπαίνει μέσα στο σπίτι τους. Χωρίς να χάσει καιρώ κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες και αγκάλιασε τη μητέρα της. &amp;lt;&amp;lt;Τί κάνεις εδώ;&amp;gt;&amp;gt; είπε ο πατέρας της φωνάζοντας ξαφνιασμένος. Η Ηλιάνα δε πρόλαβε να απαντήσει. Μία λευκή λάμψη τύλιξε όλο το δωμάτιο και όλοι τους ένιωσαν μια ζεστασιά και μια γαλήνη στην ψυχή τους. Σταδιακά εμφανίστηκε σαν να έβγαινε μέσα από ομίχλη ένας άγγελος. Φορούσε ένα μακρύ μαύρο ένδυμα και είχε κριμένο το πρόσωπό του κάτω από την κουκούλα. Τα φτερά του ήταν ολόλευκα. Ο γέρο χωρικός έστρεψε την πιρούνα προς το μέρος του και ετοιμάστηκε να τον καρφώσει. &amp;lt;&amp;lt;Όχι μπροστά στο παιδί!!!!&amp;gt;&amp;gt; φώναξε η γριά γυναίκα που κρατούσε σφιχτά τη κόρη της. Ο χωρικός, όμως, έσπρωξε με δύναμη τη μυτερή πιρούνα προς το μέρος του. Η γυναίκα άφησε το χέρι της κόρης της και έσπρωξε με δύναμη τον άντρα της. Η πιρούνα άλλαξε τροχιά και αντί να βρει την καρδιά του αγγέλου βρήκε ένα από τα φτερά του. Ο χωρικός έπεσε κάτω από τη δύναμη που την πέταξε και το πρόσωπό του γέμισε με αίμα από την πληγωμένη φτερούγα του αγγέλου. Ένα δάκρυ κύλισε από τα μάτια του αγγέλου. Γύρισε προς την Ηλιάνα και της είπε ότι δεν θα ξανάρθει. Προσπάθησε να πετάξει αλλά δε το μόνο που κατάφερε ήταν να πέσει με δύναμη πάνω στο παράθυρο. Το έσπασε και βρέθηκε έξω από το σπίτι γεμάτος με γυαλιά. Οι φωνές του αγγέλου από τον πόνο ακούγονταν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι την νύχτας για αρκετή ώρα, μέχρι που σταδιακά έσβησα....&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Το επόμενο πρωί όλοι τους ήταν πολλοί σκεφτικοί και τρομαγμένοι. &amp;lt;&amp;lt;Τί ήταν αυτό το πλάσμα;&amp;gt;&amp;gt; ρώτησε η Ηλιάνα &amp;lt;&amp;lt;Ξέρεις κάτι;&amp;gt;&amp;gt; απάντησε νευριασμένα η μητέρα της &amp;lt;&amp;lt;βαρέθηκε τις ανόητες ερωτήσεις σου. Ξέρεις τι θα έπρεπε να ρωτήσεις. Θα έπρεπε να ρωτήσεις τι δουλειά θέλω να κάνεις. Κατάλαβες;!!!&amp;gt;&amp;gt; Η γριά γυναίκα πήρε το καλάθι και το πέταξε στα πόδια της Ηλιάνας &amp;lt;&amp;lt;Πήγαινε να μαζέψεις μανιτάρια&amp;gt;&amp;gt;.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Ηλιάνα άρπαξε το καλάθι από κάτω και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. &amp;lt;&amp;lt;Μακάρι να είχα φτερά και να πετούσα μακριά σας&amp;gt;&amp;gt; είπε και άρχισε να τρέχει προς το δάσος. Οι δύο χωρικοί κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και ένα ανεξήγητο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό τους.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Ηλιάνα σταμάτησε μόλις κατάλαβε ότι είχε προχωρήσει βαθιά μέσα στο δάσος. Πέταξε το καλάθι χάμω, στηρίχθηκε σε ένα δέντρο και άρχισε να κλαίει. Πέρασε αρκετή ώρα. Είχε καθίσει δίπλα από το ποτάμι που κυλούσε απαλά και έβρεχε τα πόδια της με το νερό. &amp;lt;&amp;lt;Είναι ανόητη η συμπεριφορά μου&amp;gt;&amp;gt; σκέφτηκε &amp;lt;&amp;lt;οι γονείς μου με αγαπάν και πάντα θέλουν το καλό μου. Πάντα θέλουν το καλύτερο για μένα.&amp;gt;&amp;gt; Έβαλε τα παπούτσια της, πήρε το καλάθι και ξεκίνησε να ψάχνει για μανιτάρια που της ζήτησε η μητέρα της. Έπρεπε να γυρίσει σπίτι της γρήγορα. Θα ανησυχούσαν οι δικοί της.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Δε χρειάστηκε να ψάχνει για αρκετή ώρα γιατί είδε μερικά μανιτάρια κάτω από μία γέρικη βελανιδιά. Έσκυψε και άρχισε να τα μαζεύει. Ήταν πολύ όμορφα μανιτάρια αλλά δεν ήταν αρκετά για να γεμίσει το καλάθι της. Έτσι έκανε ένα γύρω από το μεγάλο κορμό της βελανιδιάς ελπίζοντας να βρει και άλλα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Προς μεγάλη της έκπληξη, στην πίσω μεριά της βελανιδιάς είδε κηλίδες αίματος. Αμέσως πέρασε από το μυαλό της ο πληγωμένος άγγελος. Δεν ήξερε το λόγο για τον οποίο ο πατέρας της ήθελε να τον σκοτώσει, αλλά όποιος και να ήταν, σίγουρα ήταν σημάδι ότι αυτός ο άγγελος ήταν πολύ επικίνδυνος. Φοβήθηκε και γύρισε για να φύγει.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μία μεγάλη κραυγή αντιλάλησε στο δάσος. Αυτό που αντίκρισε η Ηλιάνα μόλις γύρισε ήταν ότι φοβόταν περισσότερο εκείνη τη στιγμή, ο πληγωμένος άγγελος. &amp;lt;&amp;lt;Τί έπαθες;&amp;gt;&amp;gt; ρώτησε γελώντας ο άγγελος. &amp;lt;&amp;lt;σε τρομάζει αυτό που φοράω;&amp;gt;&amp;gt; Ο άγγελος έβγαλε από πάνω το μαύρο ύφασμα με το οποίο είχε τυλιχτεί. Όλο του το σώμα ήταν γεμάτο πληγές, ενώ τα φτερά του έσταζαν ακόμα αίμα. Μόλις άκουσε η Ηλιάνα τη φωνή του αγγέλου γαλήνεψε κατά περίεργο τρόπο και σταμάτησε να φωνάζει. &amp;lt;&amp;lt;Γιατί ήθελε να με σκοτώσει το πατέρας σου Ηλιάνα;&amp;gt;&amp;gt; τη ρώτησε. &amp;lt;&amp;lt;Πώς ξέρεις ότι με λένε Ηλιάνα;&amp;gt;&amp;gt; &amp;lt;&amp;lt;Εγώ σου έδωσα το όνομά σου όταν γεννήθηκες&amp;gt;&amp;gt; &amp;lt;&amp;lt;Δηλαδή ξέρεις για τη μέρα που γεννήθηκα&amp;gt;&amp;gt; ρώτησε η Ηλιάνα με μεγάλο ενθουσιασμό. &amp;lt;&amp;lt;Φυσικά και ξέρω. Είμαι ο άγγελός σου. Όλοι έχετε άγγελο.... εκτός και αν το σκοτώσει ο πατέρας σας...&amp;gt;&amp;gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&amp;lt;&amp;lt;Πες μου για εκείνη τη μέρα. Τί συνέβει;&amp;gt;&amp;gt; &amp;lt;&amp;lt;Όταν γεννιέται ένα παιδί, ένας άγγελος κατεβαίνει από τον ουρανό και δίνει στους γονείς του ένα πάπυρο που μέσα γράφει το όνομά του. Δε μπορώ να σου πω τίποτα άλλο τα υπόλοιπα είναι γραμμένα σε εκείνο τον πάπυρο. Βρίσκεται μέσα στο μαξιλάρι της μητέρας σου. Θα έρθω και απόψε το βράδυ. Ελπίζω να ξημερώσει ακόμα μία μέρα για τον άγγελό σου....&amp;gt;&amp;gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Ηλιάνα ήταν πολύ αναστατωμένη, αλλά προσπαθούσε να κρύψει την αναστάτωσή της για να μην τραβήξει την προσοχή των γονιών της. Άφησε τα μανιτάρια στο τραπέζι και πήγε αμέσως στο υπνοδωμάτιο των γονιών της. Εκείνη τη στιγμή οι γονείς της βρισκόταν στο χωράφι και πότιζαν τις πατάτες. Η Ηλιάνα έπιασε στα χέρια της το μαξιλάρι της μητέρας της και άρχισε να το διαβάζει. &amp;lt;&amp;lt;Με ανώτερη διαταγή ο άγγελος αυτού του παιδιού σας διατάζω να το φωνάζετε Ηλιάνα και να το προσέχετε μέχρι να μεγαλώσει. Όταν μεγαλώσει δε θα είναι πια δικό σας. Εγώ ο ίδιος θα έρθω να του χαρίσω τα φτερά μου για να μπορέσει να πετάξει μακριά από αυτή τη βασανιστική ζωή που εσείς ζείτε. Με τα φτερά του θα μπορεί να ταξιδέψει σε όλα τα μέρη της γης και να ζήσει όπως εκείνο θέλει, μακριά από τη δικιά σας φτώχεια και στεναχώρια. Θα έρθω όταν κλείσει το 18 έτος του. Τη μέρα που το φεγγάρι βαφτεί γαλάζιο. Εκείνο το βράδυ να μη κοιμηθεί η κόρη σας. Χαιρετήστε την, ίσως να μη την ξαναδείτε.&amp;gt;&amp;gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Ηλιάνα έβαλε προσεκτικά το πάπυρο στο μαξιλάρι της μητέρας της. Ήταν πολύ έντονα τα συναισθήματα που ένιωθε, αυτό, όμως, που είχε κυριέψει την καρδιά και το νου της ήταν ο θυμός, ένας θυμός για όσα ήθελαν να της στερήσουν οι γονείς της. Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας. Πήρε το μαχαίρι και άρχισε να το περιεργάζεται. Άρχισε να ψιλοκόβει τα μανιτάρια στο πιάτο που είχε μπροστά της. Πήγαινε για να μαζέψει μανιτάρια μαζί με τη μητέρα της όταν ήταν πολύ μικρή. Είχε μάθει ποια από τα μανιτάρια ήταν κατάλληλα για το φαγητό και ποια μπορούσαν να σε σκοτώσουν. Προς μεγάλη της έκπληξη είδε μέσα στο καλάθι και εκείνο το μανιτάρι, εκείνο που της είχε δείξει κάποτε η μητέρα της και της είπε ότι από αυτό έχουν πεθάνει πολλοί στο χωριό. Η Ηλιάνα το έβγαλε από το καλάθι προσεκτικά και ετοιμάστηκε να το πετάξει. Τα μάτια της κοκκίνισαν. Μετάνιωσε για την κίνηση που πήγε να κάνει. Έβαλε το χέρι της πάλι μέσα από το παράθυρο, το ύψωσε πάνω από το καζάνι με το φαΐ που σιγόβραζε και το έλιωσε σφίγγοντάς το. Όλο το επικίνδυνο μανιτάρι ήταν ανάμεσα στα φασόλια που σιγόβραζαν πάνω από τη φωτιά.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Ηλιάνα πήγε να κοιμηθεί. Όταν ξύπνησε κατάλαβε ότι όσα είδε ήταν ένα τρομακτικό όνειρο και ότι τίποτα από όλα αυτά δεν είχε συμβεί. Άλλαξε βιαστικά και έτρεξε να αγκαλιάσει τους γονείς της που τόσο αγαπούσε. Κατέβηκε τις σκάλες...... και είδε τους γονείς της στο τραπέζι αν είναι γερμένοι πάνω του ολόκληροι..... να κρατούν ένα κουτάλι και οι δυο... και το χέρι τους ακίνητο...τα πρόσωπά τους λευκά και τα μάτια τους ορθάνοιχτα να τη κοιτούν με τρόμο και απόγνωση από την επιφάνεια του τραπεζιού όπου είχε ακουμπήσει το κεφάλι τους....&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η πόρτα άνοιξε... Ένα τρομερό γέλιο ακούστηκε... Μπήκε μέσα ο σκοτεινός άγγελος... και της χάρισε ένα ζευγάρι μαύρα φτερά.....................&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-5534285531778209515?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/5534285531778209515/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/07/blog-post_23.html#comment-form' title='19 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/5534285531778209515'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/5534285531778209515'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/07/blog-post_23.html' title='Σκότωσε και πάρε τα φτερά σου'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><thr:total>19</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-4180461234025143319</id><published>2010-07-22T04:08:00.000-07:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.377-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Το πρόσωπο των ρόδων</title><content type='html'>&lt;a href="Μια φορά κι έναν καιρό σε μια περιοχή πολύ μακριά από εδώ υπήρχε μια πόλη τόσο παράξενη και αλλόκοτη, όσο καμία άλλη πόλη στον κόσμο. Η πόλη αυτή βρισκόταν τοποθετημένη σε μια πεδιάδα, η οποία ήταν κυκλωμένη από τεράστια βουνά. Στα βουνά αυτά πριν από πολύ πολύ καιρό φύτρωναν λουλούδια που είχαν πρόσωπο και μπορούσαν να μιλάνε  και να τραγουδούν και να κάνουν διάφορες γκριμάτσες. Την εποχή που φύτρωναν τα λουλούδια αυτά, όλα ήταν τόσο όμορφα, τόσο φωτεινά. Οι άνθρωποι ξεκινούσαν από τα σπίτια τους και πήγαιναν στα βουνά για να κόψουν ξύλα για τη φωτιά, μιλούσαν με τα λουλούδια και τα φιλούσαν στα ροδοκόκκινα μάγουλά τους για τα όμορφα λόγια που τους έλεγαν. Άνθρωποι και λουλούδια τραγουδούσαν όλοι μαζί και χαίρονταν την ομορφιά του τοπίου.  Κάποια μέρα όμως ο ουρανός σκοτείνιασε... Οι κάτοικοι της όμορφης πόλης ανησύχησαν και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκαν ήταν μήπως είχαν πάθει κάτι τα αγαπημένα τους λουλούδια. Πήραν τα τσεκούρια τους και ξεκίνησαν πάλι για τα βουνά. Καθώς προχωρούσαν όμως η φρίκη στο πρόσωπό τους γινόταν όλο και μεγαλύτερη. Πολλά από τα λουλούδια είχαν χάσει το πρόσωπό τους. Πλέον δεν μπορούσαν ούτε να μιλήσουν, ούτε να γελάσουν, ούτε να τραγουδήσουν, αλλά ούτε να κλάψουν για αυτό που είχαν πάθει. Οι άνθρωποι απόρησαν με αυτό που πάθανε τα λουλούδια και άρχισαν να ρωτούν ο ένας τον άλλον μήπως ήξεραν τι είχε συμβεί. Κανένας δεν μπορούσε να απαντήσει μέχρι που η απάντηση ήρθε από ένα στόμα που τους προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη φρίκη. Είδαν το πρόσωπο ενός λουλουδιού φορεμένο από έναν άνθρωπο να τους λέει ότι μπορούσαν και αυτοί να το βάλλουν και αυτοί στο πρόσωπό τους όπως έκανε και ο ίδιος. Όλοι αρνήθηκαν με θυμό και άρχισαν να τον κυνηγούν. Από εκείνη τη μέρα κάτι άλλαξε στην μικρή πόλη. Όλοι περιφέρονταν στην πόλη σιωπηλοί και σκεφτικοί. Βλέπετε... όλοι είχαν χαρακτηρίσει φρικαλέα την πράξη του άγνωστου ανθρώπου, αλλά επίσης όλοι ήθελαν να έχουν αντί για το δικό τους πρόσωπο το πρόσωπο ενός λουλουδιού. Ας δούμε όμως που έχει πάει το μαγικό πουγκί σε αυτό το παραμύθι... Η Αγγελική όταν μεγάλωσε αρκετά παντρεύτηκε έναν όμορφο ιππότη και έζησαν μαζί απίστευτες περιπέτειες και απίστευτα παραμύθια, όταν, όμως ήρθε η ώρα να πεθάνει η Αγγελική ο καιρός των αγγέλων και των ρόδων δεν είχε φτάσει ακόμα... Η Αγγελική κοίταξε στα μάτια τον γερασμένο ιππότη της και του έδωσε το πουγκί μεταβιβάζοντάς του την κυριότητα.  Ο γερασμένος ιππότης στεναχωρήθηκε τόσο πολύ που δε σταμάτησε να κλαίει ποτέ στη ζωή του. Το μόνο πράγμα που του είχε μείνει από εκείνη ήταν ο καθρέφτης της. Τα δάκρυα τρέχανε από τα μάτια του νύχτα και μέρα. Γι αυτό το λόγο οι υπόλοιποι ιππότες τον φώναζαν λυπημένο ιππότη. Ο λυπημένος ιππότης δεν μπορούσε να φιλάει μόνος του το πουγκί και έτσι αποφάσισε να βρει με κάθε κόστος τους καλύτερους ιππότες της γης, οι οποίοι θα μπορούσαν να ορκιστούν στην αγάπη και στην αλήθεια. Σε ένα χωριό κοντά στο βασίλειο του Παντούφ, τρεις νεαρές κοπέλες είχαν καθίσει σε ένα πηγάδι που το σκέπαζε μια γερασμένη βελανιδιά και μιλούσαν για το σκληρό τρόπο με τον οποίο τους μεταχειρίζονταν ο βασιλιάς τους. Μέσα στο πηγάδι μια γλυκιά μουσική έπαιζε, αλλά οι κοπέλες δεν μπορούσαν να την ακούσουν. Στην πραγματικότητα μόνο ένας είχε καταφέρει να την ακούσει, αλλά μαγεύτηκε τόσο πολύ από τη γλυκιά μελωδία που έβγαλε φτερά και πέταξε και δεν τον ξαναείδε κανένας. Μέσα σε αυτό το πηγάδι υπήρχαν ατελείωτες στοές και αδιέξοδα και μαγικά λυχνάρια και μαργαριτάρια και ρουμπίνια και μυστικά... ατελείωτα μυστικά... Μέσα σε αυτό το πηγάδι, όμως υπήρχε και ένα νεραϊδόσπιτο, όπου ζούσαν οι νεράιδες εκείνου του δάσους. Το νεραϊδόσπιτο αυτό ήταν πολύ φωτεινό γιατί φωτίζονταν από το νεραϊδοφώς, ένα υπέροχο φως που φωτίζει τα βήματα των νεράιδων στο σκοτάδι. Ναι, βλέπετε οι νεράιδες βγαίναν από το πηγάδι κάθε νύχτα και πήγαιναν στο ποτάμι για να πλυθούν και να μιλήσουν με τους σοφούς κένταυρους.  Το προηγούμενο βράδυ ένα κένταυρος ήταν  πάρα πολύ ταραγμένος. Δύο μικρές νεραϊδούλες τον πλησίασαν και τον ρώτησαν τί του συνέβαινε και ήταν τόσο σκεπτικός. Τις λέγαν Άννα - Μαρία και Vale. Ο κένταυρος σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια του και τις είπε ότι το τέλος των ρόδων πλησιάζει. «Από τότε που έμαθαν ότι μπορούν να φορέσουν το πρόσωπο των ρόδων μέρα με τη μέρα τα ρόδα χάνουν το πρόσωπό τους και πεθαίνουν. Αν πεθάνει και το τελευταίο ρόδο θα χαθούμε για πάντα όλοι μας. Όλα τα μαγικά πλάσματα, όλοι θα γίνουμε στάχτη. Ο κένταυρος πλησίασε τις δύο νεράιδες και τους έδειξε το σύννεφο του πορφυρού ουρανού. «Ορκιστείτε» είπε «ότι θα σώσετε τα μαγικά πλάσματα και ολόκληρη τη γη. Ορκιστείτε ότι δε θα αφήσετε να καταστραφεί το τελευταίο ρόδο». Η Άννα - Μαρία, η νεράιδα των πουλιών και η Vale, η νεράιδα του κίτρινου τόξου ακούμπησαν το σύννεφο και ορκίστηκαν.  Τώρα οι δύο νεράιδες κάθονταν μέσα στο πηγάδι και σχεδίαζαν τη μεγάλη τους απόδραση. Για να τηρήσουν τον όρκο τους θα έπρεπε να βγουν απ το πηγάδι. Καθώς μελετούσαν το σχέδιο που είχαν καταστρώσει καθισμένες σε μια πέτρα στο τοίχωμα του πηγαδιού άκουσαν τα κλάματα των τριών κοριτσιών που ήταν από πάνω. Ανέβηκαν σιγά σιγά και έβγαλαν δειλά τα κεφάλια τους από το πηγάδι. Άκουγαν τις κοπέλες για αρκετή ώρα. Έμαθαν για το πόσο άσχημα τους φερόταν ο βασιλιάς τους, άκουσαν για τη μεγάλη πείνα και για τη φτώχεια που ζούσαν, για όσα ονειρεύονταν και δε μπορούσαν να καταφέρουν. Οι δύο νεράιδες λυπήθηκαν πολύ με αυτά που άκουγαν και χωρίς να το καταλάβουν βρέθηκαν να τις αγκαλιάζουν σφιχτά και να τις χαϊδεύουν στο κεφάλι. Η αγκαλιά των νεράιδων ήταν τόσο ζεστή και μαλακή που οι τρεις κοπέλες δε τρόμαξαν, αλλά τις αγκάλιασαν και αυτές και άρχισαν να κλαίνε όλοι μαζί. Όταν συνήλθαν κοιτάχτηκαν και απόρησαν με όσα είχαν συμβεί. «Άννα - Μαρία» είπε η νεράιδα των πουλιών «Vale» είπε η νεράιδα του κίτρινου τόξου. «Κλαίρη», «Νάνση», «Βάσια», είπαν με τη σειρά οι κοπέλες.  Ο λυπημένος ιππότης έψαχνε ασταμάτητα να βρει κάποιον που να μπορούσε να φυλάξει το πουγκί, αλλά κανένας δεν ήταν άξιος. Τα πάθη είχαν κυριεύσει τους ιππότες της εποχής, οι οποίοι διψούσαν για δόξα και εξουσία. Η απληστία είχε κυριεύσει τις ψυχές των ιπποτών. Έτσι αποφάσισε να πάει στο βασίλειο του βασιλιά Παντούφ που φημίζονταν για τη φτώχια των κατοίκων του. Ο λυπημένος ιππότης ήξερε ότι οι φτωχοί είναι οι τιμιότεροι άνθρωποι του κόσμου. Όταν έφτασε είχε ήδη βραδιάσει. Μπήκε μέσα στο κάστρο και έδεσε το άλογό του. Σκούπισε τα μάγουλά του μα τα δάκρυα δε σταματούσαν να κυλούν. Κοίταξε στο φεγγάρι και είδε ένα πρόσωπο. Ήταν σίγουρος ότι είδε την αγαπημένη του Αγγελική. Τέντωσε τα χέρια του να το αγκαλιάσει... τα κατέβασε σιγά, σιγά... έπιασε το κεφάλι του. Άρχισε να περπατά σκυφτός μέσα στα στενά σοκάκια. Περπατούσε κοιτώντας τα αστέρια όταν κοντοστάθηκε απότομα μόλις άκουσε το όνομα Άννα – Μαρία. Έγειρε το κεφάλι του στο κλειστό παράθυρο ενός σπιτιού και άκουσε τη συζήτηση τριών κοριτσιών. -	Η Άννα – Μαρία ήταν πιο όμορφη από τη Vela -	Όχι, εγώ πιστεύω ότι ισχύει το αντίστροφο. -	Παιδιά και οι δυο νεράιδες ήταν. Και οι δύο είχαν ασύγκριτη ομορφιά. -	Ναι δίκιο έχεις. -	Ίσως τις συναντήσουμε ξανά. -	Ίσως. Τώρα θα πάνε να σώσουν τα ρόδα. Μακάρι να μπορούσαμε να πάμε και για να τις βοηθήσουμε. Μακάρι να μπορούσε να γλιτώσουμε από τον τύραννο, τον Παντούφ. Να γλυτώναμε εμείς και οι γονείς μας και όλοι από αυτόν τον απαίσιο. -	Μπορούμε να το σκάσουμε και να τις ακολουθήσουμε. -	Ναι, και να πάμε πού; Στην πόλη που την κυκλώνουν τα βουνά στα οποία φυτρώνουν τα λουλούδια που έχουν πρόσωπο. Ακόμα και μια ζωή να ψάχνουμε δε πρόκειται να τα βρούμε. -	Προτιμώ να αφιερώσω τη ζωή μου για κάτι που έχει αξία παρά για κάτι που παίρνει αξία από την ίδια τη ζωή μας. -	Και εγώ. -	Και εγώ. -	Ετοιμαστείτε τότε. -	Τί; -	ΦΕΥΓΟΥΜΕ Ο λυπημένος ιππότης ήταν σίγουρος ότι είχε βρει αυτό που έψαχνε. Οι κοπέλες έβαλαν κάπες στο κεφάλι τους και βγήκαν από τα τείχη της πόλης. Ο λυπημένος ιππότης τις ακολούθησε σιωπηλά και έφερε στο νου του την πόλη απ όπου είχε περάσει πριν μέρες.   Δεν είχαν περάσει πολλές μέρες από τότε που πέρασε για πρώτη φορά από αυτή την αλλόκοτη πόλη. Μια τρομερή κατάρα είχε πλανηθεί σε ολόκληρη την πόλη. Κάποια μάγισσα ξεγέλασε τους κατοίκους της και τους έκανε να φορέσουν στο πρόσωπό τους τα πρόσωπα των λουλουδιών. Αρχικά είχαν αρνηθεί να κάνουν κάτι τέτοιο, αλλά σιγά, σιγά, ένας, ένας όλοι τα φόρεσαν στο πρόσωπό τους. Όταν και ο τελευταίος κάτοικος φόρεσε ρόδινο πρόσωπο η κακιά μάγισσα μπορούσε να κάνει το μαγικό της ξόρκι. Είπε τα μαγικά λόγια και όλοι όσοι είχαν φορέσει λουλούδινο πρόσωπο έχασαν και το πρόσωπο αυτό και το δικό τους και απόκτησαν ένα αποκρουστικό πρόσωπο. Ήταν τόσο άσχημο που κανένας δεν ήθελε να κυκλοφορεί στο δρόμο με αυτό. Έτσι οι δρόμοι γέμισαν με άμαξες που κουβαλούσαν πίσω από τις μαύρες κουρτίνες τους τα αποκρουστικά πλάσματα. Ήταν όλοι τους τόσο άσχημοι!!! Η μανία τους για την ομορφιά του προσώπου τους έκανε να χάσουν τελείως το μυαλό τους. Τυφλώθηκαν από τη μανία της ομορφιάς και ορκίστηκαν να σκοτώσουν όποιον τολμούσε να έχει ένα πρόσωπο πιο όμορφο από το δικό τους. Μετά ο λυπημένος ιππότης σκέφτηκε πάλι την Αγγελική και αναστέναξε βαθιά βγάζοντας έναν λυγμό πόνου. Δεν άντεχε άλλο να είναι μακριά της. Τα κορίτσια άκουσαν τον αναστεναγμό από μακριά και κοντοστάθηκαν φοβισμένες. Ο λυπημένος ιππότης δεν μπορούσε να κρύβετε άλλο έπρεπε να εμφανιστεί τις πλησίασε και τους είπε όλα όσα ήξερε για την παράξενη πόλη που έψαχναν. Τους ρώτησε με απορία για την Άννα – Μαρία και τους έδωσε το πολύτιμο πουγκί. «Όσο υπάρχει αυτό θα υπάρχει και ελπίδα» είπε, τους έδωσε τον καθρέφτη του και άρχισε να απομακρύνεται. Όσο απομακρυνόταν ένα λυπητερό τραγούδι στόλιζε την πρωινή αυγή. Τα σύννεφα κοκκίνισαν για να υποδεχτούν τον όμορφο ήλιο. Η Κλαίρη, η Νάνσυ και η Βάσια κοίταξαν με απορία τον καθρέφτη, μετά τράβηξαν προς την κατεύθυνση που τους έδειξε ο ιππότης και έσφιξαν το πουγκί μέσα στη χούφτα τους.  Η Άννα – Μαρία και η Vale έφτασαν στην αλλόκοτη πόλη το προηγούμενο βράδυ. Τα δάση στα βουνά που κύκλωναν την πόλη είχαν ξεραθεί και το φως των αστεριών δεν τολμούσε να πλησιάσει στην καταραμένη πόλη μήπως και φωτίσουν κάποιο από τα αποκρουστικά πρόσωπα και χαλάσει η ομορφιά της ξάστερης νύχτας. Οι δύο νεράιδες δεν γνώριζαν για το ξόρκι της κακιάς μάγισσα, ούτε για τον όρκο που είχαν δώσει τα άσχημα πλάσματα και αποφάσισαν να μπουν μέσα στην πόλη και να εμφανιστούν ως νεράιδες. Ήταν σίγουρες ότι αν γινόταν αυτό θα ήταν τόσο μεγάλη η έκπληξη των κατοίκων της πόλης που θα έκαναν ότι τους ζητούσαν. Έτσι αυτές θα τους έλεγαν για τις συνέπειες της άσχημης πράξης τους και αυτοί θα έβγαζαν από πάνω τους τα ρόδινα πρόσωπα και θα τα επέστρεφαν στα λουλούδια. Τα πράγματα όμως δεν έγιναν έτσι... Όταν μπήκαν στην πόλη οι δύο νεράιδες το μόνο που είδαν ήταν τι άμαξες με τις μαύρες κουρτίνες στα παράθυρά τους να περιφέρονται στην πόλη. Τίποτα άλλο δεν υπήρχε. Μόνο οι άμαξες και μια βαριά πυκνή ομίχλη και σκοτάδι... βαθύ σκοτάδι... Οι νεράιδες περπατούσαν στους παράξενους δρόμους της αλλόκοτης πόλης και δεν ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν μέχρι που φύσηξε ο άνεμος και τράβηξε τη κουρτίνα από μια άμαξα που πέρασε από μπροστά τους το αποκρουστικό πλάσμα που βρίσκονταν μέσα στην άμαξα τις κοίταξε με απίστευτη κακία και άρχισε να φωνάζει με μανία «ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΕΣ, ΕΧΟΥΝ ΟΜΟΡΦΑ ΠΡΟΣΩΠΑΑΑΑΑΑΑ». Αμέσως σταμάτησαν να κινούνται όλες οι άμαξες. Μια αφύσικη παγωνιά απλώθηκε γύρω. Η ομίχλη έγινε ακόμα πιο πυκνή. Όλα τα άσχημα πλάσματα βγήκαν από τις άμαξες και πλησίασαν τις δύο νεράιδες. Τα πρόσωπά τους φωτίστηκαν από το πιο σκοτεινό φως του κόσμου.  Η Κλαίρη, η Νάνση και η Βάσια έχοντας ακούσει για τα πλάσματα αυτά σταμάτησαν αρκετά έξω από την πόλη και έμειναν σε μία σπηλιά που βρήκαν. Πήραν κερί και έφτιαξαν τρεις πολύ άσχημες μάσκες και τις φόρεσαν. Κοίταξαν τον εαυτό τους στον καθρέφτη που τους είχε δώσει ο ιππότης και έβαλαν τα γέλια. «Τελικά σε κάτι μας χρησίμευσε» είπε η Κλαίρη. Το επόμενο βράδυ οι τρεις κοπέλες φόρεσαν τις άσχημες μάσκες και μπήκαν στην πόλη. Είδαν ακριβώς το ίδιο θέαμα που αντίκρισαν και οι δυο νεράιδες. Το σχέδιό τους ήταν απλό. Θα έκαναν μία άμαξα να τους ακολουθήσει τραβώντας την προσοχή του πλάσματος που βρίσκονταν μέσα σε αυτή. Έτσι κι έγινε. Το παράξενο πλάσμα τις ακολούθησε ως τη σπηλιά τους. Μόλις σιγουρεύτηκαν οι τρεις κοπέλες ότι ήταν μόνοι τους όρμισαν πάνω στο παράξενο πλάσμα και του τραβούσαν με δύναμη το άσχημο πρόσωπό του μέχρι που κατάφερναν να το βγάλουν. Τότε προς μεγάλη τους έκπληξη διαπίστωσαν ότι πίσω από το πρόσωπο αυτό υπήρχε ένα άλλο, όμορφο και ανθρώπινο. Ο άνθρωπος φώναζε από φόβο και από πόνο, αλλά, όταν είδε τον εαυτό του στον καθρέφτη που του έδωσαν οι τρεις κοπέλες  αμέσως σταμάτησε να φωνάζει. Θυμήθηκε τη παλιά του ζωή... και άλλαξε ζωή. Το ίδιο συνέβαινε για αμέτρητες μέρες. Οι τρεις κοπέλες φορούσαν τις μάσκες τους και πήγαιναν στην αλλόκοτη πόλη για να χαρίσουν την  ανθρωπιά σε ακόμα ένα πλάσμα. Πέρασε τόσο καιρός φορώντας τις μάσκες που από κάποια στιγμή και μετά οι όμορφες κοπέλες δεν μπορούσαν να τις βγάλουν από το πρόσωπό τους. Οι ίδιες είχαν γίνει για πάντα άσχημες προκειμένου να κάνουν όλους τους άλλους όμορφους. Πέρασαν αρκετά χρόνια μέχρι που κάποια μέρα οι τρεις κοπέλες γύρισαν στην σπηλιά μόνες τους. Στην πόλη δεν υπήρχε ούτε μία άμαξα.  Τί τέλειωσε?  Όχι η συνέχεια είναι στο μυαλό μου... Ίσως να σας την πω στο επόμενο παραμύθι, ίσως να μου τη ρωτήσετε και να σας την απαντήσω σε mail, ίσως στο fb, ίσως στο msn, ίσως να την κρατήσω και καλά φυλαγμένη στο μυαλό μου......................... Για την Κλαίρη, την Νάνση και τη Βάσια Για την Άννα – Μαρία και τη Vale   "&gt;&lt;img class="alignleft" src="http://api.ning.com/files/48QARRXXQ9CYuXCfFltUgxxkhrNbUK2PVC1KH3tdhjsbGIag1qVgRglx7MdNKZR8WuBqf97dGQ10AIxsS8vpUgIvI8EF4V6n/PansLabyrinthframe19572.JPG" alt="" width="474" height="349" /&gt;&lt;/a&gt;Μια φορά κι έναν καιρό σε μια περιοχή πολύ μακριά από εδώ υπήρχε μια πόλη τόσο παράξενη και αλλόκοτη, όσο καμία άλλη πόλη στον κόσμο. Η πόλη αυτή βρισκόταν τοποθετημένη σε μια πεδιάδα, η οποία ήταν κυκλωμένη από τεράστια βουνά. Στα βουνά αυτά πριν από πολύ πολύ καιρό φύτρωναν λουλούδια που είχαν πρόσωπο και μπορούσαν να μιλάνε  και να τραγουδούν και να κάνουν διάφορες γκριμάτσες. Την εποχή που φύτρωναν τα λουλούδια αυτά, όλα ήταν τόσο όμορφα, τόσο φωτεινά. Οι άνθρωποι ξεκινούσαν από τα σπίτια τους και πήγαιναν στα βουνά για να κόψουν ξύλα για τη φωτιά, μιλούσαν με τα λουλούδια και τα φιλούσαν στα ροδοκόκκινα μάγουλά τους για τα όμορφα λόγια που τους έλεγαν. Άνθρωποι και λουλούδια τραγουδούσαν όλοι μαζί και χαίρονταν την ομορφιά του τοπίου.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Κάποια μέρα όμως ο ουρανός σκοτείνιασε... &lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;Οι κάτοικοι της όμορφης πόλης ανησύχησαν και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκαν ήταν μήπως είχαν πάθει κάτι τα αγαπημένα τους λουλούδια. Πήραν τα τσεκούρια τους και ξεκίνησαν πάλι για τα βουνά. Καθώς προχωρούσαν όμως η φρίκη στο πρόσωπό τους γινόταν όλο και μεγαλύτερη. Πολλά από τα λουλούδια είχαν χάσει το πρόσωπό τους. Πλέον δεν μπορούσαν ούτε να μιλήσουν, ούτε να γελάσουν, ούτε να τραγουδήσουν, αλλά ούτε να κλάψουν για αυτό που είχαν πάθει. Οι άνθρωποι απόρησαν με αυτό που πάθανε τα λουλούδια και άρχισαν να ρωτούν ο ένας τον άλλον μήπως ήξεραν τι είχε συμβεί. Κανένας δεν μπορούσε να απαντήσει μέχρι που η απάντηση ήρθε από ένα στόμα που τους προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη φρίκη. Είδαν το πρόσωπο ενός λουλουδιού φορεμένο από έναν άνθρωπο να τους λέει ότι μπορούσαν και αυτοί να το βάλλουν και αυτοί στο πρόσωπό τους όπως έκανε και ο ίδιος. Όλοι αρνήθηκαν με θυμό και άρχισαν να τον κυνηγούν.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Από εκείνη τη μέρα κάτι άλλαξε στην μικρή πόλη. Όλοι περιφέρονταν στην πόλη σιωπηλοί και σκεφτικοί. Βλέπετε... όλοι είχαν χαρακτηρίσει φρικαλέα την πράξη του άγνωστου ανθρώπου, αλλά επίσης όλοι ήθελαν να έχουν αντί για το δικό τους πρόσωπο το πρόσωπο ενός λουλουδιού.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ας δούμε όμως που έχει πάει το μαγικό πουγκί σε αυτό το παραμύθι... Η Αγγελική όταν μεγάλωσε αρκετά παντρεύτηκε έναν όμορφο ιππότη και έζησαν μαζί απίστευτες περιπέτειες και απίστευτα παραμύθια, όταν, όμως ήρθε η ώρα να πεθάνει η Αγγελική ο καιρός των αγγέλων και των ρόδων δεν είχε φτάσει ακόμα... Η Αγγελική κοίταξε στα μάτια τον γερασμένο ιππότη της και του έδωσε το πουγκί μεταβιβάζοντάς του την κυριότητα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο γερασμένος ιππότης στεναχωρήθηκε τόσο πολύ που δε σταμάτησε να κλαίει ποτέ στη ζωή του. Το μόνο πράγμα που του είχε μείνει από εκείνη ήταν ο καθρέφτης της. Τα δάκρυα τρέχανε από τα μάτια του νύχτα και μέρα. Γι αυτό το λόγο οι υπόλοιποι ιππότες τον φώναζαν λυπημένο ιππότη. Ο λυπημένος ιππότης δεν μπορούσε να φιλάει μόνος του το πουγκί και έτσι αποφάσισε να βρει με κάθε κόστος τους καλύτερους ιππότες της γης, οι οποίοι θα μπορούσαν να ορκιστούν στην αγάπη και στην αλήθεια.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Σε ένα χωριό κοντά στο βασίλειο του Παντούφ, τρεις νεαρές κοπέλες είχαν καθίσει σε ένα πηγάδι που το σκέπαζε μια γερασμένη βελανιδιά και μιλούσαν για το σκληρό τρόπο με τον οποίο τους μεταχειρίζονταν ο βασιλιάς τους.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μέσα στο πηγάδι μια γλυκιά μουσική έπαιζε, αλλά οι κοπέλες δεν μπορούσαν να την ακούσουν. Στην πραγματικότητα μόνο ένας είχε καταφέρει να την ακούσει, αλλά μαγεύτηκε τόσο πολύ από τη γλυκιά μελωδία που έβγαλε φτερά και πέταξε και δεν τον ξαναείδε κανένας. Μέσα σε αυτό το πηγάδι υπήρχαν ατελείωτες στοές και αδιέξοδα και μαγικά λυχνάρια και μαργαριτάρια και ρουμπίνια και μυστικά... ατελείωτα μυστικά... Μέσα σε αυτό το πηγάδι, όμως υπήρχε και ένα νεραϊδόσπιτο, όπου ζούσαν οι νεράιδες εκείνου του δάσους. Το νεραϊδόσπιτο αυτό ήταν πολύ φωτεινό γιατί φωτίζονταν από το νεραϊδοφώς, ένα υπέροχο φως που φωτίζει τα βήματα των νεράιδων στο σκοτάδι. Ναι, βλέπετε οι νεράιδες βγαίναν από το πηγάδι κάθε νύχτα και πήγαιναν στο ποτάμι για να πλυθούν και να μιλήσουν με τους σοφούς κένταυρους.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Το προηγούμενο βράδυ ένα κένταυρος ήταν  πάρα πολύ ταραγμένος. Δύο μικρές νεραϊδούλες τον πλησίασαν και τον ρώτησαν τί του συνέβαινε και ήταν τόσο σκεπτικός. Τις λέγαν Άννα - Μαρία και Vale. Ο κένταυρος σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια του και τις είπε ότι το τέλος των ρόδων πλησιάζει. «Από τότε που έμαθαν ότι μπορούν να φορέσουν το πρόσωπο των ρόδων μέρα με τη μέρα τα ρόδα χάνουν το πρόσωπό τους και πεθαίνουν. Αν πεθάνει και το τελευταίο ρόδο θα χαθούμε για πάντα όλοι μας. Όλα τα μαγικά πλάσματα, όλοι θα γίνουμε στάχτη. Ο κένταυρος πλησίασε τις δύο νεράιδες και τους έδειξε το σύννεφο του πορφυρού ουρανού. «Ορκιστείτε» είπε «ότι θα σώσετε τα μαγικά πλάσματα και ολόκληρη τη γη. Ορκιστείτε ότι δε θα αφήσετε να καταστραφεί το τελευταίο ρόδο». Η Άννα - Μαρία, η νεράιδα των πουλιών και η Vale, η νεράιδα του κίτρινου τόξου ακούμπησαν το σύννεφο και ορκίστηκαν.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Τώρα οι δύο νεράιδες κάθονταν μέσα στο πηγάδι και σχεδίαζαν τη μεγάλη τους απόδραση. Για να τηρήσουν τον όρκο τους θα έπρεπε να βγουν απ το πηγάδι. Καθώς μελετούσαν το σχέδιο που είχαν καταστρώσει καθισμένες σε μια πέτρα στο τοίχωμα του πηγαδιού άκουσαν τα κλάματα των τριών κοριτσιών που ήταν από πάνω. Ανέβηκαν σιγά σιγά και έβγαλαν δειλά τα κεφάλια τους από το πηγάδι. Άκουγαν τις κοπέλες για αρκετή ώρα. Έμαθαν για το πόσο άσχημα τους φερόταν ο βασιλιάς τους, άκουσαν για τη μεγάλη πείνα και για τη φτώχεια που ζούσαν, για όσα ονειρεύονταν και δε μπορούσαν να καταφέρουν. Οι δύο νεράιδες λυπήθηκαν πολύ με αυτά που άκουγαν και χωρίς να το καταλάβουν βρέθηκαν να τις αγκαλιάζουν σφιχτά και να τις χαϊδεύουν στο κεφάλι. Η αγκαλιά των νεράιδων ήταν τόσο ζεστή και μαλακή που οι τρεις κοπέλες δε τρόμαξαν, αλλά τις αγκάλιασαν και αυτές και άρχισαν να κλαίνε όλοι μαζί. Όταν συνήλθαν κοιτάχτηκαν και απόρησαν με όσα είχαν συμβεί. «Άννα - Μαρία» είπε η νεράιδα των πουλιών «Vale» είπε η νεράιδα του κίτρινου τόξου. «Κλαίρη», «Νάνση», «Βάσια», είπαν με τη σειρά οι κοπέλες.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο λυπημένος ιππότης έψαχνε ασταμάτητα να βρει κάποιον που να μπορούσε να φυλάξει το πουγκί, αλλά κανένας δεν ήταν άξιος. Τα πάθη είχαν κυριεύσει τους ιππότες της εποχής, οι οποίοι διψούσαν για δόξα και εξουσία. Η απληστία είχε κυριεύσει τις ψυχές των ιπποτών. Έτσι αποφάσισε να πάει στο βασίλειο του βασιλιά Παντούφ που φημίζονταν για τη φτώχια των κατοίκων του. Ο λυπημένος ιππότης ήξερε ότι οι φτωχοί είναι οι τιμιότεροι άνθρωποι του κόσμου. Όταν έφτασε είχε ήδη βραδιάσει. Μπήκε μέσα στο κάστρο και έδεσε το άλογό του. Σκούπισε τα μάγουλά του μα τα δάκρυα δε σταματούσαν να κυλούν. Κοίταξε στο φεγγάρι και είδε ένα πρόσωπο. Ήταν σίγουρος ότι είδε την αγαπημένη του Αγγελική. Τέντωσε τα χέρια του να το αγκαλιάσει... τα κατέβασε σιγά, σιγά... έπιασε το κεφάλι του. Άρχισε να περπατά σκυφτός μέσα στα στενά σοκάκια. Περπατούσε κοιτώντας τα αστέρια όταν κοντοστάθηκε απότομα μόλις άκουσε το όνομα Άννα – Μαρία. Έγειρε το κεφάλι του στο κλειστό παράθυρο ενός σπιτιού και άκουσε τη συζήτηση τριών κοριτσιών.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Η Άννα – Μαρία ήταν πιο όμορφη από τη Vela&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Όχι, εγώ πιστεύω ότι ισχύει το αντίστροφο.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Παιδιά και οι δυο νεράιδες ήταν. Και οι δύο είχαν ασύγκριτη ομορφιά.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Ναι δίκιο έχεις.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Ίσως τις συναντήσουμε ξανά.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Ίσως. Τώρα θα πάνε να σώσουν τα ρόδα. Μακάρι να μπορούσαμε να πάμε και για να τις βοηθήσουμε. Μακάρι να μπορούσε να γλιτώσουμε από τον τύραννο, τον Παντούφ. Να γλυτώναμε εμείς και οι γονείς μας και όλοι από αυτόν τον απαίσιο.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Μπορούμε να το σκάσουμε και να τις ακολουθήσουμε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Ναι, και να πάμε πού; Στην πόλη που την κυκλώνουν τα βουνά στα οποία φυτρώνουν τα λουλούδια που έχουν πρόσωπο. Ακόμα και μια ζωή να ψάχνουμε δε πρόκειται να τα βρούμε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Προτιμώ να αφιερώσω τη ζωή μου για κάτι που έχει αξία παρά για κάτι που παίρνει αξία από την ίδια τη ζωή μας.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Και εγώ.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Και εγώ.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Ετοιμαστείτε τότε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Τί;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        ΦΕΥΓΟΥΜΕ&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο λυπημένος ιππότης ήταν σίγουρος ότι είχε βρει αυτό που έψαχνε. Οι κοπέλες έβαλαν κάπες στο κεφάλι τους και βγήκαν από τα τείχη της πόλης. Ο λυπημένος ιππότης τις ακολούθησε σιωπηλά και έφερε στο νου του την πόλη απ όπου είχε περάσει πριν μέρες.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Δεν είχαν περάσει πολλές μέρες από τότε που πέρασε για πρώτη φορά από αυτή την αλλόκοτη πόλη. Μια τρομερή κατάρα είχε πλανηθεί σε ολόκληρη την πόλη. Κάποια μάγισσα ξεγέλασε τους κατοίκους της και τους έκανε να φορέσουν στο πρόσωπό τους τα πρόσωπα των λουλουδιών. Αρχικά είχαν αρνηθεί να κάνουν κάτι τέτοιο, αλλά σιγά, σιγά, ένας, ένας όλοι τα φόρεσαν στο πρόσωπό τους. Όταν και ο τελευταίος κάτοικος φόρεσε ρόδινο πρόσωπο η κακιά μάγισσα μπορούσε να κάνει το μαγικό της ξόρκι. Είπε τα μαγικά λόγια και όλοι όσοι είχαν φορέσει λουλούδινο πρόσωπο έχασαν και το πρόσωπο αυτό και το δικό τους και απόκτησαν ένα αποκρουστικό πρόσωπο. Ήταν τόσο άσχημο που κανένας δεν ήθελε να κυκλοφορεί στο δρόμο με αυτό. Έτσι οι δρόμοι γέμισαν με άμαξες που κουβαλούσαν πίσω από τις μαύρες κουρτίνες τους τα αποκρουστικά πλάσματα. Ήταν όλοι τους τόσο άσχημοι!!! Η μανία τους για την ομορφιά του προσώπου τους έκανε να χάσουν τελείως το μυαλό τους. Τυφλώθηκαν από τη μανία της ομορφιάς και ορκίστηκαν να σκοτώσουν όποιον τολμούσε να έχει ένα πρόσωπο πιο όμορφο από το δικό τους. Μετά ο λυπημένος ιππότης σκέφτηκε πάλι την Αγγελική και αναστέναξε βαθιά βγάζοντας έναν λυγμό πόνου. Δεν άντεχε άλλο να είναι μακριά της. Τα κορίτσια άκουσαν τον αναστεναγμό από μακριά και κοντοστάθηκαν φοβισμένες. Ο λυπημένος ιππότης δεν μπορούσε να κρύβετε άλλο έπρεπε να εμφανιστεί τις πλησίασε και τους είπε όλα όσα ήξερε για την παράξενη πόλη που έψαχναν. Τους ρώτησε με απορία για την Άννα – Μαρία και τους έδωσε το πολύτιμο πουγκί. «Όσο υπάρχει αυτό θα υπάρχει και ελπίδα» είπε, τους έδωσε τον καθρέφτη του και άρχισε να απομακρύνεται. Όσο απομακρυνόταν ένα λυπητερό τραγούδι στόλιζε την πρωινή αυγή. Τα σύννεφα κοκκίνισαν για να υποδεχτούν τον όμορφο ήλιο. Η Κλαίρη, η Νάνσυ και η Βάσια κοίταξαν με απορία τον καθρέφτη, μετά τράβηξαν προς την κατεύθυνση που τους έδειξε ο ιππότης και έσφιξαν το πουγκί μέσα στη χούφτα τους.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Άννα – Μαρία και η Vale έφτασαν στην αλλόκοτη πόλη το προηγούμενο βράδυ. Τα δάση στα βουνά που κύκλωναν την πόλη είχαν ξεραθεί και το φως των αστεριών δεν τολμούσε να πλησιάσει στην καταραμένη πόλη μήπως και φωτίσουν κάποιο από τα αποκρουστικά πρόσωπα και χαλάσει η ομορφιά της ξάστερης νύχτας. Οι δύο νεράιδες δεν γνώριζαν για το ξόρκι της κακιάς μάγισσα, ούτε για τον όρκο που είχαν δώσει τα άσχημα πλάσματα και αποφάσισαν να μπουν μέσα στην πόλη και να εμφανιστούν ως νεράιδες. Ήταν σίγουρες ότι αν γινόταν αυτό θα ήταν τόσο μεγάλη η έκπληξη των κατοίκων της πόλης που θα έκαναν ότι τους ζητούσαν. Έτσι αυτές θα τους έλεγαν για τις συνέπειες της άσχημης πράξης τους και αυτοί θα έβγαζαν από πάνω τους τα ρόδινα πρόσωπα και θα τα επέστρεφαν στα λουλούδια. Τα πράγματα όμως δεν έγιναν έτσι... Όταν μπήκαν στην πόλη οι δύο νεράιδες το μόνο που είδαν ήταν τι άμαξες με τις μαύρες κουρτίνες στα παράθυρά τους να περιφέρονται στην πόλη. Τίποτα άλλο δεν υπήρχε. Μόνο οι άμαξες και μια βαριά πυκνή ομίχλη και σκοτάδι... βαθύ σκοτάδι... Οι νεράιδες περπατούσαν στους παράξενους δρόμους της αλλόκοτης πόλης και δεν ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν μέχρι που φύσηξε ο άνεμος και τράβηξε τη κουρτίνα από μια άμαξα που πέρασε από μπροστά τους το αποκρουστικό πλάσμα που βρίσκονταν μέσα στην άμαξα τις κοίταξε με απίστευτη κακία και άρχισε να φωνάζει με μανία «ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΕΣ, ΕΧΟΥΝ ΟΜΟΡΦΑ ΠΡΟΣΩΠΑΑΑΑΑΑΑ». Αμέσως σταμάτησαν να κινούνται όλες οι άμαξες. Μια αφύσικη παγωνιά απλώθηκε γύρω. Η ομίχλη έγινε ακόμα πιο πυκνή. Όλα τα άσχημα πλάσματα βγήκαν από τις άμαξες και πλησίασαν τις δύο νεράιδες. Τα πρόσωπά τους φωτίστηκαν από το πιο σκοτεινό φως του κόσμου.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Κλαίρη, η Νάνση και η Βάσια έχοντας ακούσει για τα πλάσματα αυτά σταμάτησαν αρκετά έξω από την πόλη και έμειναν σε μία σπηλιά που βρήκαν. Πήραν κερί και έφτιαξαν τρεις πολύ άσχημες μάσκες και τις φόρεσαν. Κοίταξαν τον εαυτό τους στον καθρέφτη που τους είχε δώσει ο ιππότης και έβαλαν τα γέλια. «Τελικά σε κάτι μας χρησίμευσε» είπε η Κλαίρη. Το επόμενο βράδυ οι τρεις κοπέλες φόρεσαν τις άσχημες μάσκες και μπήκαν στην πόλη. Είδαν ακριβώς το ίδιο θέαμα που αντίκρισαν και οι δυο νεράιδες. Το σχέδιό τους ήταν απλό. Θα έκαναν μία άμαξα να τους ακολουθήσει τραβώντας την προσοχή του πλάσματος που βρίσκονταν μέσα σε αυτή. Έτσι κι έγινε. Το παράξενο πλάσμα τις ακολούθησε ως τη σπηλιά τους. Μόλις σιγουρεύτηκαν οι τρεις κοπέλες ότι ήταν μόνοι τους όρμισαν πάνω στο παράξενο πλάσμα και του τραβούσαν με δύναμη το άσχημο πρόσωπό του μέχρι που κατάφερναν να το βγάλουν. Τότε προς μεγάλη τους έκπληξη διαπίστωσαν ότι πίσω από το πρόσωπο αυτό υπήρχε ένα άλλο, όμορφο και ανθρώπινο. Ο άνθρωπος φώναζε από φόβο και από πόνο, αλλά, όταν είδε τον εαυτό του στον καθρέφτη που του έδωσαν οι τρεις κοπέλες  αμέσως σταμάτησε να φωνάζει. Θυμήθηκε τη παλιά του ζωή... και άλλαξε ζωή. Το ίδιο συνέβαινε για αμέτρητες μέρες. Οι τρεις κοπέλες φορούσαν τις μάσκες τους και πήγαιναν στην αλλόκοτη πόλη για να χαρίσουν την  ανθρωπιά σε ακόμα ένα πλάσμα. Πέρασε τόσο καιρός φορώντας τις μάσκες που από κάποια στιγμή και μετά οι όμορφες κοπέλες δεν μπορούσαν να τις βγάλουν από το πρόσωπό τους. Οι ίδιες είχαν γίνει για πάντα άσχημες προκειμένου να κάνουν όλους τους άλλους όμορφους. Πέρασαν αρκετά χρόνια μέχρι που κάποια μέρα οι τρεις κοπέλες γύρισαν στην σπηλιά μόνες τους. Στην πόλη δεν υπήρχε ούτε μία άμαξα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Τί τέλειωσε?&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Όχι η συνέχεια είναι στο μυαλό μου... Ίσως να σας την πω στο επόμενο παραμύθι, ίσως να μου τη ρωτήσετε και να σας την απαντήσω σε mail, ίσως στο fb, ίσως στο msn, ίσως να την κρατήσω και καλά φυλαγμένη στο μυαλό μου.........................&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Για την Κλαίρη, την Νάνση και τη Βάσια&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Για την Άννα – Μαρία και τη Vale&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;a href="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/07/cf84cebf-cf80cf81cf8ccf83cf89cf80cebf-cf84cf89cebd-cf81cf8cceb4cf89cebd.jpg"&gt;&lt;img class="aligncenter size-medium wp-image-361" title="το πρόσωπο των ρόδων" src="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/07/cf84cebf-cf80cf81cf8ccf83cf89cf80cebf-cf84cf89cebd-cf81cf8cceb4cf89cebd.jpg?w=300" alt="" width="300" height="225" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-4180461234025143319?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/4180461234025143319/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/07/blog-post_22.html#comment-form' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/4180461234025143319'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/4180461234025143319'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/07/blog-post_22.html' title='Το πρόσωπο των ρόδων'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-4953009201026204115</id><published>2010-06-04T07:59:00.000-07:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.386-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Νεράιδα Σεραφίνα πληγωμένος εαυτός</title><content type='html'>&lt;p style="text-align:center;"&gt;&lt;strong&gt;ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ&lt;/strong&gt; &lt;a href="http://adamhbl.blogspot.com/2010/05/adiemus.html" target="_blank"&gt;adiemous&lt;/a&gt;&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;&lt;p style="text-align:center;"&gt;&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;&lt;p style="text-align:center;"&gt;&lt;img class="aligncenter" src="http://intuitionlight.com/wp-content/uploads/2009/09/paintings.jpg" alt="" width="600" height="768" /&gt;&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;&lt;p style="text-align:center;"&gt;&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;&lt;p style="text-align:center;"&gt;&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;&lt;p style="text-align:center;"&gt;&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;&lt;p style="text-align:center;"&gt;&lt;img class="aligncenter" src="http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S6jStTZQQTI/AAAAAAAAAVY/MzLiNucJIDE/s320/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png" alt="" width="154" height="185" /&gt;&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;&lt;p style="text-align:center;"&gt;&lt;strong&gt;προτείνεται να διαβαστεί με τη συνοδεία της μουσικής &lt;/strong&gt;&lt;a href="http://adamhbl.blogspot.com/2010/05/adiemus.html" target="_blank"&gt;adiemus&lt;/a&gt;&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;Μια φορά κι έναν καιρό σε μια χώρα πολύ μακριά από εδώ ζούσαν μερικοί άνθρωποι μεταξύ τους και με τους εαυτούς τους. Κάθε ένας από αυτούς είχε να δείξει έναν άνθρωπο πανομοιότυπο με τον ίδιο, μόνο που δεν ήταν ο δίδυμος αδερφός του, αλλά ο κακόβουλος εαυτός του. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν σαν μοναδικό στόχο στη ζωή τους να καταφέρουν να πιουν από τις 12 πηγές του κυανού λιβαδιού. Όποιος τα κατάφερνε θα συνέχιζε να ζει όπως είχε μάθει μέχρι τώρα, ενώ όποιος δε τα κατάφερνε θα άλλαζε η ζωή του είτε προς το καλύτερο, είτε προς το χειρότερο.&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Οι άνθρωποι ζούσαν πολύ καλά σε αυτή τη χώρα. Γελούσαν και τραγουδούσαν σε κάθε γιορτή και γιορτή είχαν κάθε μέρα. Ακόμα πήγαιναν να κάνουν μπάνιο στη θάλασσα των γαλάζιων ονείρων και έβλεπαν το ηλιοβασίλεμα από την κορυφή του λευκόχρυσου όρους.  Ήταν πολύ χαρούμενοι και δεν ήθελαν να αλλάξει στο παραμικρό η ζωή τους.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Αντίθετα, οι εαυτοί τους δεν άντεχαν αυτή τη ζωή. Ζητούσαν απεγνωσμένα να αλλάξει κάτι, οτιδήποτε. Δε φταίει το γεγονός ότι δεν τους άρεσε να ζουν μια ζωή όπως αρέσει στον κάθε άνθρωπο, απλά φταίει το γεγονός ότι είχαν διαφορετικά μάτια από τους αντίστοιχους ανθρώπους και έτσι έβλεπαν την ίδια ζωή με άλλα μάτια, κάτι που τους έκανε να ζητάνε ή άλλα μάτια ή άλλη ζωή.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Τα διαφορετικά μάτια των ανθρώπων και των εαυτών τους, τους έκαναν να βρίσκονται σε ένα διαρκή πόλεμο. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να πιουν από τις 12 πηγές του κυανού λιβαδιού για να συνεχίσουν να ζουν τη ζωή που αγάπησαν και οι αντίστοιχοι εαυτοί τους προσπαθούσαν να τους εμποδίσουν για να αλλάξει αυτή η ζωή που δε μπορούσαν να αγαπήσουν.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο Στάθης ήταν ένας καλόκαρδος άνθρωπος που του άρεσε να πλέκει χρωματιστά καλάθια και να τρώει ψημένα αμύγδαλα. Ο Στάθης, όπως και οι υπόλοιποι κάτοικοι της χώρας αυτής, προσπαθούσε με όλες του τις δυνάμεις, από τότε που έμαθε τι θα κερδίσει αν τα καταφέρει, να πιει και από τις 12 πηγές του κυανού λιβαδιού.  Πήγαινε στο κυανό λιβάδι μία φορά κάθε δεύτερη βδομάδα. Βλέπετε ο Στάθης είχε πολύ δουλειά να κάνει με τα χρωματιστά του καλάθια και δε μπορούσε να φεύγει όποτε ήθελε. Άλλωστε το κυανό λιβάδι ήταν πέρα από τους 3 λόφους που έζωναν την όμορφη χώρα τους. Υπήρχαν διάφορες αφηγήσεις για το κυανό λιβάδι. Πολλοί γέροντες έλεγαν ότι, όταν ήταν μικρά παιδιά έτυχε να παίζουν σε αυτό το πανέμορφο λιβάδι και τότε εμφανίστηκαν μπροστά τους ξωτικά ντυμένα χωρικοί, των οποίων, όμως, τα πρόσωπα φωτίζονταν με μία ανεξήγητη λάμψη. Σχεδόν κανείς δεν έλεγε ότι πίστευε σε αυτές τις ιστορίες, αν και όλοι τις πίστευαν. Μόνο ο γέρο-Στάθης παραδεχόταν ότι αυτές οι ιστορίες ήταν πέρα για πέρα αληθινές. Πολλοί έλεγαν ότι πήγαινε στο κυανό λιβάδι μόνο και μόνο για να συναντήσει αυτά τα παράξενα πλάσματα και όχι επειδή ήθελε να πιει από  τις 12 πηγές. Ίσως να είχαν και δίκιο. Κανείς δεν ξέρει. Ο μόνος που τον ακολουθούσε ήταν ο εαυτός του, ο οποίος δε μπορούσε να μιλήσει.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Κάθε δεύτερη βδομάδα ο γέρο-Στάθης σηκωνόταν πολύ, πολύ νωρίς από το κρεβάτι του, άνοιγε τα ξύλινα παραθυρόφυλλα και κοιτούσε προς την ανατολή αν και ακόμα ήταν πολύ νωρίς για να φανεί ο ήλιος. Το φεγγάρι έλαμπε ακόμα πάνω στον ξάστερο ουρανό, το ίδιο έλαμπε και το πρόσωπό του. Κοιτούσε επίμονα για πολύ ώρα προς την ανατολή μέχρι που... μια νεράιδα εμφανίστηκε στο μέρος που κοιτούσε, τον πλησίασε, του έδωσε ένα φιλί και μόλις ξαναγύρισε στην ανατολή άρχισε ο ήλιος να ξεπροβάλει δειλά, δειλά. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι σαν να τον τράβηξε η νεράιδα από το κρεβάτι του για να φωτίσει την όμορφη μέρα. Ο γέρο Στάθης με μια γρήγορη βιαστική κίνηση επέστρεψε τη ματιά του στο δωμάτιο, άρπαξε το ξύλινο ραβδί του, φόρεσε το σάκο* του και κατέβηκε τις εξωτερικές πέτρινες σκάλες για να φτάσει στο στάβλο και να σαμαρώσει το υπομονετικό γαϊδουράκι του. Τους περίμενε ένα μακρινό και κουραστικό ταξίδι.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Περπατούσαν μαζί για πολύ ώρα. Από πίσω ακολουθούσε σιωπηλά ο κακόβουλος εαυτός, αλλά ο γέρο-Στάθης δεν του έδινε σημασία, ούτε καν τον κοιτούσε. Αυτός μπροστά με το γαϊδουράκι του και σαν σκιά από πίσω του ο σιωπηλός εαυτός. Είχαν απομακρυνθεί αρκετά όταν οι χρωματιστές σταγόνες από τις 12 γιγάντιες πηγές του κυανού λιβαδιού άρχισαν να  στροβιλίζονται στον άνεμο. Ένα εξωγήινο ουράνιο τόξο, με χρώματα που πρώτη φορά συναντούσαν ανθρώπινα μάτια του, τους κύκλωσε και άγγιξε με την αύρα του, απαλά, τα πρόσωπά τους. Ο Στάθης χαμογέλασε στο άγγιγμα του ουράνιου τόξου και ο εαυτός του τραβήχτηκε απότομα προς τα πίσω και έπεσε κάτω.  Ο Στάθης σταμάτησε και άπλωσε το χέρι του. Ο εαυτό του το έπιασε και χαμογέλασε...&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Συνέχισαν να περπατάνε. Πέρασαν από τις πέτρες των Αματαχ, των γιγάντων του γένους των νεραϊδών. Οι θρύλοι έλεγαν ότι αν αγγίξεις αυτές τις πέτρες ένα δυνατός άνεμος ξεκινά από τον ουρανό, από το βασίλειο των γιγάντων και σε σηκώνει ψηλά, πολύ ψηλά. Όλοι δίσταζαν να τις ακουμπήσουν (η αλήθεια ήταν ότι ήταν τόσο όμορφες που δύσκολα θα τολμούσες να τις αγγίξεις), αλλά ο γέρο-Στάθης ήθελε να ελέγχει κάθε φορά αν αυτό ήταν απλά ένας θρύλος ή ακόμα πιο απλά ένα ακόμα θρύλος που ήταν αληθινός. Τα πόδια του πέρασαν πάνω από τα αναρίθμητα λουλούδια που στόλιζαν το κυανό βασίλειο και πλησίασε με γοργά βήματα μία από τις πέτρες. Την κοίταξε και ένα δάκρυ κύλισε από τα μάτια του. Άπλωσε το χέρι του και την ακούμπησε. Δεν έγινε τίποτα... Τα πουλιά σταμάτησαν να πετούν... Ένα αεράκι χάιδεψε τα πόδια του... Το φύλλωμα των δέντρων άρχισε να κινείται έντονα... Ένας ήχος... Σαν να άνοιξαν οι ουρανοί και άφησαν κάτι... Και γέμισε το λιβάδι άνεμο.....................&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο γέρο-Στάθης άρχισε να γελά σαν μικρό παιδί, ενώ πετούσε με τον άνεμο. Ήταν ένα μικρό παιδί......... Το γέλιο του γέρο-Στάθη μεγάλωσε... όχι ήταν άλλο γέλιο... και άλλο... και άλλο..... Γέμισε το λιβάδι με φωνές και τραγούδια.... Ο εαυτός του γέρο-Στάθη σήκωσε σιγά, σιγά το κεφάλι του. Χιλιάδες νεράιδες πετούσαν πάνω από το κεφάλι του, πετούσαν, τραγουδούσαν και γελούσαν με το γέρο-Στάθη και τον άνεμο. Όλες οι νεράιδες ήταν τόσο όμορφες... αλλά μόνο μία τον κοιτούσε. Ναι μόνο μία τον κοιτούσε. Ναι τον κοιτούσε. Δε μπορούσε να το πιστέψει. Ένα υπέροχο πλάσμα τον κοιτούσε στα μάτια. Ένα δάκρυ κύλισε πάνω στο μάγουλό του. Δεν ήθελε να ζήσει κάτι άλλο από τη ζωή του, δεν ήθελε να ζήσει άλλη ζωή, μόνο αυτό επιθυμούσε σε όλη του τη ζωή, να τον κοιτάξει μια νεράιδα, όχι στα μάτια απλά να τον κοιτάξει, αλλά!!! αυτή τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Κάθισε πάνω σε μία πέτρα δίπλα από το γάιδαρο του γέρο-Στάθη και περίμενε να τελειώσει ο πανέμορφος χορός των νεράιδων και να κατεβεί ο γέρο-Στάθης για να προσπαθήσει πάλι να πιει από τις 12 πηγές του κυανού βασιλείου.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο γέρο-Στάθης άγγιξε απαλά τα πόδια του στα λουλούδια και πλησίασε το γαϊδουράκι του. Πήρε το παγούρι και πλησίασε την πρώτη πηγή. Έσκυψε κάτω από τι γιγάντια πηγή και έβρεξε τα μαλλιά του. Γέμισε τη χούφτα του με νερό και την πέταξε στο πρόσωπό του παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Ο εαυτό του τον κοίταξε να απολαμβάνει το νερό της πηγής και χαμογέλασε κρυφά. Μερικά δάκρυα κύλισαν από τα μάτια του, τα μάζεψε στη χούφτα του και ακούμπησε δειλά το πρόσωπό του. Ο γέρο-Στάθης έριξε μερικές σταγόνες μέσα στο παγούρι του και μετά περπάτησε προς τη δεύτερη πηγή. Συνήθως μόλις προχωρούσε προς τη δεύτερη πηγή ο εαυτός του, του έπαιρνε το παγούρι και έτρεχε μακριά, αλλά τώρα δε το έκανε.... Ο γέρο-Στάθης παραξενεύτηκε και τον κοίταξε με μία λοξή ματιά. Προχώρησε και στην τρίτη πηγή και στην τέταρτη.... και στην ενδέκατη.... Ποτέ κανείς δεν είχε καταφέρει να φτάσει ως τη 12 πηγή. Πάντα ο εαυτός τους κατάφερνε και τους σταματούσε πολύ νωρίτερα. Τώρα, όμως, ο γέρο-Στάθης στεκόταν μπροστά την 12 πηγή έχοντας βάλει ήδη στο παγούρι του νερό από τις υπόλοιπες 11 χωρίς να τον έχει πειράξει ή εμποδίσει καθόλου ο εαυτός του. Ο γέρο-Στάθης κοντοστάθηκε και κοίταξε προς το γαϊδουράκι του. Ο εαυτός του καθόταν ακόμα εκεί, αμίλητος όπως πάντα κοιτώντας κάτω.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο γέρο-Στάθης άφησε το νερό απ το παγούρι του να χυθεί και πλησίασε τον εαυτό του. Τον ακούμπησε στην πλάτη και με απαλή φωνή του είπε «τί έχεις;». Ο εαυτό τους παρέμεινε σιωπηλός. Το μόνο που έκανε ήταν να πιάσει το σχοινί του γαϊδάρου και να το ακουμπήσει στο χέρι του γέρο-Στάθη. Ο γέρο-Στάθης το έσφιξε στην παλάμη του και ξεκίνησε πάλι προς τη χώρα του. Ο εαυτός ακολουθούσε πάλι σκυφτός από πίσω....&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;το πρώτο μέρος τελείωσε κάπου εδω...........&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;αφιερωμένο στη νεράιδα Σεραφίνα..............&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Από το Blog &lt;em&gt;Ζήσε σε ένα παραμύθι &lt;a href="http://adamhbl.wordpress.com/"&gt;http://adamhbl.wordpress.com/&lt;/a&gt;&lt;/em&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-4953009201026204115?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/4953009201026204115/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/06/blog-post_04.html#comment-form' title='31 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/4953009201026204115'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/4953009201026204115'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/06/blog-post_04.html' title='Νεράιδα Σεραφίνα πληγωμένος εαυτός'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S6jStTZQQTI/AAAAAAAAAVY/MzLiNucJIDE/s72-c/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png' height='72' width='72'/><thr:total>31</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-6684696516627338232</id><published>2010-05-04T05:50:00.000-07:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.391-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παιδικά παραμύθια'/><title type='text'>Η λίμνη του Ρεφερή</title><content type='html'>&lt;div&gt;&lt;img class="aligncenter" src="http://img185.imageshack.us/img185/9489/one2.jpg" alt="" width="460" /&gt;&lt;br/&gt;&lt;img class="aligncenter" src="http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S6jStTZQQTI/AAAAAAAAAVY/MzLiNucJIDE/s320/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png" alt="" width="154" height="185" /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br/&gt;&lt;div&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μια φορά κι έναν καιρό όχι και πολύ μακριά από τη δική μας εποχή υπήρχε ένα παιδάκι που του άρεσε να ονειρεύεται και να σκέφτεται πράγματα τα οποία θα μπορούσε να καταφέρει. Το παιδάκι το λέγαν Ρεφερή. Ο Ρεφερή τα βράδια, πριν κοιμηθεί, κοιτούσε από το γυάλινο τζάμι της οροφής τα αστέρια και φαντάζονταν τον εαυτό του να κάνει κάτι σπουδαίο για το οποίο όλοι θα τον θαύμαζαν. Έτσι το έπαιρνε ο ύπνος και όλα του τα όνειρα ήταν γεμάτα μεγάλες κατακτήσεις, γενναία κατορθώματα, άθλους και... ζαχαρωτά, πολλά ζαχαρωτά. Βλέπετε πέρα από πολύ φιλόδοξος, ο Ρεφερή ήταν και πολύ γλυκούλης, όπως όλα τα παιδιά, και του άρεσε να γλύφει καραμελωμένα μήλα και να τρώει σοκολατένιες λιχουδιές.&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Για το Ρεφερή κάθε μέρα ήταν μια νέα ανακάλυψη, ή μάλλον ήταν μια νέα ευκαιρία για πολλές, πολλές ανακαλύψεις και τρομερά κατορθώματα. Κοντά στο σπίτι του Ρεφερή υπήρχε μια μεγάλη λίμνη, ένα  δάσος με μεγάλα δέντρα και ένα λόφος, μεγάλος και αυτός. Εκείνη τη μέρα ο Ρεφερή αποφάσισε ότι είχε έρθει η σειρά του λόφου. Σκέφτηκε για λίγο τί κατόρθωμα μπορούσε να κάνει στο λόφο και αποφάσισε να κόψει το όμορφο γιασεμί που βρίσκονταν στη κορυφή του. Χωρίς δεύτερη σκέψη, λοιπόν, ο Ρεφερή φίλησε τη μαμά του, έκανε το σταυρό του με τα μικρά του δακτυλάκια και ξεκίνησε με θάρρος. Σε όλο το δρόμο προχωρούσε χαμογελαστός και κανένα εμπόδιο δε μπορούσε να του κόψει την ηρωική του πορεία προς την κορυφή του λόφου, μέχρι που μια αλεπού εμφανίστηκε μπροστά του. «Πού πας;» τον ρωτά η αλεπού. «Πάω στην κορυφή του λόφου να κόψω το γιασεμί» απαντά ο Ρεφερή. «Τίποτα δε θα καταφέρεις να κόψεις χαζούλη» του απαντά η αλεπού και χάθηκε μέσα στα φύλλα της χλόης. Ο Ρεφερή στεναχωρήθηκε πάρα πολύ με τα λόγια της αλεπούς και βάλθηκε να κλαίει με λυγμούς. Όταν σταμάτησε δεν είχε καμία όρεξη να σταματήσει και αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι του. Εκείνο το βράδυ ο Ρεφερή δε μπορούσε να κοιμηθεί. Γύριζε από δω, γύριζε από κει, τίποτα. Απ’ όπου και να γύριζε έβλεπε την αλεπού να του λέει «τίποτα δε θα καταφέρεις».&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Την επόμενη μέρα ο Ρεφερή δεν είχε και πολλά κέφια και δεν ήθελε να φάει πρωινό αν και ήταν τόσο όμορφο. Η μαμά του είχε κάνει τηγανίτες με μέλι και του είχε βράσει ένα φρέσκο αυγό. Στο τραπέζι υπήρχαν ακόμα φρυγανιές με μαρμελάδα βατόμουρο, σύκα και ένα μεγάλο κέικ σοκολάτας, αλλά ο Ρεφερή δεν άγγιξε τίποτα. Φόρεσε τα κόκκινα, λασπωμένα μποτάκια του, φίλησε με θυμό τη μητέρα και έτρεξε έξω. Είχε αποφασίσει να πάει στο δάσος και να σκαρφαλώσει στην κορυφή ενός δέντρου. Όσο πλησίαζε στο δάσος τόσο μεγάλωνε και ο πόθος του να ανέβει σε ένα δέντρο και όσο μεγάλωνε ο πόθος του, τόσο ένιωθε πιο γενναίος και πιο δυνατός. Όταν έφτασε στο δάσος μάζεψε νερό από τις δροσοσταλίδες των φίλων και το ήπιε. Του το είχε μάθει να το κάνει αυτό ο παππούς του. Πηγαίνανε συχνά μαζί στο δάσος για να μαζέψουν φύλλα για τη συλλογή του Παππού του. Ήταν ένα βιβλίο γεμάτο με αποξηραμένα λουλούδια και φύλλα που το έλεγε ο παππούς του ανθολόγιο. Εν το μεταξύ ο Ρεφερή βρήκε ένα δέντρο, το οποίο θεώρησε ιδανικό για σκαρφάλωμα. Θα ήταν παιχνιδάκι να φτάσει στην κορυφή του.   Ξεκίνησε να σκαρφαλώνει. Στα μέσα της διαδρομής τον σταμάτησε ένα σπουργίτι και τον ρώτησε που πηγαίνει. Ο Ρεφερή απάντησε με περηφάνια ότι ετοιμάζεται να φτάσει στην κορυφή του δέντρου. «Χαχα δε θα καταφέρεις τίποτα ανόητε» απάντησε το σπουργίτι. Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια ο  Ρεφερή έβαλε τα κλάματα, σταμάτησε να σκαρφαλώνει και κατέβηκε από το δέντρο.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Την επόμενη μέρα ο Ρεφερή αποφάσισε να πάει στη λίμνη. Ήταν πολύ ζεστή η μέρα. Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά και είχε ζεστάνει με το φως του τα όμορφα, καθαρά νερά της λίμνης. Αχ να μπορούσα να κάνω μια βουτιά στα όμορφα νερά της!!! Αυτό μάλλον σκέφτηκε και ο Ρεφερή εκείνη τη μέρα και αποφάσισε να κολυμπήσει από την μία πλευρά της λίμνης στην άλλη. Ήταν μια ακόμη ευκαιρία για ένα νέο κατόρθωμα. Ήταν ακόμη μία ευκαιρία να δείξει στον εαυτό του ότι μπορεί να κάνει σπουδαία πράγματα. Ακούμπησε τα ρούχα του πάνω σε μία μεγάλη στρογγυλή πέτρα στην άκρη της λίμνης, ακούμπησε με το πόδι του το νερό για να το δοκιμάσει και χωρίς δεύτερη σκέψη έπεσαι στο νερό και άρχισε να κολυμπά γεμάτος περηφάνια και ρυθμό. Τα πήγαινε πάρα πολύ καλά, μέχρι που στο μέσο της διαδρομής συνάντησε ένα παπαγαλόψαρο. Το παπαγαλόψαρο τον ρώτησε, πού πηγαίνει, και ο Ρεφερή απάντησε ότι πήγαινε στη απέναντι όχθη της λίμνης. «χαχα τίποτα δε θα καταφέρεις μικρέ» του απάντησε το παπαγαλόψαρο. Τόσο πολύ το τάραξαν τα λόγια του ψαριού που με δάκρυα στα μάτια έκανε μια στροφή και άρχισε να κολυμπά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Βγήκε έξω και άρχισε να κλαίει. Λίγο ποιο πέρα στεκόταν ένα παιδί και έπαιζε με το χώμα. «Γιατί γύρισες πίσω; Τα πήγαινες πάρα πολύ καλά» του είπε το παιδί. «Δε μπορώ να τα καταφέρω» απάντησε ο Ρεφερή. «Σίγουρα μπορείς. Δοκίμασέ το.»  Αυτά τα λόγια του έδωσαν πάρα πολύ θάρρος. Τα σκεφτόταν συνέχεια και όσο περισσότερο τα σκεφτόταν τόσο μεγαλύτερο κουράγιο έπαιρνε. «Μπορώ να τα καταφέρω» είπε στον εαυτό του, «μπορώ να καταφέρω τα πάντα, μπορώ να καταφέρω ότι βάλλω στο μυαλό μου, μπορώ, ΜΠΟΡΩ!!!!!.»&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Πράγματι την επόμενη μέρα είχε καταφέρει μέχρι το βράδυ να κόψει ένα λουλούδι από την κορυφή του λόφου, να δει το σπίτι του από την κορυφή ενός δέντρου και να κολυμπήσει μέχρι την απέναντι όχθη της λίμνης. Εκεί τον περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη. Το αγόρι που είχε συναντήσει την προηγούμενη μέρα. Έτρεξε να του πει τα κατορθώματά του, αλλά είδε ότι το παιδί να είναι ξαπλωμένο με τα μάτια κλειστά. Στην αρχή νόμισε ότι κοιμόταν και περίμενε να ξυπνήσει. Η ώρα περνούσε και το παιδί δεν έλεγε να σηκωθεί από το χώμα... Θα νόμιζε κανείς ότι το είχε αγκαλιάσει, ότι το είχε αγκαλιάσει πολύ σφιχτά, σαν να θελε να γαντζωθεί από κάτι. Ο Ρεφερή ακούμπησε το αυτί του στο στόμα του παιδιού... Δεν είχε πια ανάσα... Ο Ρεφερή κάθισε πάνω σε μία πέτρα και άρχισε να κλαίει. «Δε μπορώ............». «Δε μπορώ να κάνω τίποτα». Έκλαιγε για αρκετή ώρα. Τα μάγουλά του είχαν μουσκέψει. Είχε καρφώσει τα μάτια του στη λίμνη και κουνιόταν πέρα δώθε σαν την ξύλινη καρέκλα που καθόταν κάποτε η γιαγιά του ενώ τον κρατούσε στην αγκαλιά της.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ξαφνικά στα ατάραχα νερά της λίμνης εμφανίστηκε μια μεγάλη τρύπα. Ο Ρεφερή σηκώθηκε, περπάτησε πάνω στα νερά της λίμνης χωρίς να τα ταράξει και πλησίασε την τρύπα. Κοίταξε μέσα και είδε αμέτρητα σκαλιά να φτάνουν σε απίστευτο βάθος. Γύρω του ένιωθε μια μαγεία να έχει ποτίσει όλη τη πλάση γύρω του και παρατήρησε ότι πατούσε πάνω στο νερό. Έκλεισε τα μάτια του και μια εξωκοσμική μουσική τύλιξε τα αυτιά του και του αλάφρωσε το νου και την καρδούλα του. Ξαν’ άνοιξε  τα μάτια του, κοίταξε για ακόμα μια φορά τη τρύπα και άρχισε να κατεβαίνει. Σε κάθε σκαλί παρατήρησε ότι είχε μία επιγραφή. Την ίδια επιγραφή είχε σε κάθε σκαλί. «Πι..σ,,τ,,ευ,,ω,, πιστ,,,ευω,, ΠΙΣΤΕΥΩ» κατάφερε να διαβάσει ο Ρεφερή στο λιγοστό φως. Σε κάθε σκαλί που κατέβαινε διάβαζε την ίδια λέξη και κατέβηκε πολλά, πολλά σκαλιά... Όταν πάτησε και το τελευταίο σκαλί είχε πει τόσες πολλές φορές τη λέξη πιστεύω που την έλεγε πλέον όχι με το στόμα, αλλά με την καρδιά του και όταν τη λες με την καρδιά σου αυτή τη λέξη είναι πολύ, πολύ, πολύ δυνατή. «ΠΙΣΤΕΥΩ» είπε ο Ρεφερή και κατέβηκε και το τελευταίο σκαλί. Τα σκαλιά τον οδήγησαν στο άνοιγμα μια μεγάλης φωτεινής πύλης στην κορυφή ενός ψηλού βουνού. Ναι στην κορυφή ενός βουνού. Πώς έγινε αυτό; Μόνο κάποιος που πιστεύει τόσο πολύ, όσο ο Ρεφερή μπορεί κατεβαίνοντας στα βάθη μια λίμνης να βρεθεί στην κορυφή ενός βουνού. Ο Ρεφερή κοίταξε γύρω του. Μπορούσε να δει τα  πάντα από εκεί πάνω. Είδε το σπίτι του, το λόφο, το δάσος, τη λίμνη... και εκεί στη λίμνη το νεκρό κορμί του φίλου του. «ΠΙΣΤΕΥΩ» είπε ο Ρεφερή μέσα από τα βάθη της καρδιάς του ακριβώς όπως το έλεγε και μέσα από τα βάθη της λίμνης και τότε... ο φίλος του σηκώθηκε... και συνέχισε να παίζει με τα χώματα.........&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα..............&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;/div&gt;&lt;br/&gt;Από το Blog &lt;em&gt;Ζήσε σε ένα παραμύθι &lt;a href="http://adamhbl.wordpress.com/"&gt;http://adamhbl.wordpress.com/&lt;/a&gt;&lt;/em&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-6684696516627338232?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/6684696516627338232/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/05/blog-post_4343.html#comment-form' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/6684696516627338232'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/6684696516627338232'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/05/blog-post_4343.html' title='Η λίμνη του Ρεφερή'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S6jStTZQQTI/AAAAAAAAAVY/MzLiNucJIDE/s72-c/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png' height='72' width='72'/><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-8550762966236191428</id><published>2010-05-04T05:43:00.000-07:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.395-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παιδικά παραμύθια'/><title type='text'>Κοτοπουλάκι στο παπούτσι</title><content type='html'>&lt;p style="text-align:left;"&gt;&lt;img class="aligncenter" src="http://img90.imageshack.us/img90/1262/11drybrashupo.jpg" alt="" width="460" /&gt;&lt;br/&gt;&lt;img class="aligncenter" src="http://img229.imageshack.us/img229/5035/17635057.png" alt="" width="154" height="185" /&gt;Μια φορά κι έναν καιρό, πάρα πολύ μακριά από εδώ υπήρχε ένα παπουτσάκι και ένα αυγό. Το παπουτσάκι αυτό ήταν χρωματιστό και πάρα, πάρα πολύ μικρούτσικο και γλυκούλη. Το αυγό βρισκόταν μέσα σε αυτό το μικρό παπουτσάκι και περνούσαν οι δυο τους πάρα πολύ όμορφα. Λέγαν τραγούδια και γελούσαν όλη τη μέρα. Οι δυο τους τα περνούσαν ζωή και κότα ή καλύτερα παπούτσι και αυγό, μέχρι που μία παράξενη μέρα το αυγό άρχισε να τρέμει πάρα πολύ. «Ττττττττρρέμμμμμοοοο» έλεγε. «Τττττττο τττο το ββββλέπω» απαντούσε το παπούτσι που έτρεμε και αυτό μαζί του. Όλη τη μέρα τρέμανε και τρέμανε και τρέμανε και σταματημό δεν είχαν.  Το επόμενο πρωί το παπούτσι παρατήρησε ότι το αυγό από το πολύ τρέμουλο είχε αρχίσει να ραγίζει. «Κοίτα ραγίζεις!!!!» φώναξε το παπούτσι. «Θα κάνεις κοτοπουλάκι!!!!» «Ζήτω είμαι ραγισμένο!!!» φώναξε το αυγό. Όσο περνούσε η ώρα τόσο περισσότερο μεγάλωνε το ράγισμα του αυγού. Και μεγάλωνε και μεγάλωνε και μεγάλωνε... μέχρι που ΚΡΑΚΚΚΚΚΚ έσπασε και βγήκε από μέσα ένα όμορφο χνουδωτό κοτοπουλάκι.&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;a name="more"&gt;&lt;/a&gt;Το αγαπημένο αυγό του παπουτσιού τώρα είχε σκορπίσει σε αμέτρητα τσόφλια και στη θέση που ήταν κάποτε, τώρα είχε θρονιαστεί ένα κοτόπουλο. Πόσο πολύ λυπήθηκε το καημένο το παπουτσάκι... Λυπήθηκε τόσο που δε μπορούσε να βγάλει μιλιά... στην πραγματικότητα δεν μίλησε ξανά ποτέ του... ή μάλλον σχεδόν ποτέ. Έτσι το κοτοπουλάκι νόμιζε ότι το παπούτσι στο οποίο βρισκόταν ήταν ένα συνηθισμένο παπούτσι (από αυτά που απλά τα βάζουμε στα πόδια μας) και ότι ήταν το δικό του παπούτσι. Το κοτοπουλάκι αυτό δεν είχε δει ποτέ στη ζωή του άλλο κοτοπουλάκι και έτσι δεν είχε ιδέα από κοτοπουλίσιο περπάτημα. Δεν είχε καν ιδέα για το τί ζώο ήταν, μέχρι που μια μέρα έψαξε βαθιά μέσα του... «Είσαι κοτόπουλο... είσαι ΤΟ κοτόπουλο... » άκουσε μια φωνή να του λέει.Στην αρχή ήταν πολύ δύσκολο να παραδεχτεί ότι ήταν κότα, αλλά όταν το ξανασκέφτηκε είπε ότι προτιμούσε να είναι κότα, παρά να δηλώνει λευκό. Έτσι τώρα αφού έμαθε την καταγωγή και το γένος αποφάσισε να πάρει και τα κουσούρια. «Ας κοτοπερπατήσω» είπε.   Υπήρχε όμως μια μικρή λεπτομέρεια που είχε ξεχάσει... Το παπούτσι..  Ήταν σφηνωμένο μέσα στο παπούτσι.  Ήθελε να κάνει κάτι, μια προσπάθεια, αλλά έτσι σφηνωμένο όπως ήταν δεν υπήρχε περίπτωση να κουνηθεί ούτε ένα εκατοστό. Για πολύ καιρό έμεινε εκεί σφηνωμένο και λυπημένο και στεναχωρημένο και ... , αλλά κυρίως σφηνωμένο. Όλα άλλαξαν, όταν μία μέρα ένα σπουργίτι κατέβηκε από τον ουρανό και άρχισε να κάνει επίδειξη το όμορφο πέταγμά του για να το βλέπουν όλοι και να το θαυμάζουν και να το δείχνουν με το δάχτυλό τους και να λένε να το σπουργίτη, το ιπτάμενο θαύμα ή να το σπουργίτι το στολίδι του ουρανού ή να το σπουργίτι, θέλω αυτόγραφο και άλλα πολλά. Και ενώ τα σκεφτόταν όλα αυτά το σπουργίτι, άρπαξε μια τούμπα στον αέρα και σωριάστηκε φαρδύ, πλατύ στις λάσπες. Καλά δε σας λέω τίποτα. Το κοτοπουλάκι μας είχε σκάσει στα γέλια, χτυπιόταν κοπανιόταν και γελούσε κοτοπουλίστικα. Εκεί όμως που τρανταζόταν ολόκληρο από το γέλιο, παρατήρησε ότι το παπούτσι είχε μετακινηθεί. Άρχισε πάλι να γελά και να χτυπιέται στο γέλιο και να χαχανίζει και να τραντάζεται ολόκληρο από το γέλιο και ... μόλις σταμάτησε είδε ότι είχε μετακινηθεί αρκετά από εκεί που ήταν. «Βρήκα εναλλακτική!!!!». «Το γέλιο με πάει, με πάει σας λέω. Με πάει και με φέρνει καλέ». Και πράγματι το γέλιο το έκανε να πηγαίνει αρκετά μακριά. Φώναξε απ τη χαρά του και δωσ’ του να γελά και δωσ’ του να ξεκαρδίζεται και δωσ’ του να κυλιέται στα γέλια. Έτσι ξεκίνησε το πρώτο του ξεκαρδιστογελαστό ταξίδι. Σε αυτό το ταξίδι ναι μεν του έβγαινε η ψυχή για να μετακινηθεί από το γέλιο, αλλά το σημαντικό είναι ότι προχωρούσε. Βέβαια κάθε φορά που τον ρωτούσαν τα ζωάκια που συναντούσε τί κάνει, αυτό απαντούσε έχω μπλαντάξει στο γέλιο, αλλά τί να πει; Αυτή ήταν η γελοία αλήθεια.[Photo]Το κοτοπουλάκι σφηνωμένο μέσα στο παπούτσι ταξίδευε και γνώριζε καινούργια πράγματα. Έβλεπε παράξενα μέρη και μάθαινε ότι ο κόσμος είναι τόσο μεγάλος όσο εσύ μπορείς να προχωράς και ότι όσο προχωράς περισσότερο τόσο περισσότερο μεγαλώνει και ο κόσμος. Όμως, δε μεγάλωνε μόνο ο κόσμος όσο προχωρούσε το κοτοπουλάκι, μεγάλωνε και το ίδιο. Μάλιστα φοβόταν ότι κάποια στιγμή θα ήταν τόσο πολύ σφηνωμένο μέσα στο παπούτσι που δε θα μπορούσε πια να γελά και να τρελοχοροπηδά, ώστε με χαρά να προχωρά. Έτσι μέρα με τη μέρα στεναχωριόταν όλο και περισσότερο, μέχρι που κάποια μέρα ήταν τόσο στεναχωρημένο που δε μπορούσε να γελάσει άλλο για να τρελοχοροπηδήσει ώστε με χαρά να προχωρήσει. Κάθισε λυπημένο και έβλεπε γύρω του μελαγχολικό. Αγνάντευε το ηλιοβασίλεμα και άφηνε κάτι αναστεναγμούς... Αχ... σου ράγιζε την καρδιά. «Δε μου κάνει το παπούτσι» έλεγε με παράπονο. «Δε μου κάνει το παπούτσι» ξαναέλεγε και το έπαιρναν τα κλάματα. Αχ... καμιά φορά η ζωή μπορεί να γίνει πολύ σκληρή με τα κοτόπουλα...Όλα είχαν τελειώσει για το κοτοπουλάκι, όταν  ξαφνικά είδε να στέκεται κοντά του ένα παπούτσι. Ένα άλλο παπούτσι ένα μεγαλύτερο και... λίγο ποιο σοβαρό. Το παρατήρησε για λίγο και μετά... τσουπ πετάχτηκε και σφήνωσε μέσα στο καινούργιο παπούτσι. «Αχ στα μέτρα μου» είπε το κοτοπουλάκι. «Ουφ» είπε και άφησε την κοιλίτσα του ελεύθερη. Το έμαθε το κόλπο, λοιπόν το κοτοπουλάκι και από τότε όποτε μεγάλωνε και δε του έκανε ένα παπούτσι έμπαινε σε κάποιο μεγαλύτερο. Πλέον έγινε και πιο ευέλικτο στη διατροφή. Το καλαμπόκι πήγαινε σύννεφο... δε το προλάβαιναν. «Έχει παπούτσια, έχει αρβύλες» έλεγε και μπουκωνόταν. Άλλαξε μερικά παπούτσια, εξελίχθηκε στα μεγέθη, πέρασε σε στις παντόφλες, αλλά μετά βαρέθηκε να αλλάζει συνέχεια και αποφάσισε να βρει ένα μεγάλο και να χωθεί μέσα σ’ αυτό για να μη ψάχνει πάλι για καινούργιο μετά από λίγο. Έτσι έψαξε και βρήκε μια μεγάλη μπότα. «Χαχα that’s it» είπε το κοτοπουλάκι με χαρά όταν την είδε. Μαζεύει τότε όλη του τη δύναμη, μαζεύει και όλα του τα φτερά και δίνει το πιο μεγάλο κοτοπουλένιο σάλτο που έχετε δει και μπαίνει μέσα στη μπότα. «Μπήκαααα» φώναξε... «αλλά τώρα πως βγαίνουν;» ακούστηκε πάλι σιγανά η φωνή του να συμπληρώνει. Όλο το βράδυ έκλαιγε το καημένο το κοτοπουλάκι. Και έκλεγε και έκλεγε και έκλεγε και σιγά, σιγά η μπότα γέμιζε με δάκρυα και μάλιστα με μαύρα δάκρυα. Μέχρι το πρωί είχε γεμίσει όλη η μπότα. Ξύπνησε, λοιπόν το κοτοπουλάκι και είδε να επιπλέει πάνω στα δάκρυά του στο χείλος της μπότας. Τί ευτυχία!!! Κάνει ένα τσουπ και πέφτει και πάλι κάτω. Από εκείνη τη μέρα το κοτοπουλάκι έψαχνε παπούτσια στο νούμερό του και δε βαριόταν να τα αλλάζει. Είχε μάθει πια το μάθημά του. Αλλά... Κάτι του έλλειπε. Κάτι βαθιά μέσα του το έκανε να αναζητά και γυρνά γύρω από ένα και μοναδικό παπούτσι... Το παπούτσι που το γέννησε. Αυτή η ζεστασιά... Αυτή η αγκαλιά... «Μήπως άραγε δεν ήταν ένα απλό παπούτσι» σκεφτόταν. Δεν ήξερε γιατί αλλά ένιωθε ότι η αγκαλιά από αυτό το παπούτσι ήταν μια αγκαλιά γεμάτη αγάπη και φροντίδα και μάλιστα... βαθιά μέσα στο μυαλό του θυμάται όταν ήταν πολύ μικρό ότι κάποιες μέρες είχε δει το παπούτσι να κλαίει. Ποτέ δε κατάφερε να το βγάλει από το μυαλό και από την καρδιά του αυτό το πρώτο παπούτσι της ζωής του. Δεν είχε γνωρίσει μάνα, δεν είχε γνωρίσει πατέρα, αλλά είχε γνωρίσει ή μάλλον είχε νιώσει την αγάπη μέσα σε ένα παπούτσι. Κάποια μέρα εκεί που έψαχνε μια άλλη αγκαλιά σε ένα άλλο παπούτσι είδε ένα κουρέλι με χρώματα γνωστά, όμως και το πλησίασε για να δει τί του θύμιζε. Τα μάτια του βούρκωσαν σε αυτό που αντίκρισε. Ήταν το παπούτσι που του είχε χαρίσει την αγάπη και την πιο όμορφη ζεστασιά που είχε νιώσει ποτέ. «Είναι δυνατόν να είσαι ένα απλά παπούτσι;» ψιθύρισε το κοτοπουλάκι στο παπούτσι. Και τότε το  παπούτσι μίλησε ξανά... «Δεν είμαι απλό παπούτσι, αλλά ήμουν πολύ στεναχωρημένο και δε μπορούσα να σου μιλήσω. Να ξέρεις, όμως ότι αν και δε σου μιλούσα, σε αγαπούσα πάρα πολύ και ακόμα σε αγαπώ». Η κότα πια αγκάλιασε το παπούτσι και το πείρε μαζί της. Από τότε το παπούτσι ζέσταινε όλα τα αυγά της κότας... και δεν έβαζε στόμα μέσα του ή καλύτερα κορδόνι μέσα του... Έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα..............&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;&lt;p style="text-align:left;"&gt;&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;&lt;p style="text-align:left;"&gt;Από το Blog&lt;em&gt; Ζήσε σε ένα παραμύθι&lt;/em&gt; &lt;a href="http://adamhbl.wordpress.com/"&gt;http://adamhbl.wordpress.com/&lt;/a&gt;&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;&lt;p style="text-align:left;"&gt;&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;&lt;p style="text-align:left;"&gt;&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-8550762966236191428?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/8550762966236191428/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/05/blog-post_04.html#comment-form' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/8550762966236191428'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/8550762966236191428'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/05/blog-post_04.html' title='Κοτοπουλάκι στο παπούτσι'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-5362681237456673462</id><published>2010-04-22T06:39:00.000-07:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.399-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Οι στρογγυλοί κάτοικοι του Στρογγυλού βασιλείου</title><content type='html'>&lt;img class="aligncenter" src="http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/e/ef/Adolf_Schr%C3%B6dter_Falstaff_und_sein_Page.jpg" alt="" width="453" height="517" /&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;img class="aligncenter" src="http://img229.imageshack.us/img229/5035/17635057.png" alt="" width="154" height="185" /&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μακρινό βασίλειο υπήρχε ένα τραπέζι που ήταν πάντα γεμάτο με σοκολατένιες τούρτες. Τίποτα άλλο δεν υπήρχε πάνω του πέρα από πεντανόστιμες, λαχταριστές σοκολατένιες τούρτες. Αυτό το τραπέζι βρίσκονταν στο κέντρο αυτού του βασιλείου για να μπορεί να τρώει τούρτα όποιος κάτοικος του βασιλείου πεινούσε. Το βασίλειο αυτό το ονόμαζαν στρογγυλό βασίλειο γιατί... όλοι οι κάτοικοί του ήταν... στρογγυλοί. Σε αυτό το παράξενο βασίλειο κανένας δε μπορούσε να φάει τίποτα άλλο πέρα από αυτό που είχε πάνω του το τραπέζι και κατά συνέπεια όλοι έτρωγαν τούρτα, όση τούρτα ήθελαν. Έτσι όλοι τους ήταν πολύ, πολύ, πολύ στρογγυλοί.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Κάποια μέρα στο βασίλειο αυτό ήρθε από τη θάλασσα ένας τρομερός εχθρός. Σε λίγες μέρες ο εχθρός είχε περικυκλώσει το βασίλειο και ήταν έτοιμος να επιτεθεί. Όλοι στο βασίλειο ήταν πολύ στεναχωρημένοι γιατί όλοι τους ήταν τόσο στρογγυλοί που κανένας τους δε μπορούσε να τρέξει ή να φορέσει τη στολή του ιππότη για να πολεμήσει. Όλοι αποφάσισαν ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή για να ρωτήσουν το σοφό γέροντα του βασιλείου τί έπρεπε να κάνουν.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο σοφός γέροντας του στρογγυλού βασιλείου ναι μεν ήταν σοφός, αλλά δεν ήξερε να δίνει συμβουλές. Απ την άλλη, μπορεί να μην ήξερε να δίνει συμβουλές αλλά ήξερε να λύνει προβλήματα. Ακόμα, όμως και όταν έλυνε τα προβλήματα αυτό δεν σήμαινε ότι όλοι ήταν ευτυχισμένοι γιατί πολύ απλά συνήθως όταν σου λύνεται ένα πρόβλημα βρίσκεις περισσότερα προβλήματα που θέλουν να πάψουν να είναι πρόβλημα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο σοφός γέροντας συνήθως μιλούσε έτσι όταν του ζητούσαν να μιλήσει. Μπερδεμένα όπως και εγώ. Αν κατάλαβες τι είπα τότε ίσως θα ήσουν πολύ χρήσιμος στους στρογγυλούς ανθρώπους του βασιλείου, οι οποίοι μόλις γύρισαν από το σοφό γέροντα κάθισαν στο πηγάδι της πλατείας και άρχισαν όλοι να αναστενάζουν επειδή δεν είχαν καταλάβει τίποτα απ’ ότι τους είπε να κάνουν. Από όσα άκουσαν για το μόνο που ήταν σίγουροι ήταν ότι ό,τι και να έκαναν θα έχαναν τον πόλεμο και ο εχθρός θα έμπαινε μέσα στο κάστρο. Όλοι τους ήταν πολύ στεναχωρημένοι, αλλά κυρίως ο Στρονγκ.&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο Στρονγκ ήταν πολύ, πολύ, πολύ χοντρός όπως και οι άλλοι κάτοικοι του βασιλείου. Επίσης ήταν πολύ, πολύ, πολύ, πολύ γενναίος. Ήταν ακόμα ο δυνατότερος απ όλους, ο πιο ψηλός και πολύ, πολύ, πολύ όμορφος. Μάλιστα ο Στρονγκ ήταν ο αγαπημένος των γυναικών στο βασίλειο. Όλα τα κορίτσια ήθελαν να τον παντρευτούν, όχι μόνο επειδή ήταν πολύ όμορφος και γενναίος, αλλά κυρίως γιατί είχε ένα πολύ καλό χαρακτήρα και μια καρδιά γεμάτη όμορφα συναισθήματα. Ο Στρονγκ στεναχωρήθηκε πολύ όταν άκουσε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να σταματήσουν τον εχθρό γιατί ήταν αποφασισμένος ότι θα πολεμούσε και θα τον νικούσε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Το βράδυ ένας τρομερός ήχος τάραξε την ήσυχη και γαλήνια νύχτα στο στρογγυλό βασίλειο. Είχε συμβεί αυτό που όλοι φοβόντουσαν. Οι εχθροί είχαν καταφέρει να σπάσουν την κεντρική πόρτα του βασιλείου και να μπουν μέσα. Το πρώτο πράγμα που είδαν μπροστά τους οι εισβολείς ήταν το μεγάλο τραπέζι με τις λαχταριστές τούρτες. Όλοι τους όρμησαν στο τραπέζι και άρχισαν να τρώνε τούρτα. Έφαγαν τόσο πολύ τούρτα που κανένας τους δε μπορούσε να κάνει ούτε ένα βήμα. Το στομάχι τους πονούσε και οι περισσότεροι ζαλίζονταν. Οι στρογγυλοί άνθρωποι του βασιλείου τους έβγαλαν έξω από το κάστρο τους και έκλεισαν πάλι την πόρτα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&amp;lt;&amp;lt;Τώρα που έφαγαν τόσο πολύ τούρτα θα γίνουν  στρογγυλοί όπως εμείς και δε θα μπορούν ούτε να φορέσουν τη στολή του ιππότη, ούτε να τρέξουν και να μας πολεμήσουν&amp;gt;&amp;gt; ακούστηκε να λέει μια φωνή. Όλοι συμφώνησαν και έπαψαν να είναι λυπημένοι. &amp;lt;&amp;lt;Αν είναι όπως εμείς δε θα μπορούν να μας κάνουν τίποτα&amp;gt;&amp;gt; ακούστηκε να λέει ένας άλλος, &amp;lt;&amp;lt;όπως δε μπορούμε να τους κάνουμε και εμείς τίποτα.&amp;gt;&amp;gt;. Όλοι συμφώνησαν ότι για να παραμείνουν στρογγυλοί όπως και αυτοί έπρεπε να τους δίνουν κάθε μέρα να τρώνε τούρτα. Έτσι την επόμενη μέρα γέμισαν τους καταπέλτες με τούρτες και άρχισαν να τις πετάνε έξω από το κάστρο για να τις τρώνε οι εχθροί και να μη μπορούν να τρέξουν πιο γρήγορα από αυτούς. Αυτό συνεχίστηκε για πολλές, πολλές μέρες...&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ψηλά σε έναν πύργο του κάστρου υπήρχε ένα παρατηρητήριο, το οποίο χρησίμευε σε καιρό πολιορκίας, όπως τώρα, για να παρακολουθούν τους εχθρούς, αλλά... ήταν τόσο ψηλά που κανένας δεν ήθελε να ανέβει. Εκείνη τη μέρα, όμως, ύστερα από πρόταση του σοφού γέροντα, ο Στρονγκ ανέβηκε στο παρατηρητήριο για να παρατηρήσει τους εχθρούς... Αυτό που είδε τον έκανε να χάσει από τα χέρια του το κομμάτι τούρτας που κρατούσε. Όλη η γύρω περιοχή είχε γεμίσει με τούρτα. Τα δέντρα, τα λουλούδια, τα βράχια, όλα είχαν στολιστεί με την τούρτα που πετούσαν οι καταπέλτες ασταμάτητα. Το χειρότερο, όμως ήταν ότι ο εχθρός κατά πάσα πιθανότητα δεν είχε αγγίξει ούτε ένα μικρού κομματάκι από αυτή την τεράστια γλυκιά μάζα διότι, όπως είδε ο Στρονγκ κανένας τους δεν ήταν στρογγυλός, αλλά όλοι φορούσαν στολές ιππότη και όλοι τους ήταν έτοιμοι για να τρέξουν και να τους επιτεθούν.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Όταν τους είπε ο Στρονγκ αυτά που είδε όλοι έπεσαν σε μεγάλη θλίψη. Έκλαιγαν και χτυπούσαν το κεφάλι τους. &amp;lt;&amp;lt;Τώρα που δε μας μοιάζουν θα μας καταστρέψουν&amp;gt;&amp;gt; έλεγαν και ξαναέλεγαν. &amp;lt;&amp;lt;Τώρα που δε τρώνε όπως εμείς θα τρέχουν πιο γρήγορα από εμάς&amp;gt;&amp;gt;. Ακούστηκε μια άλλη φωνή. &amp;lt;&amp;lt;Έπρεπε να γίνουν σαν και εμάς για να μην μπορούν να μας πολεμήσουν&amp;gt;&amp;gt; είπε ο Στρονγκ. &amp;lt;&amp;lt;ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΗΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΣΕΙΣ ΣΑΝ ΑΥΤΟΥΣ;&amp;gt;&amp;gt; ακούστηκε από ψηλά να λέει ο σοφός γέροντας. Όλοι γύρισαν το κεφάλι τους προς τα πάνω και τον είδαν να στέκεται και να τους βλέπει από το παράθυρο του πύργου του. Κοίταξε για λίγο τα σύννεφα και μετά έφυγε από το παράθυρο τραβώντας με δύναμη τις βαριές μαύρες κουρτίνες.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Κανένας δε μπορούσε να αμφισβητήσει τα λόγια του γέρου σοφού και έτσι όλοι άρχισαν να σκέφτονται πώς θα μπορούσαν να τα εφαρμόσουν. Στο τέλος όλοι κατέληξαν στο ότι έπρεπε να ρωτήσουν τον ίδιο τον εχθρό τι κάνει και μπορεί και φοράει τη στολή του ιππότη και τρέχει για να πολεμήσει. Η αλήθεια είναι ότι οι εχθροί ξαφνιάστηκαν πάρα πολύ όταν είδαν τους στρογγυλούς ανθρώπους να τους πλησιάζουν. &amp;lt;&amp;lt;Τί θέλετε από εμάς;&amp;gt;&amp;gt; τους ρώτησαν. &amp;lt;&amp;lt;Θέλουμε να μας μάθετε πως να γίνουμε σαν εσάς&amp;gt;&amp;gt;.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Οι εχθροί παραξενεύτηκαν από τα λόγια των στρογγυλών ανθρώπων και συμφώνησαν να τους βοηθήσουν αρκεί να τους χάριζαν το μισό τους χρυσάφι. Οι στρογγυλοί άνθρωποι δέχτηκαν γιατί σκέφτηκαν ότι διαφορετικά θα το έχαναν ολόκληρο. Έτσι την επόμενη μέρα μια αποστολή από τους εχθρούς μπήκε στο κάστρο του στρογγυλού βασιλείου με στόχο να κάνουν τις ιπποτικές στολές να χωράνε στους στρογγυλούς ανθρώπους και τους στρογγυλούς ανθρώπους να μπορούν να τρέχουν και να πολεμούν. Η αποστολή εξέτασε εξονυχιστικά όλο το βασίλειο και κατέληξε στο ότι το πρώτο πράγμα που έπρεπε να αλλάξει, και ίσως και το μόνο, ήταν το μεγάλο τραπέζι με τις τούρτες. Οι εχθροί μετά από πολύ μελέτη άρχισαν να αφαιρούν πιάτα με λαχταριστή τούρτα και να τα αντικαθιστούν με κάθε λογής φαγητό. Πλέον το τραπέζι δεν είχε μόνο τούρτα, αλλά ένα σορό λιχουδιές. Ήταν γεμάτο με σταφύλια, τυρί, σούπες, ψωμί, κρασί, σαλάτες κάθε λογής, με φρούτα και λαχανικά, με κρέας, ψάρια, αυγά. Οι εχθροί είχαν φέρει στο τραπέζι ακόμα και του πουλιού το γάλα και οι στρογγυλοί άνθρωποι είχαν μείνει όλοι με το στόμα ανοιχτό, γιατί πρώτη φορά στη ζωή τους έβλεπαν τόσο μεγάλη ποικιλία από πεντανόστιμα φαγητά.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Στην αρχή οι στρογγυλοί άνθρωποι ήταν πάρα, πάρα πολύ επιφυλακτικοί με τις πράξεις των εχθρών, γιατί πίστευαν ότι μοναδικό τους στόχο είχαν να τους κάνουν να γίνουν ακόμα πιο στρογγυλοί, ώστε να μη μπορούν να τους πολεμήσουν. Όλοι πίστευαν ότι οι εχθροί γέμιζαν το τραπέζι με πολλά και διαφορετικά φαγητά μόνο και μόνο για να κάνουν το στρογγυλό βασίλειο ακόμα πιο στρογγυλό. Παρά την αντίδρασή τους, όμως οι στρογγυλοί άνθρωποι δεν μπορούσαν να αντισταθούν και δοκίμαζαν από όλα τα καλούδια που είχε πάνω του το τραπέζι ή μάλλον σχεδόν όλοι. Ο μόνος  που δε δοκίμαζε τίποτα άλλο πέρα από το πιάτο με το συνηθισμένο κομμάτι λαχταριστής τούρτας ήταν ο Στρονγκ, ο οποίος δε μπορούσε με τίποτα να εμπιστευτεί τους εχθρούς. Άλλωστε ποτέ δε τους συμπάθησε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Οι μέρες περνούσαν και οι στρογγυλοί άνθρωποι σιγά, σιγά έπαψαν να είναι στρογγυλοί. Σιγά, σιγά έβλεπαν ότι η στολή του ιππότη τους έκανε, δεν ήταν πλέον στενή και εκτός από αυτό πλέον μπορούσαν να τρέξουν και να πολεμήσουν. Έτσι ήρθε κάποια μέρα που όλοι οι κάτοικοι του στρογγυλού βασιλείου μπόρεσαν και φόρεσαν τη στολή του ιππότη, ή μάλλον σχεδόν όλοι. Ο Στρονγκ δε μπορούσε ακόμα να βάλλει τη στολή του ιππότη γιατί, ήταν αποφασισμένος να μη φάει τίποτα άλλο στη ζωή του πέρα από τη τούρτα που έτρωγε από μικρό παιδί. Ωστόσο, όμως αν και δε μπορούσε να βάλλει στη στολή του ιππότη, οι κοπέλες του βασιλείου συνέχιζαν να τον θεωρούν τον πιο όμορφο κάτοικο του βασιλείου γιατί όπως δεν άλλαξε το κομμάτι τούρτας που έτρωγε κάθε μέρα έτσι δεν άλλαξε και η καρδιά του, η οποία ήταν γεμάτη με πανέμορφα συναισθήματα. Έτσι ο Στρονγκ παντρεύτηκε την πιο όμορφη κοπέλα του βασιλείου και έφτιαξε ένα ζαχαροπλαστείο το οποίο φημίζονταν για τη λαχταριστή τούρτα του. Ο Στρονγκ έζησε ευτυχισμένος με τη γυναίκα του και έκανε πολλά, πολλά παιδάκια.&lt;br/&gt;&lt;p style="text-align:center;"&gt;&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;Οι κάτοικοι του στρογγυλού βασιλείου τήρησαν την υπόσχεσή τους και έδωσαν το μισό βασίλειο στους εχθρούς τους. Τράβηξαν μία γραμμή που χώριζε το βασίλειο στη μέση. Η γραμμή αυτή, όμως περνούσε κάτω από το μεγάλο τραπέζι και έτσι όλοι είχαν πρόσβαση σε αυτό αφού δεν ανήκε σε κανέναν. Κάθε μεσημέρι όλοι οι στρογγυλοί κάτοικοι και όλοι οι εχθροί μαζεύονταν γύρω από το τραπέζι και έτρωγαν μαζί. Όλοι περνούσαν πολύ καλά μέχρι που ερχόταν η ώρα να χωρίσουν. Έμοιαζαν όλοι τους τόσο πολύ μεταξύ τους που ήταν πολύ δύσκολο να θυμηθούν από πια μεριά έπρεπε να πάνε. Σιγά, σιγά, λοιπόν ξέχασαν τη γραμμή που υπήρχε κάτω από το τραπέζι και έζησαν όλοι μαζί ευτυχισμένοι και εμείς ακόμα πιο πολύ.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Από το blog Ζήσε σε ένα παραμύθι: &lt;a href="http://adamhbl.wordpress.com/"&gt;http://adamhbl.wordpress.com/&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;αφιερωμένο στη Diorina&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;και στην αδερφή μου που .... ξέρει αυτή...&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-5362681237456673462?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/5362681237456673462/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/04/blog-post_22.html#comment-form' title='23 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/5362681237456673462'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/5362681237456673462'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/04/blog-post_22.html' title='Οι στρογγυλοί κάτοικοι του Στρογγυλού βασιλείου'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><thr:total>23</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-3011617162015407336</id><published>2010-04-11T08:11:00.000-07:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.404-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Οι ματωμένες μπότες</title><content type='html'>&lt;p style="text-align:center;"&gt;&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;&lt;p style="text-align:center;"&gt;&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;&lt;p style="text-align:center;"&gt;&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;&lt;p style="text-align:center;"&gt;&lt;img class="aligncenter" src="http://img341.imageshack.us/img341/954/oimatomenesmpotes.jpg" alt="" width="480" height="320" /&gt;&lt;br/&gt;&lt;img class="aligncenter" src="http://img229.imageshack.us/img229/5035/17635057.png" alt="" width="154" height="185" /&gt;&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;&lt;p style="text-align:center;"&gt;&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;&lt;p style="text-align:center;"&gt;&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;Οι ματωμένες μπότες&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μια φορά κι έναν καιρό στα πολύ παλιά τα χρόνια ζούσε ένας βοσκός μαζί με δύο παιδιά και το παιδί του. Ζούσαν σε ένα μικρό καλύβι στην άκρη ενός παράξενου δάσους. Το δάσος αυτό δεν είχε δέντρα, αλλά τεράστια λουλούδια που υψώνονταν σε ύψος πολλών μέτρων πάνω από τη γη. Αν σήκωνες λίγο ακόμα το κεφάλι σου θα μπορούσες να δεις έναν υπέροχο ουρανό και.... ένα κοπάδι από γιγάντια πρόβατα, τόσο ψηλά που θα μπορούσαν να συγκριθούν με τα περισσότερα βουνά που ξέρω. Ήταν λογικό να υπάρχουν τόσο μεγάλα πρόβατα, επειδή κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να φάει τόσο μεγάλα λουλούδια.&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Όπως είπα, ο βοσκός της ιστορίας μας ζούσε με το παιδί του και με δύο παιδιά. Τα παιδιά αυτά δεν τον είχαν δει ποτέ. Το μόνο που αισθάνονταν ήταν η ζεστασιά του. Αυτός πάντα τα άκουγε αλλά δε μπορούσε να στρέψει το στόμα του προς αυτά για να τους μιλήσει. Τα παιδιά αυτά έβλεπαν μόνο ότι υπήρχε από τα δεξιά του ανθρώπου αυτού και ποτέ δεν έμαθαν τι υπήρχε από τα αριστερά του. Πάντα άκουγαν ότι και ο βοσκός μας και τους δινόταν η ευκαιρία να κοιτάξουν το πάτωμα μόνο όταν τύχαινε να γονατίσει ο βοσκός μας.  Όλα αυτά φαντάζομαι θα ακούγονται πολύ λογικά για κάποιον που έχει μάθει πως είναι να ζει κανείς στο δεξί αυτί κάποιου.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Κάποια μέρα τα γιγάντια πρόβατα άρχισαν να πετούν ψηλά στον αέρα. Κανείς δεν έμαθε και δε θέλησε να μάθει το πώς και το γιατί. Ο βοσκός τα κοιτούσε και στεναχωριόταν γιατί δε του άρεσε να τα βλέπει να κρύβουν τον ήλιο. Μία τεράστια μάζα από μάλλινα σύννεφα είχαν ζώσει ολόκληρη την περιοχή και κρατούσε μέσα της ακόμα και την παραμικρή φωτεινή ακτίνα. Όταν πείνασαν τα πρόβατα άρχισαν να φωνάζουν και οι φωνές τους έκαναν την ατμόσφαιρα ακόμα πιο τρομακτική. Ένα δυνατός άνεμος άρχισε να τα φυσά. Τα πρόβατα άρχισαν να στροβιλίζονται σαν τεράστια βουνά που ξεχνούσαν να υπακούσουν στους νόμους της βαρύτητας. Ένα κενό δημιουργήθηκε στο κέντρο του στροβιλιζόμενου κοπαδιού. Ένας τεράστιο λύκος κατέβηκε και στάθηκε στο κέντρο αυτού του κενού ενώ τα πρόβατα συνέχισαν να στροβιλίζονται γύρω του. Οι αστραπές φώτιζαν το σκοτεινό τοπίο και οι βροντές έκαναν τα παιδιά στο αυτί του βοσκού να φωνάζουν από αγωνία.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ήταν τόσο δυνατές οι φωνές των παιδιών που ο βοσκός έπεσαι στο πάτωμα και άρχισε να τα παρακαλά να σταματήσουν, αλλά αυτά δεν μπορούσαν να τον ακούσουν. Το παιδί του βοσκού τον πλησίασε και του χάιδεψε το κεφάλι. &amp;lt;&amp;lt;άστα πατέρα να φύγουν από το αυτί σου, άστα να χαθούν&amp;gt;&amp;gt;. &amp;lt;&amp;lt;Δε μπορώωω&amp;gt;&amp;gt; απάντησε αυτός &amp;lt;&amp;lt;Δε μπορώ να ζήσω χωρίς τα όμορφα λόγια τους&amp;gt;&amp;gt;. &amp;lt;&amp;lt;Μα πατέρα, δεν είναι αλήθεια όσα λένε, το μόνο που θέλουν είναι η ζεστασιά του αυτιού σου&amp;gt;&amp;gt;. &amp;lt;&amp;lt;Φύγε εσύ που δε μου έχεις πει ούτε έναν όμορφο λόγο. ΦΥΓΕ. ΦΥΓΕ. ΦΥΓΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ.&amp;gt;&amp;gt; Οι φωνές του πατέρα πάγωσαν τη θλιβερή ατμόσφαιρα και μια ακανόνιστη  λύπη κυρίευσε την καρδιά του παιδιού του. &amp;lt;&amp;lt;Θα φύγω πατέρα&amp;gt;&amp;gt;.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Στην άκρη του δωματίου ένα ζευγάρι μαύρες γυαλιστερές μπότες μαρτυρούσε τη δική του ιστορία. Ο βοσκός κοίταξε το παιδί του να φεύγει, κοίταξε μερικές κηλίδες αίμα να στολίζουν τις κατάμαυρες μπότες και έβαλε τα κλάματα. Πώς είχε καταντήσει έτσι;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Το παιδί περπατούσε μόνο του πάνω σε ένα κόκκινο σύννεφο. Δεν είχε πάρει μαζί του τίποτα για να φάει και ήδη είχε αρχίσει να πεινάει από το πολύ περπάτημα. Από πάνω του πετούσε συνέχεια ένα τεράστιο γαλαζοπράσινο πουλί με μακριά καφετιά μύτη. Το πουλί κατάλαβε ότι πεινούσε και πέταξε να φέρει φαγητό. Εκεί που περπατούσε το παιδί είδε μπροστά του ένα καρβέλι ψωμί, έσκυψε και το πείρε. Ευχαρίστησε το Θεό για αυτό το θαύμα και ο Θεός ευχαρίστησε το πουλί και το πουλί το Θεό. Μετά από λίγο το παιδί άρχισε να διψά. Το πουλί κατάλαβε τη δίψα του και πέταξε μακριά. Σε λίγα μέτρα το παιδί βρήκε ένα μπουκάλι νερό. Το παιδί ευχαρίστησε το Θεό και ο Θεός το πουλί και το πουλί το Θεό. Για μέρες ολόκληρες το παιδί περπατούσε σε αυτό το πορφυρό δρόμο, αλλά πέρα από τον ίδιο το δρόμο δε κατάφερε να πάει πουθενά αλλού. Άρχισε να κλαίει για το αδιέξοδο που είχε βρεθεί. Το πουλί άκουσε το κλάμα του παιδιού και το άρπαξε από τους ώμους και πέταξαν μαζί στα σύννεφα. Το παιδί ευχαρίστησε το Θεό και ο Θεός του πουλί και το πουλί το Θεό.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Όταν άνοιξε τα μάτια του ο βοσκός το παιδί του είχε ήδη φύγει μακριά. Είχε σταματήσει να αστράφτει και να βροντά, αλλά τα πρόβατα συνέχιζαν να κρύβουν το φως του ήλιου. Ήξερε ο βοσκός ότι τα πρόβατα μπορούν να φάνε μόνο με το κεφάλι σκυφτό και αυτά όχι μόνο δεν είχαν σκύψει το κεφάλι, αλλά πετούσαν ψηλά στα άφταστα σύννεφα τραγουδώντας την πείνα και την ελευθερία τους. Έπρεπε να βρεθεί κάποιος να τα κατεβάσει, αλλιώς θα πέθαιναν. Κοίταξε για λίγο τις μπότες, μετά έκλεισε τα μάτια του και άκουγε τα όμορφα λόγια των παιδιών που ζούσαν στο αυτί του, δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο, δε κοιτούσε τίποτα άλλο, σκεφτόταν όμως πολλά και δεν ήθελε.....&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Το παιδί συνέχιζε να πετά με το Θεόσταλτο πουλί προς το στόμα του γιγάντιου λύκου. Η αγωνία του παιδιού μεγάλωνε όσο πλησίαζαν το λύκο. Μπορούσε κάθε στιγμή να αφήσει το πουλί και να πέσει κάτω, αλλά πίστευε ότι αυτό ήταν η σωτηρία του γιατί ένιωθε ότι του το είχε στείλει ο Θεός για να το σώσει. Και έτσι δεν έκανε καμία κίνηση για να αποφύγει τα σαγόνια του γιγάντιου λύκου, που ετοιμάζονταν να τα κατασπαράξει.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Στην καλύβα του ο βοσκός πλησίασε τις μπότες και τις πείρε στα χέρια του κρατώντας τις με εμφανή συγκίνηση. Κοίταξε μέσα τους. Στον πάτο κάθε μπότας υπήρχε ένα μεγάλο καρφί. Θυμήθηκε το πόνο που ένιωθε όταν φορούσε τις μπότες και τις πέταξε μακριά. Μετά κοίταξε τις δύο μεγάλες τρύπες στα πόδια του. &amp;lt;&amp;lt;Δε μπορώ να κάνω άλλο το βοσκό σας, δε μπορώ&amp;gt;&amp;gt; αναφώνησε και έβαλε τα κλάματα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Οι μπότες αυτές φτιάχτηκαν πριν πολλά, πολλά χρόνια στο δάσος των νεράιδων και των ονείρων. Αυτά τα γιγάντια πρόβατα πριν πολλά, πολλά χρόνια, όπως και τώρα βρέθηκαν χωρίς βοσκό γιατί ο καιρός των γιγάντων είχε τελειώσει και οι γίγαντες έφυγαν από τη γη αφήνοντας πίσω τους μόνο τους τρομερούς τους θρύλους και τα απίστευτα κατορθώματά τους. Χωρίς βοσκό τα πρόβατα πέθαιναν ένα, ένα και αν δε βρισκόταν ο βοσκός της ιστορίας μας δε θα υπήρχαν πια. Όταν τα έβλεπε να πεθαίνουν, ο βοσκός μας λυπήθηκε πάρα πολύ και αποφάσισε να πάει στο δάσος των νεράιδων και των ονείρων για να ζητήσει από τις νεράιδες του δάσους να τον κάνουν γίγαντα για να μπορεί να τα προσέχει και να τα φροντίζει. Οι νεράιδες τότε του είπαν ότι κάτι τέτοιο απαιτεί μια θυσία από τον ίδιο. Έπρεπε όση ώρα ήταν γίγαντας να τρέχει άφθονο το αίμα του. Του χάρισαν λοιπόν ένα ζευγάρι μπότες και του είπαν ότι κάθε φορά που επιθυμούσε να γίνει γίγαντας δεν είχε παρά να φορέσει τις μπότες αυτές. Ο βοσκός στην αρχή δε κατάλαβε τα λόγια της νεράιδας και πίστεψε ότι τελικά ήταν πολύ απλό να γίνει κάποιος γίγαντας, μετά όμως, όταν ένιωσε τα καρφιά να τρυπάνε τα πόδια του κατάλαβε ότι ήταν μεγάλη ευθύνη να είσαι ο γίγαντας βοσκός αυτών των γιγάντιων προβάτων. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που έκανε το βοσκό τους. Τώρα δεν είχε το κουράγιο να τις ξαναφορέσει. Δεν είχε τη δύναμη να νιώσει για ακόμα μια φορά τα καρφιά να σχίζουν τη σάρκα του. Σίγουρα κάποιος έπρεπε να κατεβάσει τα πρόβατα στο χορτάρι για να μη πεθάνουν, αλλά ποιος;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Τα σαγόνια του λύκου έκλεισαν με δύναμη και άνοιξαν μια τρομερή πληγή πίσω από τη πλάτη του παιδιού. Το παιδί πόνεσε τόσο πολύ που η κραυγή του σκορπίστηκε σε ολόκληρο τον αέρα και έκανε το σκοτεινό ήλιο να σκοτεινιάσει ακόμα περισσότερο. Ο βοσκός αναγνώρισε τη φωνή του παιδιού του και έτρεξε έξω να δει.... και το είδε στα σαγόνια του λύκου. Έκανε να τρέξει να φορέσει τις μπότες για να το σώσει, αλλά τα παιδιά στο αυτί του άρχισαν να τον καθησυχάζουν και να του λένε όμορφα λόγια που τον ηρεμούσαν. Κάθισε σε μια πέτρα έκλεισε τα μάτια και άκουγε τα παιδιά στο αυτί του. Ο λύκος δάγκωσε ακόμα μια φορά το παιδί και αυτό γέμισε με αίματα που άρχισαν να στάζουν σαν βροχή πάνω από τον πατέρα του. Ο βοσκός είδε να πέφτουν στο χέρι του κηλίδες από αίμα, σήκωσε το κεφάλι του και είδε το παιδί του να ματώνει στα σαγόνια του λύκου. Χωρίς δεύτερη σκέψη πέταξε τα παιδιά από το αυτί του και έμπηξε με δύναμη τα πόδια του στις μπότες. Τα πόδια του μάτωναν και όσο περισσότερο μάτωναν τόσο περισσότερο μεγάλωνε το σώμα του βοσκό, ώσπου έγινε ένα πελώριος γίγαντας. Έτρεξε προς το λύκο και τον σκότωσε με τη γροθιά του. Πείρε στα χέρια του το παιδί του και ακούμπησε στη παλάμη του. &amp;lt;&amp;lt;πόσο μεγάλο λάθος έκανα&amp;gt;&amp;gt; ψιθύρισε &amp;lt;&amp;lt;συγχώρεσε με&amp;gt;&amp;gt;.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο βοσκός και το παιδί του χωρίς τα παιδιά κάθισαν να φάνει μαζί το πρωινό τους.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Πατέρα τι θα κάνεις με τα πρόβατα;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Θα φορέσω τα μπότες και θα τα κατεβάσω στο χορτάρι για να φάνει.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Μα θα ματώσουν πάλι τα πόδια σου, θα πονέσεις.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Γι αυτό είμαι βοσκός.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο βοσκός συνέχισε τα τρώει το φρεσκοψημένο ψωμί του και το παιδί σηκώθηκε από το τραπέζι και βγήκε έξω. Πέρασε λίγη ώρα και μετά ο βοσκός το άκουσε να φωνάζει &amp;lt;&amp;lt; Δε χρειάζεται να ξαναπονέσεις πατέρα θα τα κατεβάσω εγώ στο χορτάρι&amp;gt;&amp;gt;. Ο πατέρας του  έτρεξε να το σταματήσει, αλλά πριν προλάβει να φωνάξει τίποτα το παιδί κάρφωσε με δύναμη τα πόδια του στις δύο μπότες. Οι νεράιδες είδαν τη θυσία του παιδιού και δε το άφησαν να νιώσει πόνο, αλλά ούτε έγινε γίγαντας. Ήταν τόσο μεγάλη η θυσία του παιδιού που δε χρειάστηκε να κατέβουν τα πρόβατα γιατί ολόκληρος ο κάμπος ανυψώθηκε στον ουρανό. Ο ουρανός γέμισε με λουλούδια, κόκκινα, κίτρινα, μοβ, όλα τα χρώματα και ο ήλιος έλαμψε ξανά γεμίζοντας ζεστασιά το λιβάδι του ουρανού. Από τότε τα πρόβατα δε χρειάστηκαν άλλο βοσκό γιατί το λιβάδι των ονείρων τα ακολουθούσε παντού. Έτσι ο βοσκός και το παιδί του μπόρεσαν να ζήσουν μια ήρεμη ζωή με... πολύ μικρότερα προβατάκια.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Από το blog Ζήσε σε ένα παραμύθι:   &lt;a href="http://adamhbl.wordpress.com/"&gt;http://adamhbl.wordpress.com/&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;αφιερωμένο στη μαμά μου που γιορτάζει και σε όσους σχολίασαν ....&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;aggeliki&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;nicki&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;BARBARA&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;savvas&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μαίρη&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Κλαίρη&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Foteinh&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Despoina&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Karenito&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;iliana&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;eleonora&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Έλενα&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;vivky&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;και στη Βάσσια και τη φίλη της&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;EYA&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;a href="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/04/acceptance_of_death___-652729.jpeg"&gt;&lt;img class="aligncenter size-medium wp-image-368" title="Οι ματωμένες μπότες" src="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/04/acceptance_of_death___-652729.jpeg?w=300" alt="" width="300" height="225" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-3011617162015407336?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/3011617162015407336/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/04/blog-post.html#comment-form' title='13 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/3011617162015407336'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/3011617162015407336'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/04/blog-post.html' title='Οι ματωμένες μπότες'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><thr:total>13</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-700154712149087216</id><published>2010-03-06T09:53:00.000-08:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.410-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Τα νεκρά χείλια.</title><content type='html'>&lt;p style="text-align:center;"&gt;&lt;img class="aligncenter" src="http://img192.imageshack.us/img192/1668/8copyg.jpg" alt="" width="480" height="1048" /&gt;&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;&lt;img class="aligncenter" src="http://img718.imageshack.us/img718/6120/61668609.png" alt="" width="154" height="185" /&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ παλιά τα χρόνια οι άνθρωποι και οι νεράιδες ζούσαν όλοι μαζί ευτυχισμένοι, όλοι κάτω από τον ίδιο ήλιο, κάτω από το ίδιο φεγγάρι. Μια φορά κι έναν καιρό... Οι άνθρωποι επέλεξαν να ζήσουν μόνοι τους... Ζήλευαν τα όμορφα πλάσματα και δε μπορούσαν να ζουν άλλο μαζί τους. Οι νεράιδες έφευγαν.... Μια φορά κι έναν καιρό όποιος ήθελε μπορούσε να ακολουθήσει τις νεράιδες και να μείνει μαζί τους για πάντα. Όλοι θέλησαν να τ’ αφήσουν πίσω τους όλα, αλλά μόνο ένας το τόλμησε. Μία πριγκίπισσα. Ήταν ευτυχισμένη; Αξίζει η ευτυχία σε κάποιον που αφήνει πίσω του τα παιδιά που μόλις γέννησε για να ζήσει με τις νεράιδες; ....&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ήταν σκοτεινά στο δωμάτιο. Το τζάκι έδειχνε μια φωτιά να καίει. Κανείς δε θέλησε να μάθει που έκαιγε και για ποιον. Η πριγκίπισσα αποφάσισε να γεννήσει τα παιδιά της μυστικά. Κάτω από το παράθυρο οι νεράιδες περπατούσαν σε σειρά και χάνονταν μέσα σε ένα ψηλό πύργο στο κέντρο του κάστρου.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        «κάνε γρήγορα» ψιθύρισε η πριγκίπισσα στην υπηρέτρια που ήταν δίπλα της «πρέπει να προλάβω να πάω μαζί τους».&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Μα δε μπορείτε ακόμα, δε γεννήσατε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Θα γεννήσω και θα πάω, κάνε γρήγορα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Και τα παιδιά;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μία κραυγή ακούστηκε σε όλο το κάστρο και τάραξε την ηρεμία της νύχτας και μετά το κλάμα ενός μωρού και μετά και άλλο κλάμα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Τα  χρόνια πέρασαν και οι άνθρωποι είχαν τόσο καιρό να δουν νεράιδα που σιγά σιγά έμαθαν να πιστεύουν ότι δεν υπάρχουν νεράιδες.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Στο βασίλειο όλοι ήξεραν για τα δύο πριγκιπόπουλα. Τον Χασάν και τον Ισμέτ. Ο Χασάν ήταν μικρότερος. Ο Ισμέτ ήταν μεγαλύτερος. Ο Χασάν έδειχνε συνέχεια την αγάπη του για τον αδερφό του. Ο Ισμέτ δε το έκανε ποτέ. Ο Χασάν έδειχνε πάντα αυτό που ένιωθε. Ο Ισμέτ δεν είχε χαμογελάσει δεν είχε αγκαλιάσει δεν είχε μιλήσει ποτέ στη ζωή του. Η αγάπη των δύο αδερφών, ένας γρίφος που έμεινε άλυτος. Η σιωπή του Ισμέτ, μια σιωπή που θα του στερούσε τη ζωή του.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ένας τεράστιος πύργος ορθωνόταν στο κέντρο του κάστρου. Όλοι λέγαν ότι ήταν στοιχειωμένος. Όλοι περίμεναν να βγει κάτι από μέσα, αλλά κανείς δε πλησίαζε για να το τραβήξει έξω. Πράγματι τα βράδια, όταν έπεφτε η δροσιά και το φως του φεγγαριού σκέπαζε τις ξύλινες στέγες των σπιτιών, φωνές ακούγονταν μέσα από τον πύργο. Μα ποιος μιλούσε; Ο Ισμέτ; Ο Ισμέτ δεν μπορούσε να μιλήσει ή μήπως μπορούσε;... Σε αυτό τον πύργο ζούσε μονάχα ο Ισμέτ. Δε φοβόταν τον πύργο. Άλλωστε τίποτα δεν τον τρόμαζε περισσότερο από τους ανθρώπους. Θα μπορούσε να πεθάνει, αλλά όχι να μείνει μαζί με άλλους. Μέσα στο πύργο δεν υπήρχε σχεδόν κανείς... Ο πύργος δεν είχε πατώματα. Πανύψηλος και ένα δωμάτιο. Το ταβάνι υψωνόταν δεκάδες μέτρα πάνω από το κεφάλι του Ισμέτ. Στο εσωτερικό του υπήρχε μόνο ένα τραπέζι μια καρέκλα και ένας μικρός καθρέφτης στο τοίχο, θολός, πάντα θολός. Μια ανάσα τον θόλωνε πάντα, αλλά ποιανού η ανάσα;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Όσο περνάει ο καιρός όλα χωρίζουν. Και το βασίλειο τώρα χωρίζει... Ένα κομμάτι για τον Ισμέτ και ένα για τον Χασάν. Τόσο καιρό ο Χασάν δεν ενδιφερόταν για το αν τον αγαπούσε ο αδεφός του ή όχι. Όλα άλλαξαν όταν μαθεύτηκε ο χωρισμός του βασιλείου. Άρχισε να του γίνεται εμμονή η ιδέα ότι ο αδερφός του δεν του είχε δείξει ποτέ την αγάπη του. Είχε γίνει μόνιμο μοτίβο στα όνειρά του, η εικόνα του αδερφού του, που δεν έκανε τίποτα, που δεν έλεγε την αγάπη του. Τα χίλια του Ισμέτ κοιτούσε κάθε μέρα για να τα δει να κινιούνται και να λέγε σε αγαπώ αδερφέ μου, αλλά ποτέ δε κοίταξε τα μάτια του Ισμέτ που δάκριζαν, καθώς έβαζε όλη του τη δύναμη να σηκώσει τα νεκρά του χείλια. Μέρα με τη μέρα η μανία αποκτούσε εξουσία στο μυαλό του Χασάν. Σιγά σιγά απόκτησε εξουσία και στο χέρι του και το όπλισε με ένα μαχαίρι. Κανείς δεν ήξερε γιατί κρατούσε το μαχαίρι, ούτε ο ίδιος... μόνο ο Ισμέτ κατάλαβε...&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Εκείνο το βράδυ ο Χασάν σκέφτονταν τα ανέκφραστα χίλια του Ισμέτ και ο Ισμέτ το τρεμάμενο χέρι του αδερφού του. Κοίταξε στον καθρέφτη... τα μάτια του θολά στη θέση τους... και μετά........................... στα χέρια του... έτοιμο δώρο για τον αδερφό του που δε τα είχε κοιτάξει ποτέ... έκλεισε το βλέμμα του και την αγάπη του σε ένα κουτί και τα άφησε στην άκρη, να τα βρει ο αγαπημένος του αδερφός. Δεν άντεξε... το πρωί έφυγε για πάντα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Με τα μάτια θολωμένα από το μίσος και τη τρέλα ο Χασάν έτρεξε κρατώντας ψηλά το μαχαίρι στο πύργο που κοιμόταν ο αδερφός του. Μπήκε μέσα και βρήκε το κορμί του να είναι όπως το περίμενε, αλλά τον ίδιο αναπάντεχα αλλαγμένο. Πλάι του ένα κουτί με τ’ όνομά του. Το έπιασε και το άνοιξε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Όταν είδε ο Χασάν αυτό που πάντα κοιτούσε, αλλά ποτέ δεν έβλεπε ένιωσε την καρδιά του να ξεκολλά από μέσα του και να πέφτει στο πάτωμα. Ήταν τόσο έντονο το αίσθημα αυτό που κοίταξε στο πάτωμα... και είδε την καρδιά του πεσμένη κάτω...... έσκυψε να την πιάσει ... και γέμισαν τα χέρια του από δάκρυα. Όταν κλαίει η καρδιά τα μάτια δε δακρύζουν...&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Σήκωσε το βλέμμα του. Ο καθρέφτης και πάλι θολός, όμως τώρα διπλά θολός... τον πλησίασε και τον σκούπισε απαλά με το χέρι του να κοιτάξει. Οι σταγόνες φύγανε από τον καθρέφτη και είδε τον αδερφό του να τον κοιτά και τη μάνα τους να τον κρατά στην αγκαλιά της. Άφησε την ανάσα του και το τζάμι θόλωσε ξανά. Το σκούπησε και σταμάτησε να ανασάνει. Ήθελε να κοιτά τον Ισμέτ. Ήθελε να τον κοιτά στα μάτια. Άρχισε να ζαλίζεται... έπρεπε να ανασάνει για να μην πεθάνει, αλλά αν ανάσεναι θα θόλωνε ο καθρέφτης, θα έχανε τον Ισμέτ.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο Χασάν δε άφησε την ανάσα του, δεν άφησε τον Ισμέτ να χαθεί από τα μάτια του ποτέ....&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;- Σας περίμενα. Ελάτε πάμε. Ελάτε να σας δείξω την νεραϊδοχώρα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;- Μας άφησες.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;- Το μετάνιωσα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Γράφτηκε για...........................&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μαρία Χάλια&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Κατερίνα Χάλια (ένα παραμύθι της μας έδωσε έμπνευση)&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ευγενία Ιωαννίδου (ένα ποίημά της μας έδωσε έμπνευση)&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Αναστασία και Κωνσταντίνα και Δήμητρα και Μάκη (φίλοι της Άννας - Μαρίας)&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μάγδα (έχει γενέθλια 30 Μαρτίου και η Αγγελική της κάνει δώρο αυτή την αφιέρωση)&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Βάσω και Εύη οι δύο φίλες από Σταυρούπολη&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Φωτεινή Δουβή και Δέσποινα Χρυσικού (από claire στο msn)&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Στεφανία (μια καλή φίλη που μας έδωσε ιδέα για παραμύθι)&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ανδριάνα (μια καλή φίλη που μοιράστηκε μαζί μας κάτι δικό της)&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Αγγελίδου Τατιάνα&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ειρήνη (συζητήσαμε μαζί αυτό το παραμύθι κα με βοήθησε πολύ)&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;strong&gt;&lt;em&gt;για όσους δεν είναι στο fb group και θέλουν να ενημερώνονται με mail για τα νέα παραμύθια μπορούν να κάνουν εγγραφή mail πάνω δεξιά στη σελίδα. όσοι θέλουν να λάβουν ενημέρωση όταν απαντηθεί το σχόλιό τους να το δηλώσουν στη φόρμα που εμφανίζεται μετά τη δημιουργία του σχολίου. Όσοι δε θέλουν να αφήσουν το mail τους μπορούν να σχολιάσουν στο group fb.&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br/&gt;&lt;a href="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/03/dark-gothic.jpg"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;a href="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/03/dark-gothic.jpg"&gt;&lt;img class="aligncenter size-medium wp-image-348" title="Τα νεκρά χείλη" src="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/03/dark-gothic.jpg?w=300" alt="" width="300" height="225" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-700154712149087216?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/700154712149087216/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/03/blog-post_06.html#comment-form' title='40 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/700154712149087216'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/700154712149087216'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/03/blog-post_06.html' title='Τα νεκρά χείλια.'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><thr:total>40</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-7981216592871843304</id><published>2010-02-18T07:39:00.000-08:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.415-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Το χρυσό σεντούκι</title><content type='html'>&lt;img class="aligncenter" src="http://img11.imageshack.us/img11/3080/hersadnessbyoloferla.jpg" alt="" width="532" height="900" /&gt;&lt;img class="aligncenter" src="http://img526.imageshack.us/img526/9840/53430222.png" alt="" width="154" height="185" /&gt;Μια φορά κι έναν καιρό βαθιά μέσα στο κενό της μνήμης γεννήθηκε μια ανάμνηση. Η ανάμνηση στολίστηκε αμέσως με την εικόνα της... Όταν σε ένα βασίλειο γεννιέται ένα παραμύθι, ο ουρανός χαράζει και μέσα από τη χαραμάδα ένας άγγελος κατεβαίνει, κρατώντας στα χέρια του ένα χρυσό σεντούκι. Το τάγμα των αγγέλων τον στέλνει για να κλειδώσει μέσα σε αυτό το σεντούκι το παραμύθι που γεννήθηκε. Εκείνη τη μέρα, όμως το παραμύθι που γεννήθηκε ήταν... μια πανέμορφη κοπέλα.&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Από το πρωί εκείνης της μέρας, η γέρικη βελανιδιά στην άκρη του μεγάλου ποταμιού τραγουδούσε τα πιο όμορφα τραγούδια που άκουσαν ποτέ ανθρώπινο αυτί. Ήταν τόσο, μα τόσο ανάλαφρα αυτά τα τραγούδια που ακόμα και οι πέτρες δεν μπορούσαν να αντισταθούν στην άνωση της μουσικής τους και άρχιζαν να επιπλέουν πάνω στον άνεμο του τραγουδιού.  Για πολλές ώρες το τραγούδι της βελανιδιάς κρατούσε τις πέτρες ψηλά στον αέρα. Κάτι περίμενε... Δεν μπορούσε να την αφήσει να γεννηθεί χωρίς να είναι κοντά της η μάγισσα του ασημένιου δάσους. Δεν μπορούσε να την αφήσει να χαθεί με αυτόν τον τρόπο. Η χαραμάδα είχε αρχίσει να φαίνεται στον ουρανό, το ίδιο είχε αρχίσει να φαίνεται και μια χαραμάδα πάνω στη γέρικη βελανιδιά η μάγισσα, όμως δε φαινόταν πουθενά. Η βελανιδιά δεν μπορούσε να κρατήσει άλλο το παραμύθι μέσα της. Πλησίαζε η ώρα που έπρεπε να γεννηθεί. Όσο πλησίαζε η ώρα το τραγούδι γινόταν όλο και πιο ανάλαφρο, μέχρι που μπορούσε να σηκώσει τα βουνά και να τα κάνει να ταξιδέψουν πάνω στο καταπράσινο κάμπο. Τα βουνά χόρευαν πάνω στον καταπράσινο κάμπο σαν τα πλοία που ετοιμάζονται να ναυμαχήσουν πάνω στον απέραντο ωκεανό.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ξαφνικά το τραγούδι της βελανιδιάς σταμάτησε και ένας τεράστιος κρότος ακούστηκε από τον ήχο των θεόρατων βουνών που ακούμπησαν με δύναμη το νέο χώμα που θα στήριζε από δω και πέρα τα πόδια τους.  Το παραμύθι είχε γεννηθεί... και ήταν μία κοπέλα τόσο όμορφη...&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο άγγελος πετάχτηκε από τη χαραμάδα και έτρεξε να θερίσει το νέο καρπό του δέντρου των θαυμάτων. Τα κάτασπρα φτερά του έσπρωχναν τον άνεμο και το σεντούκι στα χέρια είχε πάρει φωτιά από την αντανάκλαση του φωτός που έβγαινε από το πρόσωπο της όμορφης κοπέλας. Ένα φως τόσο δυνατό, που έκανε τον ήλιο να φαίνεται με άστρο και το φεγγάρι να φωτιστεί για πρώτη φορά με το φως ενός παραμυθιού. Το όμορφο παραμύθι είχε καθίσει πάνω σε μία πέτρα και είχε βάλει το κεφάλι της μέσα στα πόδια για να κρύψει τη λάμψη του προσώπου του. Ο άγγελος κατέβηκε και στάθηκε δίπλα της. Άνοιξε το χρυσό του σεντούκι και ετοιμάστηκε να την κάνει αθάνατη ρίχνοντάς την στην αιώνια αφθαρσία της αιχμαλωσίας.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μερικές φορές τα πράγματα δε γίνονται όπως πρέπει να γίνουν. Η μάγισσα του δάσους αγκάλιασε με δύναμη την κοπέλα και ένας τρομερός αέρας τις κύκλωσε. Ο αέρας παρέσυρε τον άγγελο και τον έκανε να πετάξει μακριά. Ο άγγελος μπήκε πάλι μέσα στη χαραμάδα του ουρανού και η γη έπαψε να μιλά πια με τα άστρα. Ο άνεμος κόπασε. Η μάγισσα τίναξε τα μαλλιά της, κάθισε στο πλάι της όμορφης κοπέλας και της έπιασε το χέρι. «Είναι ώρα να ξεκινήσουμε» της είπε. Η κοπέλα έπιασε το σεντούκι από κάτω και τη ρώτησε γιατί δεν την άφησε να μπει μέσα. Η μάγισσα χαμογέλασε και της έγνεψε να την ακολουθήσει.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η κοπέλα την ακολούθησε και συνέχισε να την ακολουθεί για τα επόμενα χρόνια της θλιβερής ζωής της. Η μάγισσα χρειάζονταν τη λάμψη του προσώπου της για να στολίσει τα μαγικά της ξόρκια, μα κάθε φορά που το έκανε αυτό η λάμψη γινόταν όλο και λιγότερη. Σιγά, σιγά χάθηκε τελείως το παραμυθένιο φως και δεν υπήρχε πια τίποτα που να το θυμίζει.  Το πρόσωπο τις κοπέλας ήταν τόσο σκοτεινό όσο και αυτό της μάγισσας. Η μάγισσα το παρατήρησε αυτό και σταμάτησε να χρησιμοποιεί το πρόσωπο της νεαρής κοπέλας. Σταμάτησε να θέλει να την έχει κοντά της. Άρπαξε την κοπέλα για ακόμα μια φορά από το χέρι και ορκίστηκε να μην σταματήσει μέχρι που  να γίνει το πρόσωπό της λαμπερό, όπως και πριν.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ένας μάγος συνάντησε τις δύο γυναίκες στο δρόμο και τις ρώτησε για την πορεία που ακολουθούσαν. Η μάγισσα του απάντησε ότι ακολουθούσαν το φως, όπου και αν βρίσκονταν αυτό. Ο μάγος γέλασε και είπε με μεγαλόφωνη φωνή «το φως είναι παντού». Η μάγισσα δεν έδωσε σημασία στα λόγια του και συνέχισε να ακολουθεί το φως ελπίζοντας ότι έτσι θα ξαναφώτιζε το πρόσωπο του όμορφο παραμυθιού. Το πρωί ακολουθούσε το φως του ήλιου και το βράδυ το φως του φεγγαριού και έτσι δε κατάφερνε να φτάσει ούτε στον ήλιο, αλλά ούτε στο φεγγάρι. Η όμορφη κοπέλα την ακολουθούσε και παρακαλούσε να τέλειωνε αυτή η ανούσια ζωή που ζούσε. Ένιωθε ότι δεν υπήρχε κανένα νόημα για να ζει και αυτό την έκανε να υποφέρει.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Πέρασαν πολλές μέρες και διένυσαν τεράστιες αποστάσεις προς το φως χωρίς να καταφέρουν να κάνουν τίποτα για να φωτιστεί το όμορφο παραμύθι. Κάποια μέρα, ένα όμορφο πριγκιπόπουλο έτυχε να τις συναντήσει στο δρόμο και ρώτησε τη μάγισσα αν ήξερε που ήταν το βασίλειο του αδάμαστου ποταμού, όπου ήθελε να πάει. Η μάγισσα του έδειξε το δρόμο και του ευχήθηκε καλή τύχη. Το πριγκιπόπουλο όλη αυτή την ώρα δεν είχε καταφέρει να πάρει τα μάτια του από την όμορφη κοπέλα, αλλά και η κοπέλα ήθελε να καταφέρει να σηκώσει το βλέμμα της και να τον κοιτάξει κατάματα τόσο, όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Το πριγκιπόπουλο άρχισε να απομακρύνεται και το όμορφο παραμύθι τον έβλεπε μη μπορώντας να κρύψει την έκπληξή της. Ξαφνικά το πριγκιπόπουλο σταμάτησε, γύρισε το κεφάλι του, κατέβηκε από το άλογο και πλησίασε την όμορφη κοπέλα. Την κοίταξε στα μάτια, της έπιασε το χέρι και της χάρισε ένα λουλούδι. Η κοπέλα χαμογέλασε για πρώτη φορά στη ζωή της και το πρόσωπό της έγινε πάλι φωτεινό. Η μάγισσα κατάλαβε τότε ότι άδικα έψαχνε να της δώσει πίσω το φως της, ακολουθώντας το φως του ήλιου και του φεγγαριού. Το φως στο πρόσωπο της κοπέλας ήταν η χαρά που ένιωθε βαθιά μέσα της. «Θες να τον ακολουθήσεις;» είπε η μάγισσα στην κοπέλα. «Και αυτό που ψάχνουμε;» απάντησε αυτή. «Βαρέθηκα να ψάχνω αν θες ακολούθησε εμένα στο σπίτι μου ή το πριγκιπόπουλο». Το πριγκιπόπουλο γονάτισε μπροστά της και της ζήτησε να τον ακολουθήσει. Η κοπέλα έγνεψε καταφατικά και το πρόσωπό της έγινε ακόμα φωτεινότερο.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Όσο ταξίδευαν μαζί οι δυο τους προς το βασίλειο το πρόσωπό της γινόταν όλο και φωτεινότερο, όλο και πιο λαμπερό. Κάποια στιγμή σταμάτησαν σε ένα πηγάδι για να πιουν νερό και να ξεκουραστούν. Ο αέρας έπαιζε με τα φύλα του κισσού και τα στάχια που είχαν ζώσει γύρω, γύρω το πηγάδι. Το όμορφο πριγκιπόπουλο έκοψε ένα στάχυ και έκανε με αυτό ένα δαχτυλίδι. Η κοπέλα τον παρακολουθούσε με την άκρη του ματιού της και τα μάτια της έλαμπαν από χαρά και ελπίδα. Το πριγκιπόπουλο πλησίασε, της έδειξε το δαχτυλίδι και της είπε « Θέλω να γίνεις η μητέρα των παιδιών μου». Τα μάτια της όμορφης κοπέλας γέμισαν με δάκρυα και το πρόσωπό της έγινε τόσο φωτεινό που φώτισε το σκοτάδι του ήλιου. Ένα άγγελος κατέβηκε τότε από τον ουρανό και στάθηκε, κρατώντας το χρυσό σεντούκι δίπλα στην κοπέλα. «Το πρόσωπό σου ξαναγέμισε με φως και άρα η ψυχή σου με χαρά. Θες να σε κλειδώσω τώρα μέσα στο χρυσό σεντούκι ώστε να μείνεις χαρούμενη για πάντα ή θα αρνηθείς την αιώνια ευτυχία για ακόμα μια φορά;». Η όμορφη κοπέλα γύρισε προς το πριγκιπόπουλο και είπε «θα μείνω μαζί του».&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Τα χρόνια περνούσαν, το πριγκιπόπουλο γερνούσε, αλλά όχι και η κοπέλα. Βλέπετε... τα παραμύθια δε γερνάνε ποτέ.  Πέρασαν πολλές όμορφες στιγμές μαζί και το πρόσωπο της κοπέλας δεν έπαψε να λάμπει ούτε μία στιγμή. Ο καιρός περνούσε, όμως και ο φόβος ότι κάτι θα τους χώριζε γινόταν όλο και μεγαλύτερος. Κάποια μέρα το πριγκιπόπουλο ξέχασε να ανοίξει τα μάτια του, ξέχασε ότι η όμορφη γυναίκα του, του είχε ετοιμάσει το αγαπημένο του πρωινό και ότι ήταν η ώρα να ποτίσει τα όμορφα λουλούδια του κήπου τους. Η κοπέλα έσκυψε και τον φίλησε στο μέτωπο, ήξερε ότι δεν είχε πεθάνει, αλλά ήξερε και ότι δεν θα τον ξαναέβλεπε ποτέ. Στεναχωρήθηκε τόσο πολύ που όχι μόνο έσβησε το φως από το πρόσωπό της, αλλά μετατράπηκε σε ένα σκοτεινό κενό.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Τα χρόνια πέρασαν, όμως κάποια στιγμή και για το παραμύθι μας. Έπρεπε να μπει και αυτό στο χρυσό σεντούκι της είτε ήθελε είτε όχι και να ζήσει αιώνια μέσα σε αυτό με το φως που είχε ή μάλλον που δεν είχε... Αιώνια στο σκοτάδι... Ο άγγελος ήταν ακριβής στην ώρα του. Κατέβηκε όταν το χιλιοστό πρώτο άστρο της χαράς πέρασε πάνω το σημείο που γεννήθηκε το παραμύθι, η όμορφη κοπέλα. Ο άγγελος κοίταξε με δάκρυα στα μάτια το πρόσωπο της κοπέλας και της είπε «πρέπει να μπεις». Η κοπέλα ετοιμάστηκε να μπει μέσα όταν ξαφνικά μια φωνή τη σταμάτησε από μακριά. Ήταν η μάγισσα που είχε διώξει τον ίδιο άγγελο όταν είχε γεννηθεί η κοπέλα. «Στάσου λίγο» είπε στον άγγελο. Ο άγγελος της έγνεψε χαμογελώντας. Η μάγισσα πλησίασε την κοπέλα και ακούμπησε με την παλάμη της την καρδιά της. «Κοίτα μέσα» της είπε. Η κοπέλα μπόρεσε τότε να κοιτάξει μέσα στην καρδιά της και αυτό που είδε δεν ήταν τίποτα άλλο από τον όμορφο πρίγκιπά της. Κατάλαβε ότι ήταν για πάντα μαζί της, μέσα στην καρδιά της. Ακούμπησε με τα δυο της χέρια την καρδιά της και άρχισε να φιλά με αναφιλητά τη μάγισσα που την έδειξε αυτό που ένιωθε, αλλά δε μπορούσε να πιστέψει. Το πρόσωπό της έγινε τόσο φωτεινό όσο φωτεινό ήταν και εκείνη τη μέρα. Εκείνη τη μέρα που ένα δαχτυλίδι από στάχυ της χάρισε την μεγαλύτερη χαρά που είχε νιώσει ποτέ. Ο άγγελος της έπιασε το χέρι και την έβαλε μέσα στο χρυσό σεντούκι. Θα έμενε για πάντα έτσι, χαρούμενη.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Αφιερωμένο&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Inoula treloula / dimitris poupakis&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;a href="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/02/gothic-wallpaper-219.jpg"&gt;&lt;img class="aligncenter size-medium wp-image-350" title="Το χρυσό σεντούκι" src="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/02/gothic-wallpaper-219.jpg?w=300" alt="" width="300" height="225" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;strong&gt;&lt;em&gt; &lt;/em&gt;&lt;/strong&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-7981216592871843304?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/7981216592871843304/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/02/blog-post_18.html#comment-form' title='38 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/7981216592871843304'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/7981216592871843304'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/02/blog-post_18.html' title='Το χρυσό σεντούκι'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><thr:total>38</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-5861328885791059617</id><published>2010-02-07T11:03:00.000-08:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.420-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Το πρόσωπο των ρόδων</title><content type='html'>&lt;p style="text-align:center;"&gt;&lt;a href="http://img69.imageshack.us/img69/2672/xotiko45.jpg"&gt;&lt;img class="aligncenter" src="http://img69.imageshack.us/img69/2672/xotiko45.jpg" alt="" width="500" height="1200" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;Μια φορά κι έναν καιρό σε μια περιοχή πολύ μακριά από εδώ υπήρχε μια πόλη τόσο παράξενη και αλλόκοτη, όσο καμία άλλη πόλη στον κόσμο. Η πόλη αυτή βρισκόταν τοποθετημένη σε μια πεδιάδα, η οποία ήταν κυκλωμένη από τεράστια βουνά. Στα βουνά αυτά πριν από πολύ πολύ καιρό φύτρωναν λουλούδια που είχαν πρόσωπο και μπορούσαν να μιλάνε  και να τραγουδούν και να κάνουν διάφορες γκριμάτσες. Την εποχή που φύτρωναν τα λουλούδια αυτά, όλα ήταν τόσο όμορφα, τόσο φωτεινά. Οι άνθρωποι ξεκινούσαν από τα σπίτια τους και πήγαιναν στα βουνά για να κόψουν ξύλα για τη φωτιά, μιλούσαν με τα λουλούδια και τα φιλούσαν στα ροδοκόκκινα μάγουλά τους για τα όμορφα λόγια που τους έλεγαν. Άνθρωποι και λουλούδια τραγουδούσαν όλοι μαζί και χαίρονταν την ομορφιά του τοπίου.&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Κάποια μέρα όμως ο ουρανός σκοτείνιασε... Οι κάτοικοι της όμορφης πόλης ανησύχησαν και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκαν ήταν μήπως είχαν πάθει κάτι τα αγαπημένα τους λουλούδια. Πήραν τα τσεκούρια τους και ξεκίνησαν πάλι για τα βουνά. Καθώς προχωρούσαν όμως η φρίκη στο πρόσωπό τους γινόταν όλο και μεγαλύτερη. Πολλά από τα λουλούδια είχαν χάσει το πρόσωπό τους. Πλέον δεν μπορούσαν ούτε να μιλήσουν, ούτε να γελάσουν, ούτε να τραγουδήσουν, αλλά ούτε να κλάψουν για αυτό που είχαν πάθει. Οι άνθρωποι απόρησαν με αυτό που πάθανε τα λουλούδια και άρχισαν να ρωτούν ο ένας τον άλλον μήπως ήξεραν τι είχε συμβεί. Κανένας δεν μπορούσε να απαντήσει μέχρι που η απάντηση ήρθε από ένα στόμα που τους προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη φρίκη. Είδαν το πρόσωπο ενός λουλουδιού φορεμένο από έναν άνθρωπο να τους λέει ότι μπορούσαν και αυτοί να το βάλλουν και αυτοί στο πρόσωπό τους όπως έκανε και ο ίδιος. Όλοι αρνήθηκαν με θυμό και άρχισαν να τον κυνηγούν.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Από εκείνη τη μέρα κάτι άλλαξε στην μικρή πόλη. Όλοι περιφέρονταν στην πόλη σιωπηλοί και σκεφτικοί. Βλέπετε... όλοι είχαν χαρακτηρίσει φρικαλέα την πράξη του άγνωστου ανθρώπου, αλλά επίσης όλοι ήθελαν να έχουν αντί για το δικό τους πρόσωπο, το πρόσωπο ενός λουλουδιού. Μερικοί δεν άντεχαν στον πειρασμό και φορούσαν αντί για το δικό τους λουλούδινο πρόσωπο. Στην αρχή οι άλλοι τους έδειχναν με το δάχτυλο και τους κατηγορούσαν, αλλά μετά από λίγο καιρό αυτοί που έδειχνε το δάχτυλο ήταν εκείνοι που δεν φορούσαν στο πρόσωπό τους τα πρόσωπα των ρόδων.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η πόλη γέμισε με όμορφα πρόσωπα, αλλά τα βουνά άδειασαν από τα χαμόγελα των ρόδων. Ο ουρανός σταμάτησε να χαμογελά και αυτός... Δεν είχε πια με τι να χαρεί. Οι μόνοι που χαίρονταν ήταν οι διεστραμμένοι άνθρωποι κοιτώντας στον καθρέφτη κάτι που δεν τους ανήκε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο πόνος των ρόδων ήταν τόσο μεγάλος που άρχισαν να μαραίνονται μέρα με τη μέρα. Τα φύλα τους κιτρίνιζαν τα ροδοπέταλά τους έπεφταν και δεν άφηναν καμία δροσοσταλίδα να κάτσει πάνω τους. Όσο μαραίνονταν τα ρόδα, όμως άλλο τόσο μαραίνονταν και τα πρόσωπά τους. Οι άνθρωπο έβλεπαν στον καθρέφτη το όμορφο πρόσωπο που φορούσαν να πεθαίνει μα δε μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Προσπαθούσαν με μανία να το βγάλουν, αλλά δεν κατάφερναν τίποτα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Κάποια μέρα τα ρόδα πέθαναν και μαζί τους πέθαναν και τα πρόσωπά τους. Από εκείνη τη μέρα οι άνθρωποι της πόλης έμεινα χωρίς πρόσωπο για πάντα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;strong&gt;&lt;em&gt;Για όσους ζητούν να μάθουν για το πουγκι... Θα τους διηγηθώ την ιστορία από άλλη οπτική γωνία.... (συνέχεια από τα δύο προηγούμενα παραμύθια)&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μια φορά κι έναν καιρό σε μια περιοχή πολύ μακριά από εδώ υπήρχε μια πόλη τόσο παράξενη και αλλόκοτη, όσο καμία άλλη πόλη στον κόσμο. Η πόλη αυτή βρισκόταν τοποθετημένη σε μια πεδιάδα, η οποία ήταν κυκλωμένη από τεράστια βουνά. Στα βουνά αυτά πριν από πολύ πολύ καιρό φύτρωναν λουλούδια που είχαν πρόσωπο και μπορούσαν να μιλάνε  και να τραγουδούν και να κάνουν διάφορες γκριμάτσες. Την εποχή που φύτρωναν τα λουλούδια αυτά, όλα ήταν τόσο όμορφα, τόσο φωτεινά. Οι άνθρωποι ξεκινούσαν από τα σπίτια τους και πήγαιναν στα βουνά για να κόψουν ξύλα για τη φωτιά, μιλούσαν με τα λουλούδια και τα φιλούσαν στα ροδοκόκκινα μάγουλά τους για τα όμορφα λόγια που τους έλεγαν. Άνθρωποι και λουλούδια τραγουδούσαν όλοι μαζί και χαίρονταν την ομορφιά του τοπίου&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Κάποια μέρα όμως ο ουρανός σκοτείνιασε... Οι κάτοικοι της όμορφης πόλης ανησύχησαν και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκαν ήταν μήπως είχαν πάθει κάτι τα αγαπημένα τους λουλούδια. Πήραν τα τσεκούρια τους και ξεκίνησαν πάλι για τα βουνά. Καθώς προχωρούσαν όμως η φρίκη στο πρόσωπό τους γινόταν όλο και μεγαλύτερη. Πολλά από τα λουλούδια είχαν χάσει το πρόσωπό τους. Πλέον δεν μπορούσαν ούτε να μιλήσουν, ούτε να γελάσουν, ούτε να τραγουδήσουν, αλλά ούτε να κλάψουν για αυτό που είχαν πάθει. Οι άνθρωποι απόρησαν με αυτό που πάθανε τα λουλούδια και άρχισαν να ρωτούν ο ένας τον άλλον μήπως ήξεραν τι είχε συμβεί. Κανένας δεν μπορούσε να απαντήσει μέχρι που η απάντηση ήρθε από ένα στόμα που τους προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη φρίκη. Είδαν το πρόσωπο ενός λουλουδιού φορεμένο από έναν άνθρωπο να τους λέει ότι μπορούσαν και αυτοί να το βάλλουν και αυτοί στο πρόσωπό τους όπως έκανε και ο ίδιος. Όλοι αρνήθηκαν με θυμό και άρχισαν να τον κυνηγούν.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Από εκείνη τη μέρα κάτι άλλαξε στην μικρή πόλη. Όλοι περιφέρονταν στην πόλη σιωπηλοί και σκεφτικοί. Βλέπετε... όλοι είχαν χαρακτηρίσει φρικαλέα την πράξη του άγνωστου ανθρώπου, αλλά επίσης όλοι ήθελαν να έχουν αντί για το δικό τους πρόσωπο το πρόσωπο ενός λουλουδιού.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ας δούμε όμως που έχει πάει το μαγικό πουγκί σε αυτό το παραμύθι... Η Αγγελική όταν μεγάλωσε αρκετά παντρεύτηκε έναν όμορφο ιππότη και έζησαν μαζί απίστευτες περιπέτειες και απίστευτα παραμύθια, όταν, όμως ήρθε η ώρα να πεθάνει η Αγγελική ο καιρός των αγγέλων και των ρόδων δεν είχε φτάσει ακόμα... Η Αγγελική κοίταξε στα μάτια τον γερασμένο ιππότη της και του έδωσε το πουγκί μεταβιβάζοντάς του την κυριότητα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο γερασμένος ιππότης στεναχωρήθηκε τόσο πολύ που δε σταμάτησε να κλαίει ποτέ στη ζωή του. Το μόνο πράγμα που του είχε μείνει από εκείνη ήταν ο καθρέφτης της. Τα δάκρυα τρέχανε από τα μάτια του νύχτα και μέρα. Γι αυτό το λόγο οι υπόλοιποι ιππότες τον φώναζαν λυπημένο ιππότη. Ο λυπημένος ιππότης δεν μπορούσε να φιλάει μόνος του το πουγκί και έτσι αποφάσισε να βρει με κάθε κόστος τους καλύτερους ιππότες της γης, οι οποίοι θα μπορούσαν να ορκιστούν στην αγάπη και στην αλήθεια.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Σε ένα χωριό κοντά στο βασίλειο του Παντούφ, τρεις νεαρές κοπέλες είχαν καθίσει σε ένα πηγάδι που το σκέπαζε μια γερασμένη βελανιδιά και μιλούσαν για το σκληρό τρόπο με τον οποίο τους μεταχειρίζονταν ο βασιλιάς τους.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μέσα στο πηγάδι μια γλυκιά μουσική έπαιζε, αλλά οι κοπέλες δεν μπορούσαν να την ακούσουν. Στην πραγματικότητα μόνο ένας είχε καταφέρει να την ακούσει, αλλά μαγεύτηκε τόσο πολύ από τη γλυκιά μελωδία που έβγαλε φτερά και πέταξε και δεν τον ξαναείδε κανένας. Μέσα σε αυτό το πηγάδι υπήρχαν ατελείωτες στοές και αδιέξοδα και μαγικά λυχνάρια και μαργαριτάρια και ρουμπίνια και μυστικά... ατελείωτα μυστικά... Μέσα σε αυτό το πηγάδι, όμως υπήρχε και ένα νεραϊδόσπιτο, όπου ζούσαν οι νεράιδες εκείνου του δάσους. Το νεραϊδόσπιτο αυτό ήταν πολύ φωτεινό γιατί φωτίζονταν από το νεραϊδοφώς, ένα υπέροχο φως που φωτίζει τα βήματα των νεράιδων στο σκοτάδι. Ναι, βλέπετε οι νεράιδες βγαίναν από το πηγάδι κάθε νύχτα και πήγαιναν στο ποτάμι για να πλυθούν και να μιλήσουν με τους σοφούς κένταυρους.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Το προηγούμενο βράδυ ένα κένταυρος ήταν  πάρα πολύ ταραγμένος. Δύο μικρές νεραϊδούλες τον πλησίασαν και τον ρώτησαν τί του συνέβαινε και ήταν τόσο σκεπτικός. Τις λέγαν Άννα - Μαρία και Vale. Ο κένταυρος σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια του και τις είπε ότι το τέλος των ρόδων πλησιάζει. «Από τότε που έμαθαν ότι μπορούν να φορέσουν το πρόσωπο των ρόδων μέρα με τη μέρα τα ρόδα χάνουν το πρόσωπό τους και πεθαίνουν. Αν πεθάνει και το τελευταίο ρόδο θα χαθούμε για πάντα όλοι μας. Όλα τα μαγικά πλάσματα, όλοι θα γίνουμε στάχτη. Ο κένταυρος πλησίασε τις δύο νεράιδες και τους έδειξε το σύννεφο του πορφυρού ουρανού. «Ορκιστείτε» είπε «ότι θα σώσετε τα μαγικά πλάσματα και ολόκληρη τη γη. Ορκιστείτε ότι δε θα αφήσετε να καταστραφεί το τελευταίο ρόδο». Η Άννα - Μαρία, η νεράιδα των πουλιών και η Vale, η νεράιδα του κίτρινου τόξου ακούμπησαν το σύννεφο και ορκίστηκαν.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Τώρα οι δύο νεράιδες κάθονταν μέσα στο πηγάδι και σχεδίαζαν τη μεγάλη τους απόδραση. Για να τηρήσουν τον όρκο τους θα έπρεπε να βγουν απ το πηγάδι. Καθώς μελετούσαν το σχέδιο που είχαν καταστρώσει καθισμένες σε μια πέτρα στο τοίχωμα του πηγαδιού άκουσαν τα κλάματα των τριών κοριτσιών που ήταν από πάνω. Ανέβηκαν σιγά σιγά και έβγαλαν δειλά τα κεφάλια τους από το πηγάδι. Άκουγαν τις κοπέλες για αρκετή ώρα. Έμαθαν για το πόσο άσχημα τους φερόταν ο βασιλιάς τους, άκουσαν για τη μεγάλη πείνα και για τη φτώχεια που ζούσαν, για όσα ονειρεύονταν και δε μπορούσαν να καταφέρουν. Οι δύο νεράιδες λυπήθηκαν πολύ με αυτά που άκουγαν και χωρίς να το καταλάβουν βρέθηκαν να τις αγκαλιάζουν σφιχτά και να τις χαϊδεύουν στο κεφάλι. Η αγκαλιά των νεράιδων ήταν τόσο ζεστή και μαλακή που οι τρεις κοπέλες δε τρόμαξαν, αλλά τις αγκάλιασαν και αυτές και άρχισαν να κλαίνε όλοι μαζί. Όταν συνήλθαν κοιτάχτηκαν και απόρησαν με όσα είχαν συμβεί. «Άννα - Μαρία» είπε η νεράιδα των πουλιών «Vale» είπε η νεράιδα του κίτρινου τόξου. «Κλαίρη», «Νάνση», «Βάσια», είπαν με τη σειρά οι κοπέλες.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο λυπημένος ιππότης έψαχνε ασταμάτητα να βρει κάποιον που να μπορούσε να φυλάξει το πουγκί, αλλά κανένας δεν ήταν άξιος. Τα πάθη είχαν κυριεύσει τους ιππότες της εποχής, οι οποίοι διψούσαν για δόξα και εξουσία. Η απληστία είχε κυριεύσει τις ψυχές των ιπποτών. Έτσι αποφάσισε να πάει στο βασίλειο του βασιλιά Παντούφ που φημίζονταν για τη φτώχια των κατοίκων του. Ο λυπημένος ιππότης ήξερε ότι οι φτωχοί είναι οι τιμιότεροι άνθρωποι του κόσμου. Όταν έφτασε είχε ήδη βραδιάσει. Μπήκε μέσα στο κάστρο και έδεσε το άλογό του. Σκούπισε τα μάγουλά του μα τα δάκρυα δε σταματούσαν να κυλούν. Κοίταξε στο φεγγάρι και είδε ένα πρόσωπο. Ήταν σίγουρος ότι είδε την αγαπημένη του Αγγελική. Τέντωσε τα χέρια του να το αγκαλιάσει... τα κατέβασε σιγά, σιγά... έπιασε το κεφάλι του. Άρχισε να περπατά σκυφτός μέσα στα στενά σοκάκια. Περπατούσε κοιτώντας τα αστέρια όταν κοντοστάθηκε απότομα μόλις άκουσε το όνομα Άννα – Μαρία. Έγειρε το κεφάλι του στο κλειστό παράθυρο ενός σπιτιού και άκουσε τη συζήτηση τριών κοριτσιών.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Η Άννα – Μαρία ήταν πιο όμορφη από τη Vela&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Όχι, εγώ πιστεύω ότι ισχύει το αντίστροφο.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Παιδιά και οι δυο νεράιδες ήταν. Και οι δύο είχαν ασύγκριτη ομορφιά.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Ναι δίκιο έχεις.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Ίσως τις συναντήσουμε ξανά.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Ίσως. Τώρα θα πάνε να σώσουν τα ρόδα. Μακάρι να μπορούσαμε να πάμε και για να τις βοηθήσουμε. Μακάρι να μπορούσε να γλιτώσουμε από τον τύραννο, τον Παντούφ. Να γλυτώναμε εμείς και οι γονείς μας και όλοι από αυτόν τον απαίσιο.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Μπορούμε να το σκάσουμε και να τις ακολουθήσουμε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Ναι, και να πάμε πού; Στην πόλη που την κυκλώνουν τα βουνά στα οποία φυτρώνουν τα λουλούδια που έχουν πρόσωπο. Ακόμα και μια ζωή να ψάχνουμε δε πρόκειται να τα βρούμε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Προτιμώ να αφιερώσω τη ζωή μου για κάτι που έχει αξία παρά για κάτι που παίρνει αξία από την ίδια τη ζωή μας.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Και εγώ.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Και εγώ.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Ετοιμαστείτε τότε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Τί;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        ΦΕΥΓΟΥΜΕ&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο λυπημένος ιππότης ήταν σίγουρος ότι είχε βρει αυτό που έψαχνε. Οι κοπέλες έβαλαν κάπες στο κεφάλι τους και βγήκαν από τα τείχη της πόλης. Ο λυπημένος ιππότης τις ακολούθησε σιωπηλά και έφερε στο νου του την πόλη απ όπου είχε περάσει πριν μέρες.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Δεν είχαν περάσει πολλές μέρες από τότε που πέρασε για πρώτη φορά από αυτή την αλλόκοτη πόλη. Μια τρομερή κατάρα είχε πλανηθεί σε ολόκληρη την πόλη. Κάποια μάγισσα ξεγέλασε τους κατοίκους της και τους έκανε να φορέσουν στο πρόσωπό τους τα πρόσωπα των λουλουδιών. Αρχικά είχαν αρνηθεί να κάνουν κάτι τέτοιο, αλλά σιγά, σιγά, ένας, ένας όλοι τα φόρεσαν στο πρόσωπό τους. Όταν και ο τελευταίος κάτοικος φόρεσε ρόδινο πρόσωπο η κακιά μάγισσα μπορούσε να κάνει το μαγικό της ξόρκι. Είπε τα μαγικά λόγια και όλοι όσοι είχαν φορέσει λουλούδινο πρόσωπο έχασαν και το πρόσωπο αυτό και το δικό τους και απόκτησαν ένα αποκρουστικό πρόσωπο. Ήταν τόσο άσχημο που κανένας δεν ήθελε να κυκλοφορεί στο δρόμο με αυτό. Έτσι οι δρόμοι γέμισαν με άμαξες που κουβαλούσαν πίσω από τις μαύρες κουρτίνες τους τα αποκρουστικά πλάσματα. Ήταν όλοι τους τόσο άσχημοι!!! Η μανία τους για την ομορφιά του προσώπου τους έκανε να χάσουν τελείως το μυαλό τους. Τυφλώθηκαν από τη μανία της ομορφιάς και ορκίστηκαν να σκοτώσουν όποιον τολμούσε να έχει ένα πρόσωπο πιο όμορφο από το δικό τους. Μετά ο λυπημένος ιππότης σκέφτηκε πάλι την Αγγελική και αναστέναξε βαθιά βγάζοντας έναν λυγμό πόνου. Δεν άντεχε άλλο να είναι μακριά της. Τα κορίτσια άκουσαν τον αναστεναγμό από μακριά και κοντοστάθηκαν φοβισμένες. Ο λυπημένος ιππότης δεν μπορούσε να κρύβετε άλλο έπρεπε να εμφανιστεί τις πλησίασε και τους είπε όλα όσα ήξερε για την παράξενη πόλη που έψαχναν. Τους ρώτησε με απορία για την Άννα – Μαρία και τους έδωσε το πολύτιμο πουγκί. «Όσο υπάρχει αυτό θα υπάρχει και ελπίδα» είπε, τους έδωσε τον καθρέφτη του και άρχισε να απομακρύνεται. Όσο απομακρυνόταν ένα λυπητερό τραγούδι στόλιζε την πρωινή αυγή. Τα σύννεφα κοκκίνισαν για να υποδεχτούν τον όμορφο ήλιο. Η Κλαίρη, η Νάνσυ και η Βάσια κοίταξαν με απορία τον καθρέφτη, μετά τράβηξαν προς την κατεύθυνση που τους έδειξε ο ιππότης και έσφιξαν το πουγκί μέσα στη χούφτα τους.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Άννα – Μαρία και η Vale έφτασαν στην αλλόκοτη πόλη το προηγούμενο βράδυ. Τα δάση στα βουνά που κύκλωναν την πόλη είχαν ξεραθεί και το φως των αστεριών δεν τολμούσε να πλησιάσει στην καταραμένη πόλη μήπως και φωτίσουν κάποιο από τα αποκρουστικά πρόσωπα και χαλάσει η ομορφιά της ξάστερης νύχτας. Οι δύο νεράιδες δεν γνώριζαν για το ξόρκι της κακιάς μάγισσα, ούτε για τον όρκο που είχαν δώσει τα άσχημα πλάσματα και αποφάσισαν να μπουν μέσα στην πόλη και να εμφανιστούν ως νεράιδες. Ήταν σίγουρες ότι αν γινόταν αυτό θα ήταν τόσο μεγάλη η έκπληξη των κατοίκων της πόλης που θα έκαναν ότι τους ζητούσαν. Έτσι αυτές θα τους έλεγαν για τις συνέπειες της άσχημης πράξης τους και αυτοί θα έβγαζαν από πάνω τους τα ρόδινα πρόσωπα και θα τα επέστρεφαν στα λουλούδια. Τα πράγματα όμως δεν έγιναν έτσι... Όταν μπήκαν στην πόλη οι δύο νεράιδες το μόνο που είδαν ήταν τι άμαξες με τις μαύρες κουρτίνες στα παράθυρά τους να περιφέρονται στην πόλη. Τίποτα άλλο δεν υπήρχε. Μόνο οι άμαξες και μια βαριά πυκνή ομίχλη και σκοτάδι... βαθύ σκοτάδι... Οι νεράιδες περπατούσαν στους παράξενους δρόμους της αλλόκοτης πόλης και δεν ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν μέχρι που φύσηξε ο άνεμος και τράβηξε τη κουρτίνα από μια άμαξα που πέρασε από μπροστά τους το αποκρουστικό πλάσμα που βρίσκονταν μέσα στην άμαξα τις κοίταξε με απίστευτη κακία και άρχισε να φωνάζει με μανία «ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΕΣ, ΕΧΟΥΝ ΟΜΟΡΦΑ ΠΡΟΣΩΠΑΑΑΑΑΑΑ». Αμέσως σταμάτησαν να κινούνται όλες οι άμαξες. Μια αφύσικη παγωνιά απλώθηκε γύρω. Η ομίχλη έγινε ακόμα πιο πυκνή. Όλα τα άσχημα πλάσματα βγήκαν από τις άμαξες και πλησίασαν τις δύο νεράιδες. Τα πρόσωπά τους φωτίστηκαν από το πιο σκοτεινό φως του κόσμου.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Κλαίρη, η Νάνση και η Βάσια έχοντας ακούσει για τα πλάσματα αυτά σταμάτησαν αρκετά έξω από την πόλη και έμειναν σε μία σπηλιά που βρήκαν. Πήραν κερί και έφτιαξαν τρεις πολύ άσχημες μάσκες και τις φόρεσαν. Κοίταξαν τον εαυτό τους στον καθρέφτη που τους είχε δώσει ο ιππότης και έβαλαν τα γέλια. «Τελικά σε κάτι μας χρησίμευσε» είπε η Κλαίρη. Το επόμενο βράδυ οι τρεις κοπέλες φόρεσαν τις άσχημες μάσκες και μπήκαν στην πόλη. Είδαν ακριβώς το ίδιο θέαμα που αντίκρισαν και οι δυο νεράιδες. Το σχέδιό τους ήταν απλό. Θα έκαναν μία άμαξα να τους ακολουθήσει τραβώντας την προσοχή του πλάσματος που βρίσκονταν μέσα σε αυτή. Έτσι κι έγινε. Το παράξενο πλάσμα τις ακολούθησε ως τη σπηλιά τους. Μόλις σιγουρεύτηκαν οι τρεις κοπέλες ότι ήταν μόνοι τους όρμισαν πάνω στο παράξενο πλάσμα και του τραβούσαν με δύναμη το άσχημο πρόσωπό του μέχρι που κατάφερναν να το βγάλουν. Τότε προς μεγάλη τους έκπληξη διαπίστωσαν ότι πίσω από το πρόσωπο αυτό υπήρχε ένα άλλο, όμορφο και ανθρώπινο. Ο άνθρωπος φώναζε από φόβο και από πόνο, αλλά, όταν είδε τον εαυτό του στον καθρέφτη που του έδωσαν οι τρεις κοπέλες  αμέσως σταμάτησε να φωνάζει. Θυμήθηκε τη παλιά του ζωή... και άλλαξε ζωή. Το ίδιο συνέβαινε για αμέτρητες μέρες. Οι τρεις κοπέλες φορούσαν τις μάσκες τους και πήγαιναν στην αλλόκοτη πόλη για να χαρίσουν την  ανθρωπιά σε ακόμα ένα πλάσμα. Πέρασε τόσο καιρός φορώντας τις μάσκες που από κάποια στιγμή και μετά οι όμορφες κοπέλες δεν μπορούσαν να τις βγάλουν από το πρόσωπό τους. Πίστεψαν ότι είχαν χάσει τα όμορφα πρόσωπά τους για πάντα, αλλά δεν στεναχωρήθηκαν, διότι αυτό που έκαναν ήταν σπουδαίο.. Πέρασαν αρκετά χρόνια μέχρι που κάποια μέρα οι τρεις κοπέλες γύρισαν στην σπηλιά μόνες τους. Στην πόλη δεν υπήρχε ούτε μία άμαξα. Δεν είχαν άλλη υποχρέωση και έτσι αποφάσισαν να βγουν από τη σπηλιά. Όταν ο ήλιος συνάντησε τις κέρινες μάσκες τους αυτές άρχισαν να λιώνουν, μέχρι που εμφανίστηκαν τα όμορφα πρόσωπα των τριών κοριτσιών. Ήταν τόσο όμορφες!!! Οι νεράιδες του δάσους τις πλησίασαν προκειμένου να τις ευχαριστήσουν για όσα είχαν κάνει. Χάρισαν σε κάθε μία το χάρισμα να μπορούν να γεμίζουν με λουλούδια όποιο λιβάδι ακουμπούσαν. Από εκείνη τη μέρα το λιβάδι στο βασίλειό τους είχε πάντα λουλούδια. Ο βασιλιάς Παντούφ χάρηκε τόσο πολύ που έβλεπε κάθε μέρα λουλούδια στο βασίλειό του που έπαψε να είναι κακός με τους υπηκόους του. Έτσι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Τί τέλειωσε?&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Όχι η συνέχεια είναι στο μυαλό μου... Ίσως να σας την πω στο επόμενο παραμύθι, ίσως να μου τη ρωτήσετε και να σας την απαντήσω σε mail, ίσως στο fb, ίσως στο msn, ίσως να την κρατήσω και καλά φυλαγμένη στο μυαλό μου.........................&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Για την Κλαίρη, την Νάνση και τη Βάσια&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Για την Άννα – Μαρία και τη Vale&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-5861328885791059617?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/5861328885791059617/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/02/blog-post_07.html#comment-form' title='14 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/5861328885791059617'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/5861328885791059617'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/02/blog-post_07.html' title='Το πρόσωπο των ρόδων'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><thr:total>14</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-1129246984319078941</id><published>2010-01-24T18:10:00.000-08:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.425-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Το τέχνασμα του Θανάτου</title><content type='html'>&lt;strong&gt;&lt;a href="http://i78.photobucket.com/albums/j87/jessica_adel/c101/comments/fantasy/girl-and-dragon.gif"&gt;&lt;img class="alignnone" src="http://i78.photobucket.com/albums/j87/jessica_adel/c101/comments/fantasy/girl-and-dragon.gif" alt="" width="472" height="659" /&gt;&lt;/a&gt;..............&lt;/strong&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;strong&gt;..................&lt;/strong&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;strong&gt;.......................&lt;/strong&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μια φορά κι έναν καιρό κάπου μακριά υπήρχε ένα πουγκί που κανείς δεν είχε τολμήσει να το ανοίξει. Το πουγκί αυτό βρισκόταν καλά φυλαγμένο μέσα στα φτερά ενός τεράστιου δράκου. Ο δράκος αυτός ήταν ο δράκος των ανέμων και το πουγκί του το έδωσε ένας σοφός αxθοφόρος που τύχαινε να είναι και άρχοντας των ανέμων. Του το έδωσε λέγοντάς του να μην το ανοίξει πριν να έρθει ο καιρός των αγγέλων και των ρόδων. Έτσι ο δράκος πετούσε μέσα από τα σύννεφα, μέσα από τον άνεμο, μέσα από τα αστέρια έχοντας καρφωμένα τα μάτια του πάντα κάτω στη, περιμένοντας να ρθει ο καιρός των αγγέλων και των ρόδων.&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Εκείνη την εποχή υπήρχαν πάρα πολλοί δράκοι που πετούσαν ελεύθεροι στον άνεμο και ζέσταιναν με την ανάσα τους τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Ήταν πάρα πολύ καλοί με τους ανθρώπους γιατί οι άνθρωποι τους πρόσεχαν και τους φρόντιζαν. Μία μέρα όμως ο ουρανός σκοτείνιασε απότομα και ένα τεράστιο καράβι άρχισε να πλησιάζει προς τη στεριά. Τα πανιά του ήταν βαμμένα κατακόκκινα και τα κατάρτια του ήταν έτοιμα να σπάσουν από το βάρος τους. Γύρω γύρω ήταν ζωσμένο με αμέτρητα κανόνια που γυάλιζαν στο λιγοστό φως του ήλιου. Οι δράκοι μόλις το είδαν παραξενεύτηκαν και άρχισαν να κάνουν κύκλους γύρω από το πελώριο καράβι. Όλα φαίνονταν απειλητικά αλλά  επικρατούσε απόλυτη ηρεμία. Ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός κρότος. Η Αγγελική ξύπνησε απότομα και έτρεξε αμέσως προς το παράθυρο. Ο ήχος είχε ακουστεί από τη θάλασσα. Ντύθηκε γρήγορα και έτρεξε προς το λιμάνι να δει τι συνέβαινε. Με κομμένη την ανάσα έφτασε στη κορυφή ενός βράχου και κοίταξε προς τη θάλασσα. Τα τεράστια πανιά του καραβιού της έκοψαν  την αναπνοή. Πλησίασε λίγο ακόμα… Μια τεράστια κραυγή βγήκε από το στόμα της: «ΟΧΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ».&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Έλα σταμάτα να κλαίς.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Τον σκότωσαν το καταλαβαίνεις; Τον σκότωσαν. Τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια. Ήταν σωριασμένος μέσα στο νερό, ήταν πληγωμένος…&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-         Έλα δε πέθανε. Απλά πληγώθηκε. Οι άλλοι δράκοι δεν έκαναν τίποτα;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-         Ξύπνησα το πρωί από ένα τρομερό κρότο… όταν κοίταξα κάτω τον είδα να σπαρταρά μέσα στο νερό. Τον είχε πετύχει ένα από τα κανόνια. Οι άλλοι δράκοι δε μπορούσαν να πλησιάσουν γιατί κάθε φορά που πλησίαζαν ρίχνανε από το πλοίο καυτό λάδι στην πληγή του και αυτό φώναζε. Πονούσε το καταλαβαίνεις;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Ηρέμισε αδερφούλα μου κάτι θα κάνουμε. Όλα θα πάνε καλά.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η μεγάλη αδερφή της Αγγελικής, η Άννα-Μαρία, χάιδεψε το κεφάλι της και της συμβούλεψε να πάει για ύπνο. Όταν ξημέρωνε θα συζητούσαν για το όνειρό της. Η Άννα-Μαρία δε πίστευε ποτέ σε όλες αυτές τις ιστορίες τις Αγγελικής, αλλά μερικές φορές ήταν πάρα μα πάρα πολύ πειστική. Έκλεισε το φως και βγήκε από το δωμάτιο. Η Αγγελική μόλις άκουσε τα βήματα της αδερφής της να απομακρύνονται σηκώθηκε γρήγορα από το κρεβάτι της και άρπαξε με βιασύνη το πουγκί από το συρτάρι. « Αν πεθάνει ο δράκος σου θα χαθείς και εσύ» μουρμούρισε κοιτάζοντας το πουγκί.  Πλησίασε το παράθυρο και μουρμούρισε τα ίδια λόγια που έλεγε κάθε βράδυ, αυτά που της είχε μάθει ο παππού της: « χόκους κους κις κισμί». Αμέσως τα παράθυρο σταμάτησε να δείχνει πια την αυλή και είδε τώρα μπροστά της τον ουρανό να έχει γίνει κατάμαυρος και τους δράκους να τρέχουν σαν τρελοί πέρα δόθε. Αμέσως έβαλε και τα χέρια στα αυτιά της γιατί ένας τρομερός θόρυβος από κανόνια που δε σταματούσαν να βροντούν είχε καλύψει την ατμόσφαιρα. Δε μπορούσε να περιμένει άλλο. Έβαλε το πουγκί στη τσέπη και βούτηξε μέσα στο παράθυρο. Είχε αποφασίσει να ακολουθήσει τον αγαπημένο της δράκο ότι και αν γινόταν.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Άννα-Μαρία ήταν στην κουζίνα και διάβαζε. Παραξενεύτηκε από το θόρυβο που άκουσε να έρχεται από το δωμάτιο της Αγγελικής και πήγε να δει τι συνέβαινε. Άνοιξε την πόρτα και…&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Αγγελική περίμενέ με δε μπορώ να τρέξω.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Πρέπει να βιαστούμε. Θέλουν να τον κλέψουν και να τον σκοτώσουν.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Αν θέλανε να τον σκοτώσουν θα το είχαν κάνει είδη.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Όχι οι δράκοι μπορούν να πεθάνουν μόνο όταν πετάνε στον αέρα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Δηλαδή;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;-        Τρέχα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Άννα-Μαρία δε πίστευε αυτό που ζούσε. Δεν είχε ούτε καν φανταστεί ότι υπήρχε έστω και μία μικρή πιθανότητα όσα έλεγε η αδερφή της να ήταν αληθινά και τώρα έτρεχε μαζί με την αδερφή της για να σώσουν το χτυπημένο δράκο. Έτρεξαν με όλη του τη δύναμη, όταν πλησίασαν στο λιμάνι, όμως, ήταν ήδη αργά. Το τεράστιο πλοίο είχε αρχίσει να απομακρύνεται. Οι δράκοι πετούσαν κυκλικά πάνω από το καράβι αλλά δε μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Κάθε φορά που πλησίαζαν τα βογκητά του πληγωμένου δράκου μεγάλωναν. Οι δύο αδερφές συμφώνησαν να μη γυρίσουν στο σπίτι τους μέχρι να τον σώσουν. Πέρασαν το βράδυ κοιτώντας τη θάλασσα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Το πρωί τους ξύπνησε η ζεστή ανάσα ενός θηλυκού δράκου. Τον λέγαν Λελάν. Το πρωί η μέρα συνέχιζε να είναι σκοτεινή όπως  την προηγούμενη και έγινε ακόμα πιο σκοτεινή με αυτά που τους είπε η Λελάν: « Χτες ακολούθησα το καράβι και είδα που τον πήγαν. Τον δέσαν πάνω σε ένα θεόρατο αερόστατο και άναψαν τεράστιες φωτιές για να το γεμίσουν με ζεστό αέρα. Όταν το ανεβάσουν ψηλά θα τον σκοτώσουν. Βλέπετε εμείς οι δράκοι μπορούμε να πεθάνουμε μόνο πάνω στον άνεμο.  Αν πεθάνει ο δράκος αυτός θα χαθεί για πάντα το μυστικό που κρύβει το πουγκί που κρατάς στα χέρια σου Αγγελική. Κανείς δε γνωρίζει τι κρύβεται μέσα σε αυτό το πουγκί, αλλά όλοι καταλαβαίνουμε ότι πλησιάζει ο καιρός των αγγέλων και των ρόδων όσοι έχουν πάει με τις σκοτεινές δυνάμεις αρχίζουν να νιώθουν ότι το πουγκί απειλεί τη ζωή τους. Όλοι νιώθουμε ότι οι ουρανοί αλλάζουν ότι η γη μαλακώνει ότι ο καιρός πλησιάζει. Ότι και αν πρόκειται να γίνει ένα είναι σίγουρο. Πρέπει με κάθε τρόπο να σώσουμε το δράκο».&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μόλις τέλειωσε τα λόγια της η Λελάν σμήνος από νεράιδες του δάσους, ξωτικά, νάνους, πουλιά, μονόκερους άρχισαν να πλησιάζουν. « Όλοι είμαστε αποφασισμένοι να σας βοηθήσουμε» είπε μία από τις νεράιδες. Η Λελάν ευχαρίστησε γέρνοντας το κεφάλι της. Η Αγγελική και η Άννα-Μαρία ανέβηκαν στη ράχη της Λελάν και αυτή άνοιξε τα φτερά της. Ήταν τόσο μεγάλα που σκέπασαν όλα τα θαυμάσια πλάσματα που είχαν μαζευτεί. Τα ανοιγόκλεισε με δύναμη και σε λίγο βρέθηκαν να πετάνε ψηλά στον ουρανό ακουμπώντας τα σύννεφα που χρυσάφιζαν από το φως του πρωινού ήλιου.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Πέρασαν λιβάδια καταπράσινα, τόσο μεγάλα που μπορούσαν να σταθούν πάνω τους και να χορέψουν όλοι οι γίγαντες της γης σε ρυθμούς που μόνο οι γίγαντες ξέραν να χορεύουν και να τραγουδούν . Τα ποτάμια φαίνονταν τόσο μικρά από μακριά! Και τα δάση…. Τι όμορφα που ήταν. Και όταν περνούσαν πάνω από τη θάλασσα… τόσο μαγευτική. Τα δελφίνια κυνηγούσαν τη σκιά τοθ δράκου και τα κύματα παίζανε με τους γλάρους τα παιχνίδια που τους είχε μάθει η νεράιδα των θαλασσών όταν ήταν μικρά.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Όσο πλησίαζαν τόσο μεγάλωνε το σκοτάδι. Τα δέντρα σιγά σιγά έπαψαν να είναι πράσινα και όταν πλησίασαν και άλλο τα πάντα είχαν μετατραπεί σε στάχτη. Ο θάνατος και η μοναξιά στοίχειωναν τη γη, το νερό, τον αέρα, τα πρόσωπα. Η θλίψη είχε κυριαρχήσει της χαράς και ο θάνατος της ζωής. Πάνω στον ουρανό ένα τεράστιο αερόστατο κυμάτιζε στη θλίψη του ανέμου. Από κάτω του κρεμόταν ο πληγωμένος δράκος. Ίσως να είχαν φτάσει πολύ αργά. Στη γύρω περιοχή προς μεγάλη έκπληξη της Αγγελικής, της Άννας-Μαρίας και της Λελάν δεν υπήρχε κανείς. Περίμεναν να δουν κάτω τους τρομερούς μάγους να ζητωκραυγάζουν για το θάνατο του δράκου, αλλά δεν υπήρχε κανένας πουθενά. Η Λελάν συντετριμμένη από τη στεναχώρια πλησίασε το αερόστατο  για να δει από κοντά το νεκρό δράκο. Έκοψε με τα νύχια της τα δεσμά του δράκου και αυτός  έπεσε αναίσθητος με φόρα κάτω στη γη. Με δάκρυα στα μάτια πλησίασαν και οι τρεις τους και κοίταξαν το δράκο. Μια βαθιά θλίψη είχε κυριέψει όλο του το πρόσωπο. Ανάσαινε βαριά και τα φτερά του έτρεμαν. Με μία κίνηση απότομη σηκώθηκε πετάγονταν φωτιά από το στόμα του και χτυπώντας το κεφάλι του με δύναμη σε ένα βράχο, βάζοντας ταυτόχρονα τα κλάματα. «Με σκότωσαν» φώναξε με τη βροντερή δρακίσια φωνή του. Η Αγγελική και η Άννα-Μαρία δε κατάλαβαν τα λόγια του δράκου, νόμισαν ότι έβλεπαν κάποιο φάντασμα, η Λελάν, όμως ακούγοντας τα λόγια αυτά έτρεξε και αγκάλιασε το δράκο κλαίγοντας με αναφιλητά. «Μα αφού είσαι εδώ και μπορείς και μας μιλάς» φώναξε η Αγγελική που είχε αρχίσει και αυτή και κλαίει βλέποντας τους δύο δράκους να είναι τόσο στεναχωρημένοι. «Όταν πεθαίνει ένας δράκος δε χάνεται, απλά δε μπορεί να ζει πια με τους άλλους δράκους, με τους άλλους ανθρώπους.» Απάντησε η Λελάν. «Δε θα σας ξαναδώ ποτέ» συμπλήρωσε σπαραχτικά ο πληγωμένος δράκος. Η Αγγελική κάτι πήγε να πει, αλλά ο δράκος της έκλεισε απαλά τα χείλια με το δάκτυλό τους και της είπε: «Έχω πεθάνει» Κοίταξε προς τα χέρια της Αγγελικής που κρατούσαν ακόμα το πουγκί. «Πια δεν μπορώ να έχω τίποτα, εσύ όμως ζεις». Έβαλε το χέρι του μέσα στην πληγή που είχε σκίσει το στήθος του. Το πρόσωπό του έδειχνε να πονάει πολύ με αυτό που έκανε, αλλά όσο και αν πονούσε ήταν σίγουρος για αυτό. Όλοι μείνανε με το στόμα ανοιχτό όταν κατάφερε να βγάλει το χέρι του από την πληγή. Μέσα στη ματωμένη χούφτα του ένα πανέμορφο μενταγιόν λαμπίριζε στο λιγοστός φως του αρρωστημένου ήλιου. «Πριν πεθάνω» είπε ο δράκος «κατάφερα να βάλω το μενταγιόν στην καρδιά μου για να κρατηθεί ζεστό μέχρι να έρθεις. Από δω και πέρα θα ζεσταίνεται με το δικό σου το κορμί. Δεν έχω άλλη φλόγα μέσα μου σβήνω για πάντα…» Κοίταξε προς τον ουρανό και άρχισε να χτυπά τα φτερά του με δύναμη, ακολουθώντας μια ακανόνιστη πορεία, λες και ήθελε να χαθεί μες στον ουρανό.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Αγγελική φόρεσε το μενταγιόν και κοίταξε με απορία την Λελάν. «Το μενταγιόν σε κάνει πλέον άρχοντα των ανέμων και φύλακα αυτού του πουγκιού. Η ελπίδα δε πέθανε. Όσο ζει ο ιδιοκτήτης του πουγκιού, θα ζει και αυτό που υπάρχει μέσα στο πουγκί και όσο ζει αυτό που υπάρχει μέσα στο πουγκί κανένας μας δε θα πάψει να περιμένει να ρθει η μέρα που θα δούμε τι έκρυψε μέσα ο άρχοντας των ανέμων, κανένας μας δε θα πάψει να περιμένει να ρθει ο καιρός των ανέμων και των ρόδων».&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Αναπάντεχα δυνατοί άνεμοι άρχισαν να φυσούν. Ήταν τόσο δυνατοί που τα νησιά που φαίνονταν γύρω γύρω άρχισαν να μετακινούνται. Η Αγγελική δεν μπορούσε να αντισταθεί στη δύναμη των ανέμων που την καλούσαν να επιτελέσει το νέο της ρόλο ως άρχοντας των ανέμων. Οι άνεμοι της σήκωσαν απαλά στα χέρια τους και τη νανούρισαν με το πιο γλυκό ήχο που συνοδεύει τα μαγικά ταξίδια τους και γοητεύει ακόμα και τις σειρήνες. Έπρεπε να κοιμηθεί. Ο δρόμος για το νέο της σπίτι ήταν μακρύς.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Άννα-Μαρία έμεινε μόνη της με τη Λελάν ανίκανη να προφέρει ακόμη και μια λέξη. «Θα σε πάω σπίτι σου» είπε η Λελάν. Η Άννα-Μαρία την κοίταξε στα μάτια και της φώναξε με τη πιο τρομακτική φωνή του κόσμου, βγάζοντας φωτιές από το στόμα της και πετώντας σπίθες από τα μάτια της «ΕΓΩ ΘΑ ΣΕ ΠΑΩ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ» τέλειωσε τη φράση της γελώντας ασταμάτητα με μια ψιλή διαπεραστική φωνή που θα μπορούσε να σου σπάσει τα κόκαλα. «ΕΓΩ ΘΑ ΣΕ ΠΑΩ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ» με τη δεύτερη αυτή φορά η μορφή της παραμορφώθηκε και μετατράπηκε σε μια πελώρια μάγισσα «ΕΓΩ ΘΑ ΣΕ ΠΑΩ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ» … «ΕΓΩΩ……… το τελευταίο φωνήεν ακολούθησε μια απίστευτα δυνατή τσιρίδα που προκάλεσε ένα τρομερό σεισμό. Η Λελάν προσπάθησε να καταλάβει τι είχε συμβεί μα της ήταν αδύνατο. Η ζεστή της ανάσα είχε πια παγώσει από το φόβο, κοιτούσε γύρω της αλλά δεν έβλεπε κάτι που να μαρτυρά την αιτία για αυτό που έβλεπε, μέχρι που είδε το σημάδι… Η Άννα-Μαρία είχε στο λαιμό της το σημάδι της στριφογυριστής σφίγγας, το σημάδι της Κίλπακ, της μεγαλύτερης μάγισσας. Η Κίλπακ ζούσε παρέα με τα ερπετά της σε μια βαθιά σπηλιά, χαμένη στο σκοτεινό δάσος. Από τη μαγική της σφαίρα έψαχνε να βρει τα θύματά της. Όταν έβρισκε κάποιο από αυτά του χάραζε από απόσταση το σημάδι της στριφογυριστής σφίγγας και εφόσον γινόταν αυτό μπορούσε να ελέγχει το σώμα αυτού του ανθρώπου. Ο παλιός άνθρωπος έμενε για πάντα νεκρός καταδικασμένος να ζει μακριά από τους ανθρώπους.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ενώ η Κίλπακ περπατούσε έχοντας φορέσει το σώμα της Άννας-Μαρίας, η ίδια η Άννα-Μαρία καταδικάστηκε να ζει το υπόλοιπο της ζωής της ως νεκρή, πράγμα το οποίο σήμαινε ότι μπορούσε να ζήσει οπουδήποτε ήθελε, αλλά ποτέ ξανά κοντά σε ανθρώπους. Για πολλές μέρες η Άννα-Μαρία γύριζε από περιοχή σε περιοχή αναζητώντας ένα μέρος όπου δε θα υπήρχε κανένας άνθρωπος ώστε να μπορέσει να ζήσει με την ησυχία της το θάνατό της. Γρήγορα ανακάλυψε ένα μέρος ιδανικό και ξεκίνησε τη νέα της ζωή. Όλα κυλούσαν ομαλά μέχρι που μια μέρα τον είδε… ήταν εκεί ακριβώς όπως τον θυμόταν… ο ίδιος πληγωμένος δράκους. Τον πλησίασε γρήγορα και τον χαιρέτισε. Μιλούσαν για αρκετή ώρα. Μιλούσαν και μιλούσαν και μιλούσαν, μέχρι που κατάλαβαν ότι ήταν το ίδιο ζωντανοί με τους υπόλοιπους. Συνειδητοποίησαν ότι αφού μπορούσαν να ζήσουν δεν ήταν καθόλου νεκροί. Σύντομα κατάλαβαν ότι στον κόσμο τους δεν υπήρχε θάνατος και ότι τελικά αυτό ήτα ένα τέχνασμα των μάγων και των μαγισσών, οι οποίοι δεν ήθελαν να αφήσουν  τον κόσμο να καταλάβει ότι ο καιρός του θανάτου είχε πια τελειώσει. Ο όμορφος δράκος έβαλε στην πλάτη του της Άννα-Μαρία και έτρεξαν προς τη Λελάν. Ο όμορφος δράκος γρήγορα βρήκε τη σπηλιά της κακιά μάγισσας. Με τη φωτιά που έβγαλε από το στόμα του έσπασε τα δεσμά της Λελάν και κατατρόπωσε τη κακιά μάγισσα. Ο δράκος είχε πλέον μια αποστολή. Να διδάξει σε όλους ότι ο καιρός του θανάτου δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα μαγικό τέχνασμα. Η αποστολή του ήταν να κάνει τους ανθρώπους να πιστέψουν στην ατέλειωτη ζωή τους.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Για την Αγγελική Πυλαρινού&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;την Άννα-Μαρία Ιακόβου&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;την Λέλα&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;a href="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/01/death-with-a-blur.jpg"&gt;&lt;img class="aligncenter size-medium wp-image-355" title="Το τέχνασμα του θανάτου" src="http://adamhbl.files.wordpress.com/2010/01/death-with-a-blur.jpg?w=300" alt="" width="300" height="260" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-1129246984319078941?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/1129246984319078941/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/01/blog-post.html#comment-form' title='50 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/1129246984319078941'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/1129246984319078941'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/01/blog-post.html' title='Το τέχνασμα του Θανάτου'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><thr:total>50</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-5196364042644600615</id><published>2010-01-05T03:24:00.000-08:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.431-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>12 χρόνια μικρότερη... 12 χρόνια μεγαλύτερη</title><content type='html'>&lt;a href="http://static.desktopnexus.com/wallpapers/42843-bigthumbnail.jpg"&gt;&lt;img class="alignnone" src="http://static.desktopnexus.com/wallpapers/42843-bigthumbnail.jpg" alt="" width="450" height="338" /&gt;&lt;/a&gt;Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μακρινό μακρινό μέρος ζούσε ένας φτωχός αχθοφόρος, ο Σάββας, που κρατούσε πάντα μαζί του ένα πουγκί. Το πουγκί αυτό δεν είχε μέσα του λεφτά, αλλά ποτέ δεν ήταν άδειο. Πριν πεθάνει ο παππούς του, του έβαλε κάτι μέσα στο πουγκί  και του είπε να μην το χάσει μέχρι να έρθει ο καιρός των αγγέλων και των ρόδων. Ο ήρωάς μας δεν κατάλαβε τι αξία μπορεί να είχε το περιεχόμενο του πουγκιού, αλλά αγαπούσε πολύ τον παππού του και αποφάσισε να μη το ανοίξει μέχρι να καταλάβει ότι ο καιρός των αγγέλων και των ρόδων ήταν πραγματικότητα. Δεν ήξερε αν υπήρχε πιθανότητα να συμβεί κάτι τέτοιο, ήξερε όμως ότι αυτό το πουγκί του θύμιζε τον παππού του και αυτό αρκούσε για να το κρατάει πάντα μαζί του, ακόμα και αν δεν ήξερε τι είχε μέσα.&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Και γιατί να μη το μάθαινε; Απλά θα το άνοιγε. Δεν ήταν δα και κάτι το δύσκολο και ούτε του είχε υποσχεθεί στο παππού του να μη το ανοίξει. Το μόνο που είχε υποσχεθεί ήταν ότι δε θα το έχανε. Γι αυτό όμως και δε το άνοιγε. Ξέρετε… ο φτωχός αχθοφόρος μας φοβόταν μήπως χάσει αυτό που ήταν μέσα στο πουγκί γιατί ζούσε… μέσα σε ένα κάστρο που ήταν χτισμένο πάνω σε θεόρατα σύννεφα. Ο αέρας που φυσούσε γύρω από τα σύννεφα ήταν τόσο δυνατός που μετακινούσε το κάστρο συνεχώς σε μία ατελείωτη πορεία. Αν άνοιγε, λοιπόν το πουγκί του ίσως ο αέρας να του έπαιρνε το μόνο πράγμα που του είχε μείνει από τον παππού του.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο Σάββας ήταν ένας πάρα πολύ έξυπνος και γενναίος νέος και αψηφούσε τόσο πολύ τον κίνδυνο που συχνά προσπαθούσε να βουτήξει μέσα στα σύννεφα που κύκλωναν το κάστρο και να πέσει στη γη. Πάντα ήθελε να πέσει στη γη. Εκεί ο αέρας δεν φυσούσε τόσο δυνατά και θα μπορούσε να ανοίξει επιτέλους το πουγκί του χωρίς να φοβάται. Κάθε φορά όμως που βουτούσε μέσα στα σύννεφα ο δυνατός αέρας γινόταν δυνατότερος και τον έσπρωχνε πάλι μέσα στο κάστρο με δύναμη. Βλέπετε… ο ήρωάς μας εκτός από φτωχός αχθοφόρος στο επάγγελμα είχε την ιδιότητα να είναι ο άρχοντας των ανέμων και οι άνεμοι είχαν ανάγκη να τον νιώθουν κοντά τους. Μερικές φορές ο άρχοντας των ανέμων δεν έβγαινε από το κάστρο του. Κανείς δεν ήξερε γιατί έκλαιγε κλισμένος μέσα στο δωμάτιό του. Οι άνεμοι όμως γινόταν όλο και πιο αδύναμοι όσο δεν τον έβλεπαν. Ερχόταν όμως μια μέρα που ο όμορφος νέος έβγαινε στο μπαλκόνι του… Τα μαλλιά του έπαιζαν κυμάτιζαν και οι άνεμοι σαν να ξυπνούσαν από ένα βαθύ ύπνο δυνάμωναν και γίνονταν όλο και πιο δυνατοί, όλο και με πιο έντονοι μέχρι που αποκτούσαν ξανά αρκετή δύναμη για να μετακινήσουν το κάστρο με το θλιμμένο άρχοντά τους. Αυτός ήταν που τους έδινε δύναμη για να συνεχίζουν να πετούν ελεύθεροι στον αέρα. Ο Σάββας δεν είχε κάποια μαγεία που έκανε τους ανέμους να παίρνουν δύναμη όταν τον έβλεπαν. Στην πραγματικότητα δεν είχε τίποτα το μαγικό πάνω του. Οι άνεμοι όμως τον αγαπούσαν με όλη τους τη δύναμη και αυτό ήταν αρκετό να τους κάνει να ραγίζουν από χαρά μόλις τον έβλεπαν.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο ήρωάς μας όμως ήταν συνεχώς λυπημένος. Οι άνεμοι ήξεραν ότι αν τον έχαναν θα χάνονταν και αυτοί για πάντα από τη στεναχώρια τους, αλλά ακόμα περισσότερο και από την ίδια τους την ύπαρξη προτιμούσαν να τον βλέπουν ευτυχισμένο. Συγκεντρώθηκαν, λοιπόν οι άνεμοι πάνω στην κορυφή ενός πανύψηλου βουνού και αποφάσισαν να μην εμποδίσουν τον άρχοντά τους να πέσει στη γη. Αντίθετα θα τον βοηθούσαν να ακουμπήσει τα πόδια του στη γη χωρίς να πάθει τίποτα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Κάποια μέρα ο όμορφος νέος προσπάθησε ξανά να βουτήξει μέσα στα σύννεφα, αλλά εκείνη την φορά δεν τον σταμάτησε κανείς. Άρχισε να πέφτει και να πέφτει και να πέφτει, μέχρι που κάποια στιγμή έφτασε στη γη που τόσο πολύ ποθούσε. Κοίταξε γύρω του και θαύμασε το τοπίο. Ήταν όλα πάρα πολύ όμορφα. Τα δέντρα, το ποτάμι, τα βουνά. Τόσο πολύ τον είχε εντυπωσιάσει το τοπίο που είχε ξεχάσει πως μπορούσε επιτέλους να ανοίξει το πουγκί του. Καθώς παρατηρούσε το τοπίο παρατήρησε πως λίγο πιο μακριά ένας άνθρωπος έπλενε τα ρούχα του. Αποφάσισε να πλησιάσει και να τον ρωτήσει σε πιο μέρος είχε προσγειωθεί. Αφού τον πλησίασε όμως είδε ότι ο άνθρωπος που είχε δει από μακριά ήταν μία πανέμορφη κοπέλα με υπέροχα μάτια. Πρώτη φορά στη ζωή του έβλεπε κάτι τέτοιο. Ήταν τόσο μεγάλη η έκπληξή του που ξέχασε κάθε τι που είχε στο μυαλό του. Η κοπέλα γέλασε με την αμηχανία του Σάββα. &amp;lt;&amp;lt;Με λένε Αναστασία &amp;gt;&amp;gt; είπε &amp;lt;&amp;lt; θα πάω στο κοντινό χωριό θες να έρθεις και εσύ;&amp;gt;&amp;gt; &amp;lt;&amp;lt; Εμένα με λένε Σάββα.&amp;gt;&amp;gt;.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Όταν έφτασαν στο χωριό ο Σάββας εντυπωσιάστηκε από τον αριθμό των ανθρώπων και των σπιτιών που ήταν όλα μαζί μαζεμένα. Φοβόταν να περπατήσει μόνος του και δε του ήταν και πολύ ευχάριστο να βλέπει τόσους πολύς ανθρώπους μαζεμένους. Ήταν κάτι που δεν το είχε συνηθίσει. Ωστόσο δεν ήθελε να φύγει από το χωριό γιατί δεν ήθελε να απομακρυνθεί από την όμορφη κοπέλα που είχε γνωρίσει.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο Σάββας δεν άργησε να καταλάβει ότι είχε ερωτευτεί την όμορφη δεσποινίδα που ακολουθούσε και αποφάσισε να κάνει ότι χρειάζονταν για να την παντρευτεί. Έτσι αποφάσισε ότι ακόμα και αν δε του άρεσαν οι άνθρωποι ωστόσο έπρεπε να πλησιάσει κάποιον από το πλήθος και να τον ρωτήσει για τα έθιμα που είχαν στον τόπο αυτό σχετικά με τον τρόπο που κάποιος άντρας ζητούσε από μία κοπέλα να γίνει η σύντροφός του. Με πολύ κόπο κατάφερε να πλησιάσει έναν έμπορο που πουλούσε τριαντάφυλλα και τον ρώτησε τι έπρεπε να κάνει για να ζητήσει το χέρι μιας όμορφης κοπέλας. Ο έμπορος κατάλαβε ότι ήταν ξένος και του εξήγησε τι έπρεπε να κάνει. Του είπε ότι στα μέρη τους μπορούσαν να παντρευτούν δύο νέοι μόνο όταν και οι δύο είχαν περίπου την ίδια ηλικία. Αν είχαν διαφορά ηλικίας πάνω από 3 χρόνια δεν μπορούσαν να παντρευτούν. Του είπε ακόμα ότι δεν υπήρχε άλλος περιορισμός. Μπορούσε ο καθένας να παντρευτεί όποιον και όποια ήθελε. Το παλικάρι χάρηκε γιατί πίστευε ότι η κοπέλα που γνώρισε είχε σχεδόν την ίδια ηλικία με εκείνον. Το παλικάρι ευχαρίστησε τον έμπορο και έκανε να φύγει, αλλά ο έμπορος του έπιασε το χέρι και του είπε ότι σιγανά στο αυτί ότι αν έκανε το λάθος και ζητούσε το χέρι μιας κοπέλας που δεν είχε την ίδια ηλικία με αυτόν τότε θα έπρεπε να τον οδηγήσουν στο βουνό του θανάτου απ’ όπου δεν είχε γυρίσει ποτέ κανείς.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Την επόμενη κιόλας μέρα το παλικάρι ξεκίνησε να πάει στο σπίτι της Αναστασίας για να ζητήσει το χέρι της από τους γονείς της. Δεν σκέφτηκε το ενδεχόμενο να διέφεραν στην ηλικία. Ένιωθε μέσα του ότι έμοιαζαν τόσο πολύ που φαντάστηκε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να διαφέρουν στα χρόνια τους. Δεν άργησε να φτάσει έξω από το σπίτι της κοπέλας. Η κοπέλα μόλις τον είδε έξω από το σπίτι της κατάλαβε το σκοπό για τον οποίο είχε έρθει και προσπάθησε να τον σταματήσει, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά. Είχε ξεστομίσει τη φράση &amp;lt;&amp;lt;ζητώ την κόρη σας για γυναίκα μου&amp;gt;&amp;gt;. Η Αναστασία ήταν 12 χρόνια μικρότερή του. Αμέσως ο ουρανός σκοτείνιασε και κατέβηκε ένα τεράστιο άρμα που το οδηγούσαν δύο φτερωτά άλογα. Ένα ψηλός μαύρος καβαλάρης κατέβηκε από το άρμα και τον έσπρωξε μέσα σε αυτό. Χτύπησε με το μαστίγιό του τα άλογα και αυτά άρχισαν να κατευθύνονται προς το βουνό του θανάτου.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Όταν ξανάνοιξε τα μάτια του το  παλικάρι βρισκότανε φυλακισμένος μέσα σε μία μεγάλη σπηλιά. Από ψηλά το λιγοστό φως που έμπαινε ήταν αρκετό για να δει ότι μαζί του φυλακισμένος ήταν ένας ακόμα άνθρωπος. Πλησίασε και τον κοίταξε. Δεν πίστευε στα μάτια του. Ήταν η Αναστασία. Η χαρά του ήταν τόσο μεγάλη που την αγκάλιασε αμέσως και άρχισε να τη φιλά με συγκίνηση. Προς μεγάλη του έκπληξη όμως, η κοπέλα τον πέταξε μακριά και άρχισε να τον χτυπά. &amp;lt;&amp;lt; Τί έπαθες Αναστασία; &amp;gt;&amp;gt; τη ρώτησε το παλικάρι. &amp;lt;&amp;lt; Μα δε με λένε Αναστασία&amp;gt;&amp;gt;. Απάντησε αυτή. &amp;lt;&amp;lt; Εμένα με λένε Χριστίνα και μάλλον θα με μπέρδεψες με την αδερφή μου. Ξέρω είμαστε ίδιες, αλλά την περνάω για 12 χρόνια. &amp;gt;&amp;gt; &amp;lt;&amp;lt;Άρα Χριστίνα έχουμε την ίδια ηλικία&amp;gt;&amp;gt; είπε το παλικάρι γελώντας. &amp;lt;&amp;lt; Γιατί γελάς;&amp;gt;&amp;gt; . βρίσκομαι εδώ φυλακισμένος διότι ζήτησα το χέρι από την αδερφή σου γιατί ήταν 12 χρόνια μικρότερή μου. Εσύ αλήθεια γιατί είσαι εδώ;&amp;gt;&amp;gt;. &amp;lt;&amp;lt; Εγώ αγάπησα ένα παλικάρι που ήταν 12 χρόνια μικρότερό μου και το άρμα αρπάζει όποιον είναι μεγαλύτερος. Έτσι άρπαξε εμένα&amp;gt;&amp;gt;.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Την επόμενη μέρα ο ψηλός μαύρος άντρας οδήγησε το Σάββα και τη Χριστίνα έξω από τη σπηλιά μπροστά στη μάγισσα του βουνού. &amp;lt;&amp;lt; Αυτή φταίει για όλα αυτά&amp;gt;&amp;gt; ψιθύρισε η Χριστίνα στο Σάββα. Η μάγισσα στεκόταν στην κορυφή του βουνού και οι δύο νέοι από κάτω της. &amp;lt;&amp;lt; Αποφάσισα να στα σκοτώσω και τους δύο&amp;gt;&amp;gt; είπε με την τρομακτική φωνή της. &amp;lt;&amp;lt;Αλλά σκέφτηκα ότι θα ήταν πιο ενδιαφέρον αν σας έδινα μια ευκαιρία να αλλάξετε τη μοίρα σας&amp;gt;&amp;gt;. Η μάγισσα έτριψε τα χέρια της και κοίταξε με κακία τη Χριστίνα και της είπε &amp;lt;&amp;lt;Ξέρω πόσο πολύ μοιάζεις με την αδερφή σου. Ακόμα και αν είσαι 12 χρόνια μεγαλύτερή της είσαι ίδια με εκείνη. Θα τη φέρω και αυτή εδώ και θα αφήσω αυτόν εκεί (έδειξε με το δάχτυλό της το Σάββα) να μαντέψει πια από εσάς είναι αυτή η οποία αγάπησε.&amp;gt;&amp;gt; Η μάγισσα άρχισε να γελά με το ασχημότερο γέλιο του κόσμου και μετά συνέχισε. &amp;lt;&amp;lt; Αν τα καταφέρει θα φύγετε από αυτό το βουνό, αλλά αν αποτύχει θα πεθάνετε και οι τρεις σας. Ο Σάββας και η Χριστίνα παρακαλούσαν τη μάγισσα να μην ανακατέψει σε αυτό την Αναστασία και να σκοτώσει αυτούς τους δύο μόνο αλλά παρά τις ικεσίες τους το άρμα ακούμπησε για ακόμα μια φορά με δύναμη πάνω στο χώμα του βουνού και η πανέμορφη Αναστασία κατέβηκε από πάνω του και πλησίασε περνώντας μέσα από το σύννεφο σκόνης που είχε μαζευτεί. Η μάγισσα απομάκρυνε τις δύο κοπέλες από το Σάββα και τις έντυσε με τα ίδια φορέματα και τις χτένισε με το ίδιο χτένισμα και τις αρωμάτισε με το ίδιο άρωμα. Ο Σάββας περίμενε στην κορυφή του βουνού. Κοίταξε γύρω του. Τα σύννεφα είχαν πάψει να κινιούνται. Οι άνεμοι δεν είχαν άλλη δύναμη. Αλλά και που να τη βρούνε; Σε λίγο ο άρχοντάς τους θα πέθαινε. Εμφανίστηκε η μάγισσα με σκοτεινιασμένο πρόσωπο κρατώντας τις δύο κοπέλες από το χέρι. Ήταν τόσο όμορφες! Αλλά και τόσο μα τόσο ίδιες. Έμοιαζαν σαν δύο σταγόνες νερό… &amp;lt;&amp;lt; Και τώρα&amp;gt;&amp;gt; είπε η μάγισσα &amp;lt;&amp;lt;πρέπει να μαντέψεις πια είναι αυτή που αγάπησες. Να ξέρεις ότι αυτές δεν μπορούν ούτε να σου πουν τίποτα ούτε με τη γλώσσα τους, ούτε με τα χέρια τους. &amp;gt;&amp;gt;. Ο πόνος στην καρδιά του παλικαριού ήταν τεράστιος. Το μόνο που κατάφερε να ξεστομίσει πριν απαντήσει ήταν: &amp;lt;&amp;lt; σ’ αγαπώ&amp;gt;&amp;gt;. Τότε παρατήρησε ένα δάκρυ να κυλάει στο όμορφο πρόσωπο μιας από τις δύο κοπέλες. Σίγουρα ήταν αυτή που αγαπούσε. &amp;lt;&amp;lt; Αυτή είναι&amp;gt;&amp;gt; φώναξε με λαχτάρα το όμορφο παλικάρι. Ήταν η σωστή επιλογή. Το κατάλαβε από τον άνεμο που άρχισε να φυσάει χαϊδεύοντας τα μαλλιά του όπως τότε, στο κάστρο του. Τόση ήταν η χαρά του ανέμου που φυσούσε όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο δυνατά. Η μάγισσα χτυπούσε το στήθος της από τη λύπη της και οι δυο αδερφές έτρεξαν να αγκαλιάσουν το παλικάρι. Ο άνεμος ήταν τόσο δυνατός και η μάγισσα δεν μπορούσε να κρατηθεί από πουθενά στην κορυφή του βουνού. Έτσι δεν μπόρεσε να αντισταθεί στη χαρά του ανέμου και έπεσε από το βουνό και χάθηκε για πάντα. Από τότε ο καθένας μπορούσε να παντρευτεί όποιον ήθελε, όποια ηλικία και αν είχε. Ο Σάββας παντρεύτηκε την Αναστασία και έζησαν μαζί στο κάστρο των ανέμων. Η Χριστίνα παντρεύτηκε το παλικάρι που είχε αγαπήσει ακόμα και αν ήταν 12 χρόνια μικρότερός της. Το παλικάρι αυτό ήτα πρίγκιπας και έτσι η Χριστίνα έγινε πριγκίπισσα. Ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Το πουγκί δεν άνοιξε ακόμα. Λέτε να ανοίξει στο επόμενο παραμύθι?&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;στους&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Σάββα Φακλανά&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Αναστασία Καραντoνίου&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Χριστίνα Παυλίδου&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-5196364042644600615?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/5196364042644600615/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/01/12-12.html#comment-form' title='86 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/5196364042644600615'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/5196364042644600615'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2010/01/12-12.html' title='12 χρόνια μικρότερη... 12 χρόνια μεγαλύτερη'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><thr:total>86</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-1103759142977746155</id><published>2009-12-19T12:25:00.000-08:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.435-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Τα πύρινα δάση</title><content type='html'>&lt;a href="http://farm4.static.flickr.com/3197/2371111815_17e5b9a178.jpg"&gt;&lt;img class="alignnone" src="http://farm4.static.flickr.com/3197/2371111815_17e5b9a178.jpg" alt="" width="450" height="338" /&gt;&lt;/a&gt;Μια φορά κι ένα καιρό υπήρχαν δάση που δε σταματούσαν ποτέ τους να καίγονται. Η φλόγα έγλυφε τα αμέτρητα δέντρα τους, μα αυτά δεν έλεγαν ποτέ να καούν. Χώμα, φωτιά, αέρας, καπνός. Τίποτα άλλο δεν υπήρχε σε αυτά τα καταραμένα δάση. Παλιές ιστορίες μιλούσαν γι αυτά τα μέρη και έλεγαν ότι μέσα τους ζούσαν κάποτε τα ποιο όμορφα, σπάνια και μαγικά πλάσματα που πάτησαν το πόδι τους στη γη, τώρα όμως κάτι πέρα από φωτιά και στάχτη δεν έβλεπες. Ένα παράξενο ξόρκι κρατούσε άσβεστη τη φωτιά να καίει και να φωτίζει ένα μυστικό δρόμο, ένα δρόμο που μόνο όποιος τον ήξερε μπορούσε να τον ακολουθήσει. &lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;Κάποια φεγγαρόλουστη νύχτα λένε ότι όλοι οι μάγοι και οι μάγισσες του κόσμου μαζεύτηκαν κάτω από μια γέρικη βελανιδιά και αποφάσισαν να χαράξουν ένα δρόμο με άστρα πάνω από τη γη για να μπορούν να περπατάνε τις νύχτες πέρα από τα σύννεφα και να μη μελαγχολούν από τη συννεφιά. Κάθε μάγος κράτησε στο χέρι του από ένα αστέρι και άρχισε να χαράζει με αυτό τον ουρανό. Μόλις τέλειωσαν περπάτησαν όλοι τους μαζί στο δρόμο που χάραξαν, αλλά το φως από τα φανάρια που κρατούσαν στα χέρια τους δεν ήταν αρκετά δυνατό για να φωτίσει όλα τα μέρη που μπορούσαν να δουν από εκείνο το ύψος. Έτσι αποφάσισαν να βάλλουν φωτιά σε όλα τα δάση που βρίσκονταν κάτω από το μονοπάτι τους για φωτίζει η φλόγα τους την ομορφιά του τοπίου. Ένωσαν πάνω από τα κεφάλια τους τα μαγικά τους ραβδιά και ψιθύρισαν ακατανόητα λόγια. Από τότε όλα τα δάση εκείνα που δέχτηκαν το μαγικό ξόρκι δε σταμάτησαν να καίγονται.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η φωτιά έμεινε άσβεστη για χρόνια και ο καπνός που έβγαινε δε σταματούσε να απλώνεται όλο και περισσότερο και να πηγαίνει όλο και μακρύτερα και να γίνεται όλο και πιο πυκνός, όλο και πιο θανατηφόρος. Σύντομα ο καπνός είχε καταπιεί τα βουνά, τα ποτάμια, τους κάμπους, τα χωριά, τα πάντα. Πλέον οι τρομεροί μάγοι στη βραδινή τους βόλτα δε μπορούσαν να δουν τίποτα. Ο καπνός είχε καλύψει τα πάντα, αλλά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας οι μάγοι δε μπορούσαν να καταλάβουν ότι ο λόγος που δεν έβλεπαν πια το όμορφο τοπίο ήταν ο καπνός που έβγαινε από τα δάση που είχαν βάλει φωτιά. Αντίθετα θεώρησαν ότι η φωτιά που έβαλαν δεν ήταν αρκετά δυνατή για να διώξει το σκοτάδι της νύχτας και αποφάσισαν να βάλουν φωτιά ολόκληρο τον κόσμο για να είναι δυνατό το φως, για να δουν, για να κάνουν τη βόλτα τους. Τα ξόρκια τους όμως δεν ήταν αρκετά δυνατά για να το κάνουν αυτό. Έτσι συμφώνησαν όλοι τους να χωριστούν και να κάψουν οι ίδιοι με τα χέρια τους ένα ένα δέντρο, ένα ένα λουλούδι. Δε θα σταματούσαν μέχρι να έβλεπαν ολόκληρη τη γη να είναι τυλιγμένη στις φλόγες.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Αυτό όμως δε μπορούσε να γίνει. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα καταστρέφονταν η γη, η μόνη κιβωτός αγάπης και ονείρων σε ολόκληρο τον απέραντο ουρανό. Γι αυτό το λόγο διέταξε μια ομάδα αγγέλων να ακολουθά ο καθένας τους από ένα μάγο και να σβήνουν με τον αέρα απ το φτερούγισμά τους κάθε φωτιά που άναβαν. Από τότε κάθε μάγος είχε το δικό του άγγελο που του έσβηνε την φωτιά, αλλά και τον πρόσεχε! Ναι οι άγγελοι δεν έσβηναν μόνο τη φωτιά των μάγων αλλά και τους πρόσεχαν. Οι μάγοι δεν είχαν καταλάβει ότι από πίσω τους πετούσε πάντα ένας δυνατός, πανέμορφος και κάτασπρος άγγελος. Μάγοι και άγγελοι γύρισαν όλοι τη γη βάζοντας και σβήνοντας φωτιές αντίστοιχα. Πέρασαν από μεγάλες γέφυρες, από άπατα μονοπάτια, από ποτάμια, από απέραντους κάμπους, από κριμένα χωριά. Μάγοι και άγγελοι μαζί σε ένα ατέλειωτο ταξίδι.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Οι μάγοι πρώτη φορά στη ζωή τους ταξίδευαν με αυτόν τον τρόπο. Πρώτη φορά έβλεπαν πως ζούσαν τα μικρά ζωάκια του δάσους, πρώτη φορά άγγιζαν τα λουλούδια και το πιο βασικό πρώτη φορά περπατούσαν κάτω από το φως του ήλιου. Πρώτη φορά κοντοστέκονταν για να δουν το ηλιοβασίλεμα (όσο τουλάχιστον μπορούσαν να δουν). Σιγά, σιγά ένας, ένας μάγος σταμάτησε να βάζει φωτιές. Αγάπησαν τόσο πολύ τη φύση που αντί να βάζουν φωτιά με τα ξόρκια τους άρχισαν να γεμίζουν τα δάση με υπέροχα λουλούδια και το βασικότερο; άρχισαν να διώχνουν το καπνό και να σβήνουν τη φωτιά που ακόμα έκαιγε στα καταραμένα δάση. Κανένας μάγος τελικά δεν  κράτησε την υπόσχεσή του. Όλοι τους έσβησαν και την τελευταία φωτιά που είχαν βάλει. Όλοι αγάπησαν τη γη, τον ήλιο, τον αέρα όσο κανένας άνθρωπος δεν τα έχει αγαπήσει. Οι άγγελοι πλέον δεν έσβηναν φωτιές, αλλά βοηθούσαν τους μάγους να φυτεύουν λουλούδια και να  φροντίζουν τα αδύναμα ζώα. Οι μάγοι παρολ αυτά όμως δεν είχαν δει ποτέ τους, τους αγγέλους τους μέχρι που μια μέρα… Μια μέρα γεννήθηκε ο Θεός στη γη. Εκείνη τη μέρα όλοι οι άγγελοι πήραν μορφή και έγιναν ορατοί στα μάτια των ανθρώπων και άρχισαν να ψάλουν ήχους που γέμισαν τον ουρανό. Τότε οι μάγοι σήκωσαν τα κεφάλια τους και είδαν να στέκονται δίπλα τους κάτασπροι άγγελοι και να τραγουδούν τη γέννηση του σωτήρα του κόσμου. Αυθόρμητα τότε έπιασαν το χέρι του αγγέλου τους και οι άγγελοι τους τράβηξαν ψηλά στον ουρανό, τους έδειξε τη γη να φωτίζεται ολόκληρη από το φως της αγάπης του μικρού Θεού που ξεπερνούσε σε ένταση όλες τις φωτιές που είχαν ανάψει και μετά  κατέβηκαν πάλι και στάθηκαν όλοι, όμως μπροστά σε ένα στάβλο, μπροστά από το σπίτι του μικρού θεού. Ήταν η πρώτη φορά που συναντιόντουσαν οι μάγοι μετά από την τελευταία φορά που χωρίστηκαν με σκοπό να κάψουν ολόκληρη τη γη. Τώρα έδωσαν πάλι τα χέρια τους και ορκίστηκαν να μην αφήσουν κανέναν ξανά να βάλει σε κίνδυνο τον πανέμορφο κόσμο μας. Έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;αφιερωμένο στη Γεωργία Θεοδωρίδου που γίνεται 18 χρόνια πολλά!!!&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;a href="http://adamhbl.files.wordpress.com/2009/12/dark_angel.jpg"&gt;&lt;img class="aligncenter size-medium wp-image-358" title="Τα πύρινα δάση" src="http://adamhbl.files.wordpress.com/2009/12/dark_angel.jpg?w=300" alt="" width="300" height="263" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-1103759142977746155?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/1103759142977746155/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2009/12/blog-post_3350.html#comment-form' title='36 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/1103759142977746155'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/1103759142977746155'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2009/12/blog-post_3350.html' title='Τα πύρινα δάση'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://farm4.static.flickr.com/3197/2371111815_17e5b9a178_t.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>36</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-2117151944996564469</id><published>2009-12-04T14:27:00.000-08:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.439-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Το ταξίδι μιας χελώνας</title><content type='html'>&lt;a href="http://farm4.static.flickr.com/3530/3763734483_d73cf266c8.jpg"&gt;&lt;img class="alignleft" src="http://farm4.static.flickr.com/3530/3763734483_d73cf266c8.jpg" alt="" width="377" height="271" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα παράξενο χωριό με πάρα πολύ παράξενους ανθρώπους. Το χωριό αυτό βρισκόταν στο τέλος του κόσμου, τοποθετημένο πάνω στη χαίτη μιας τεράστιας χελώνας. Κανείς δε ξέρει αν ακόμα ζει αυτή η χελώνα, εγώ όμως ξέρω να σας πω ότι της άρεσε να ταξιδεύει. Πάντα ταξίδευε και μαζί της ταξίδευαν και οι κάτοικοι αυτού του παράξενου χωριού, αλλά ποτέ δε τόλμησε να απομακρυνθεί από το τέλος του κόσμου.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;Τώρα θα ρωτήσετε πως γίνεται να ταξιδεύεις και να μην απομακρύνεσαι. Ε και εγώ σας λέω ότι μπορεί να κάνεις τα μεγαλύτερα ταξίδια της ζωής σου μόνο όταν προσπαθείς να κρατηθείς στη άκρη του κόσμου, στο τέλος του.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Στην άκρη του κόσμου τα αστέρια πλησιάζουν πολύ κοντά και πολλές φορές μπορείς να τα αγγίξεις. Γύρω σου τα πάντα φωτίζονται από το φώς των άστρων που κυριολεκτικά χορεύουν ασταμάτητα με τις νεράιδες του ουρανού. Τελικά δεν είναι και τόσο δύσκολο να αγγίξεις ένα αστέρι, αρκεί να καταφέρεις να φτάσεις στην άκρη του κόσμου. Το ζητούμενο, όμως, για να ταξιδέψεις δεν είναι μόνο να αγγίξεις ένα αστέρι, αλλά να καταφέρεις να το αγκαλιάσεις σφιχτά για να ταξιδέψεις μαζί του, για να σου γνωρίσει τα αδέρφια και τους φίλους του και όλη τη μαγεία του απέραντου ουρανού. Αυτό ήταν κάτι που το ήξερε πολύ καλά η φίλη μας, η τεράστια χελώνα. Ξέρετε… για να αγκαλιάσεις κάτι τόσο γιγάντιο όσο ένα αστέρι πρέπει να είσαι και εσύ γίγαντας. Αμέτρητες φορές έφτασα στην άκρη του κόσμου για να αγκαλιάσω ένα άστρο και να ταξιδέψω μαζί του, αλλά η δικιά μου αγκαλιά ήταν τόσο μικρή, μα τόσο μικρή… Η χελώνα, όμως μπορούσε, και αυτό έκανε… Ήθελα και εγώ να ταξιδέψω, αλλά δεν μπορούσα. Κάθισα και άρχισα να κλαίω καθώς περνούσαν από δίπλα μου με ταχύτητα πανέμορφα φωτεινά άστρα, απ τα οποία όμως δε μπορούσα να κρατηθώ. Τότε η χελώνα με κοίταξε με τα τεράστια μάτια της και μου είπε να ανέβω στην πλάτη της και να ταξιδέψουμε μαζί. Έτσι γνώρισα τουσ παράξενους ανθρώπους που ζούσαν πάνω στην πλάτη της χελώνας και το παράξενο χωριό τους.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Βέβαια δε ξαφνιάστηκα όταν τους  είδα γιατί η χελώνα μου είχε πει προηγουμένως ότι είχαν ανέβει στην πλάτη της ένας άνδρας και μία γυναίκα για να ταξιδέψουν και αυτοί, δε μου είχε πει όμως ότι πάνω στην πλάτη της υπήρχε τώρα ένα ολόκληρο χωριό!!! Αλλά πάλι… μπορεί και να μη το ήξερε…  Αντίθετα αυτοί που τελικά ξαφνιάστηκαν ήταν οι κάτοικοι του χωριού. Μόλις με είδαν έμειναν με το στόμα ανοιχτό και γούρλωσαν τα μάτια τους σαν να έβλεπαν κάποιο φάντασμα. &amp;lt;&amp;lt; Από πού έρχεσαι και πώς έφτασες εδώ ;&amp;gt;&amp;gt;, με ρώτησε κάποιος από το πλήθος. Του απάντησα ότι με άφησε να ανεβώ στην πλάτη της η χελώνα. Προς μεγάλη μου έκπληξη μόλις ολοκλήρωσα την κουβέντα μου βάλθηκαν όλοι τους να γελάνε.  &amp;lt;&amp;lt; Δηλαδή πιστεύεις ότι είμαστε πάνω σε μια χελώνα; &amp;gt;&amp;gt; ρώτησαν και άρχισαν να χαχανίζουν με επιδεικτικό τρόπο. Τότε κατάλαβα τι συνέβαινε. Κανείς τους δεν ήξερε ότι ταξίδευαν πάνω σε μια χελώνα κάνοντας το πιο όμορφο ταξίδι που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Θεωρούσαν ότι δεν υπήρχε τίποτα άλλο πέρα από αυτό που μπορούσαν να αντιληφθούν με τις αισθήσεις τους… και οι αισθήσεις τους δε μπορούσαν να τους πουν ότι τα πόδια τους πατούσαν πάνω στην πλάτη μιας γιγάντιας χελώνας.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Σκέφτηκα να τους εξηγήσω τι συνέβαινε μα κανένας δε με άκουγε. Μόνο οι παλαιότεροι έδειχναν κάποιο ενδιαφέρον στην ιστορία με τη χελώνα γιατί κάπου βαθιά μέσα τους θυμόταν μια ιστορία που τους διηγούνταν οι δικοί τους παππούδες για μια χελώνα και για το &amp;lt;&amp;lt;άλλο&amp;gt;&amp;gt; σπίτι τους και για ένα μακρινό ταξίδι. Όλες αυτές οι αφηγήσεις ταίριαζαν με τη δικιά μου, αλλά κανείς δεν είχε πια τη δύναμη να δεχτεί ως πραγματικότητα κάτι τόσο μαγευτικό και ονειρώδες. Κανείς δεν τολμούσε να πάει κόντρα στη λογική, στο πείραμα, στην επιστήμη.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Έζησα για λίγες μέρες με αυτούς τους ανθρώπους απολαμβάνοντας το μαγευτικό ταξίδι. Έβλεπα τα αστέρια να χορεύουν γύρω μας, έβλεπα να μπαίνουμε μέσα σε χρωματιστά σύννεφα, ένιωθα τη χελώνα να κυνηγά τους πυρακτωμένους κομήτες… Ήταν υπέροχα. Δυστυχώς όμως μόνο εγώ έβλεπα όλα αυτά τα θαυμάσια που συνέβαιναν γύρω μας απλά γιατί ήξερα και πίστευα ότι συνέβαιναν. Οι υπόλοιποι παράξενοι κάτοικοι του παράξενου χωριού ήταν σκυφτοί πάνω σε χαρτιά και έκαναν διάφορους υπολογισμούς. Όλα κυλούσαν ομαλά και εγώ απολάμβανα το μαγευτικό ταξίδι μας μέχρι που μια μέρα έγινε κάτι απίστευτα τρελό. Οι κάτοικοι του μικρού χωριού ανακοίνωσαν την απόφασή τους να σκάψουν ένα μεγάλο λάκκο. Με αυτό τον τρόπο υποστήριζαν ότι θα ανακάλυπταν πράγματα για το παρελθόν τους. Αμέσως μόλις το έμαθα βγήκα στο δρόμο και άρχισα να τους φωνάζω να σταματήσουν γιατί με αυτό τον τρόπο θα πλήγωναν τη χελώνα, μα κανένας δε με άκουγε. Έτσι έφτιαξαν μεγάλα τρυπάνια και άρχισαν να τρυπούν το καβούκι της χελώνας. Μετά από κάποιες μέρες η τρύπα ήταν αρκετά μεγάλη και σίγουρα η καλή μας χελώνα θα πονούσε πολύ. Μάλιστα που και που άκουγα τις τεράστιες κραυγές πόνου που έβγαζε. Η χελώνα μπορούσε να μας πετάξει από την πλάτη της και να απαλλαχτεί  από τα φοβερά τρυπάνια, αλλά υπέμενε τους πόνους γιατί δεν ήθελε να πληγώσει εμάς.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Παρακαλούσα συνέχεια να σταματήσουν και να αφουγκραστούν τις φωνές της χελώνα μα κανείς δε με άκουγε. Κάποια μέρα ένιωσα να προσγειωνόμαστε στη γη και κατάλαβα ότι η χελώνα ήταν πολύ άσχημα. Το μαγευτικό ταξίδι μας είχε τελειώσει. Οι κάτοικοι του χωριού έσκαβαν και έσκαβαν και προσπαθούσαν να βρουν κάτι που θα εξηγούσε κάτι για το παρελθόν τους… ώσπου μια μέρα βρήκαν κάτι που ποτέ δε περίμεναν. Βρήκαν μια τεράστια καρδιά να χτυπά με αργούς ρυθμούς έτοιμη να σβήσει. Τότε κατάλαβαν όλα τα τρομακτικά λάθη στα οποία τους είχε οδηγήσει η λογική τους. Είχαν εμπιστευτεί όλη τους τη ζωή στη λογική για να μη κάνουν ποτέ λάθος, αλλά τελικά αυτό ήταν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής τους.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μόλις κατάλαβαν το λάθος τους όλοι οι κάτοικοι του χωριού άρχισαν να κλαίνε και να με ρωτάνε για τη χελώνα. Τους είπα ότι ήξερα και έφυγα. Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε και τα δάκρυα ήταν τόσο πολλά που έκλεισαν την μεγάλη τρύπα στη πλάτη της χελώνας και γιάτρεψαν τον πόνο. Σήμερα πετούν όλοι μαζί όπως και παλιότερα, αλλά πλέον όλοι απολαμβάνουν το υπέροχο ταξίδι. Έπρεπε να πληγωθεί η χελώνα για να καταλάβουν πόσο όμορφα είναι να πετάς στα άστρα. Έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;αφιερωμένο στην Αγγελική Πηλαρινού τη μικρή μας θαυμάστρια&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;a href="http://adamhbl.files.wordpress.com/2009/12/tcebf-cf84ceb1cebeceafceb4ceb9-cebcceb9ceb1cf82-cf87ceb5cebbcf8ecebdceb1cf82.jpg"&gt;&lt;img class="aligncenter size-medium wp-image-366" title="Tο ταξίδι μιας χελώνας" src="http://adamhbl.files.wordpress.com/2009/12/tcebf-cf84ceb1cebeceafceb4ceb9-cebcceb9ceb1cf82-cf87ceb5cebbcf8ecebdceb1cf82.jpg?w=300" alt="" width="300" height="225" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-2117151944996564469?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/2117151944996564469/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2009/12/blog-post_04.html#comment-form' title='23 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/2117151944996564469'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/2117151944996564469'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2009/12/blog-post_04.html' title='Το ταξίδι μιας χελώνας'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://farm4.static.flickr.com/3530/3763734483_d73cf266c8_t.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>23</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-6974387565862844403</id><published>2009-12-01T16:33:00.000-08:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.444-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Τα πράσινα κρινάκια</title><content type='html'>&lt;a href="http://farm1.static.flickr.com/178/472876440_a8c3e70e74.jpg"&gt;&lt;img class="alignleft" src="http://farm1.static.flickr.com/178/472876440_a8c3e70e74.jpg" alt="" width="377" height="260" /&gt;&lt;/a&gt;Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε ένα μικρό χωριό μια πανέμορφη και πανέξυπνη κοπέλα, που της άρεσε να αγαπάει με όλη της την καρδιά κάθε τι που μπορούσε να αγαπήσει. Της άρεσε να μιλάει με τα πουλιά γιατί της άρεσε να ακούει για μέρη που δε είχε επισκεφτεί ποτέ στη ζωή της. Τα πουλιά κάθονταν πάνω στο χέρι της και της διηγούνταν όλα τα φανταστά πράγματα που είχαν συναντήσει στα μακρινά του ταξίδια. Μερικές φορές μιλούσε και με τα λουλούδια. Και τα λουλούδια ήξεραν πολλά πράγματα γιατί ακόμα και αν δεν πετούσαν ωστόσο ήξεραν τα πάντα για τον κόσμο χάρη σε όσα μετέφερε ο άνεμος.&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Αγγελική ζούσε μαζί με τους γονείς της και την αδερφή της σε μια μικρή και όμορφη καλύβα στην άκρη του χωριού. Βλέπετε οι γονείς της Αγγελικής για να ζήσουν τα παιδιά τους μάζευαν πράσινα κρινάκια και τα πουλούσαν στο παλάτι του βασιλιά για να στολίζει η βασίλισσα το βάζο στο βασιλικό δωμάτιο. Τα κρινάκια αυτά μπορούσε κανείς να τα βρει μόνο στο σημείο αυτό και έτσι δεν μπορούσαν να χτίσουν πουθενά αλλού το σπίτι τους. Τα κρινάκια αυτά δεν ήταν όμως συνηθισμένα κρινάκια. Είχαν μέσα τους μια ξεχωριστή μαγεία που τα έκανε να μεγαλώνουν κάθε φορά που ένιωθαν ότι υπάρχει γύρω τους αγάπη. Γινόταν τόσο ψηλά που σίγουρα θα μπορούσες να ξεκουραστείς κάτω από τη σκιά τους αν ήσουν κουρασμένος. Αυτό βέβαια δεν το ήξερε η βασίλισσα που τα στόλιζε κάθε μέρα γιατί ποτέ δεν είχαν αισθανθεί αγάπη τα κρινάκια σε αυτό το βασίλειο. Ακόμα και η Αγγελική δεν ήξερε ότι τα πράσινα κρινάκια είχαν αυτή τη δυνατότητα μέχρι που το είδε με τα ίδια της τα μάτια.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ήταν τότε που είχε ανοίξει μια μεγάλη τρύπα στον ουρανό. Το θυμάστε; Η Αγγελική είχε καθίσει δίπλα στα ξύλα που μόλις είχε κόψει για τη φωτιά και χάζευε το τεράστιο χάσμα στον ουρανό. Όλος ο ουρανός είχε βαφτεί σε ένα πορτοκαλή χρώμα εκείνη τη μέρα, σε ένα σημείο όμως υπήρχε αυτή η τεράστια τρύπα ένα απόλυτο κενό. Ποιος άραγε ξέρει τι πλάσματα κατέβηκαν από τον ουρανό εκείνη τη μέρα. Η Αγγελική έβλεπε το απόλυτο κενό και φανταζόταν τον εαυτό της να πετάει και να χάνεται μέσα σ αυτό. Ήθελε να πνίξει όλη της τη θλίψη στο απόλυτο αυτό σκοτάδι και να ξεχάσει την αγάπη που ένιωθε για κάποιον που δεν την αγαπούσε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Έχετε δει ποτέ χρυσόσκονη να πέφτει από τον ουρανό; Έτσι γίνεται κάθε φορά που ένας άγγελος κατεβαίνει από τον ουρανό. Η Αγγελική σήκωσε τα δακρυσμένα μάτια της και είδε ένα σύννεφο από χρυσόσκονη να κατεβαίνει από τον ουρανό. Ήταν τόσο μεγάλη η λάμψη που δε κατάφερε να κρατήσει ανοιχτά τα μάτια της. Όταν τα άνοιξε είδε πανέμορφους, πάλλευκους Αγγέλους να  είναι σκυφτοί και να μαζεύουν πράσινα κρινάκια. Χωρίς να σκεφτεί τίποτα άλλο έτρεξε προς το μέρος τους και προσπάθησε να τους διώξει επειδή ήθελε να προστατέψει το μοναδικό εισόδημα της οικογένειάς της, χωρίς αυτά δεν θα είχαν να φάνε τίποτα. Δε κατάφερε όμως να τους διώξει τελικά. Την επόμενη μέρα το χάσμα του ουρανού έκλεισε, αλλά οι άγγελοι δεν έφυγαν, συνέχισαν να μαζεύουν τα πανέμορφα πράσινα κρινάκια.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μέρες με τις μέρες η Αγγελική  σταμάτησε να φέρεται ανταγωνιστικά   προς τους Αγγέλους γιατί κατάλαβε ότι οι άγγελοι είναι υπέροχα πλάσματα, που ξέρουν να σου κρατούν συντροφιά στις πιο δύσκολες στιγμές. Έτσι έγιναν φίλοι. Όσο περνούσαν οι μέρες τόσο περισσότερο μεγάλωνε η αγάπη που ένιωθαν μεταξύ τους. Όσο όμως μεγάλωνε αυτή η αγάπη τόσο μεγάλωναν και τα πράσινα κρινάκια. Κάποια μέρα τα κρινάκια έγιναν τόσο μεγάλα που η μητέρα της Αγγελικής δεν μπορούσε πια να τα προσφέρει ως λουλούδια στη βασίλισσα και γι αυτό το λόγο την αιχμαλώτισαν.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Όταν έμαθε η Αγγελική ότι η μητέρα της ήταν αιχμάλωτη άρχισε να κλαίει ασταμάτητα μέχρι που ξόδεψε και το τελευταίο δάκρυ της. Τώρα είχε ανάγκη τους όμορφους αγγέλους της περισσότερο από ποτέ, αλλά δεν ήταν κανένας κοντά της. Άρχισε να τους καταριέται και να τους αναθεματίζει. Ένιωθε πως όλοι την είχαν προδώσει, πως όλοι την είχαν παρατήσει. Πέρασε όλο τα βράδυ μόνη της σκυμμένη με βουρκωμένα τα μάτια πάνω στο κορμό ενός δέντρου. Το άλλο πρωί ξύπνησε από ένα δυνατό φτερούγισμα. Δεν είχε ξανακούσει ποτέ κάτι τέτοιο. Σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό και είδε όλους τους αγγέλους της να κρατάνε στα χέρια τους τη μαμά της και να της χαμογελούν. Ο αέρας κυμάτιζε τα μαλλιά τους και τα πρόσωπά τους φωτίζονταν από ευτυχία. Μόλις άγγιξαν το πόδι τους στη γη η Αγγελική έτρεξε και αγκάλιασε τη  μητέρα της με όλη της τη δύναμη. Όλα ήταν όπως πριν ξανά. Έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-6974387565862844403?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/6974387565862844403/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2009/12/blog-post_01.html#comment-form' title='16 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/6974387565862844403'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/6974387565862844403'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2009/12/blog-post_01.html' title='Τα πράσινα κρινάκια'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://farm1.static.flickr.com/178/472876440_a8c3e70e74_t.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>16</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-3272581815172876958</id><published>2009-11-21T08:51:00.000-08:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.448-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Η λάμψη της αυγής</title><content type='html'>&lt;a href="http://juliefainart.com/images/FairyatSunset.jpg"&gt;&lt;img class="alignleft" src="http://juliefainart.com/images/FairyatSunset.jpg" alt="" width="376" height="509" /&gt;&lt;/a&gt;Μια φορά κι έναν καιρό σε μια χώρα που βρισκόταν πέρα από τους λόφους της ντροπής και της αγάπης ζούσε μια πανέμορφη πριγκίπισσα. Κάθε μέρα έπιανε τα σύννεφα από τον ουρανό τα ανακάτευε με το χρυσάφι της και τα χάριζε πίσω στον ουρανό για να έχει όμορφα στολίδια να στολίζει στην αυγή την έλευση του ήλιου. Ήταν η πριγκίπισσα που είχε τόσο μεγάλη καρδιά, που μπορούσε να χωρέσει μέσα της όλη την αγάπη του κόσμου. Το πιο σημαντικό, όμως είναι ότι μπορούσε και να δώσει τόση αγάπη όση ποτέ δεν είχε δεχτεί ποτέ. Την αγάπη αυτή την τύλιγε μέσα στα πέταλα ενός κατακόκκινου ρόδου και θα την έδινε στον πρίγκιπά της. Έπρεπε όμως να έρθει ο κατάλληλος χρόνος για να γίνει αυτό. Αν το έδινε νωρίτερα η αγάπη που είχε κλείσει μέσα στο ρόδο ήταν τόσο μεγάλη που δεν θα μπορούσε να τη δεχτεί ο όμορφος πρίγκιπάς της. Έπρεπε να περιμένει μέχρι που να μεγαλώσει και η δικιά του καρδιά κοντά της για να μπορέσει να τη δεχτεί.&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Κάποια μέρα ενώ κρατούσε στα χέρια της ένα σύννεφο και το χρύσωνε με τα απαλά της χέρια είδε από μακριά κάτι να γυαλίζει και να αντανακλά τη λάμψη του προσώπου της. Η λάμψη πλησίαζε όλο και πιο πολύ μέχρι που είδε την πανοπλία ενός όμορφου ιππότη να έρχεται κοντά της. Ο ιππότης χωρίς να το ξέρει πάντα έψαχνε να βρει από πού προέρχεται η λάμψη της αγάπης. Την έβλεπε να βγαίνει σα λεπτή μυρωδιά από τα χρυσά σύννεφα της αυγής, αλλά δεν ήξερε σε ποιον ανήκει και για ποιο λόγο ήθελε να την ακολουθήσει, να δώσει όλο του τον εαυτό σε αυτήν.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Κάποια μέρα μαύρα σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό και πυκνή ομίχλη τύλιξε ολόκληρο το κορμί του. Τότε ήταν που αποφάσισε να ακολουθήσει το μονοπάτι των δύο λόφων, της ντροπής και της αγάπης. Δεν ήξερε μα ένιωθε ότι η πηγή της έλξης του βρισκόταν πίσω από τα πορφυρά περάσματα των λόφων αυτών.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Τώρα την έβλεπε μπροστά του να τον κοιτάει στα μάτια και ένιωθε πως τον αγαπούσε όσο κανείς άλλος στον κόσμο δεν έχει αγαπήσει. Η πριγκίπισσα θέλησε αμέσως να του δώσει όλη την αγάπη που είχε τυλίξει γι αυτόν τόσα χρόνια, αλλά ήξερε ότι ακόμα δεν ήταν έτοιμος να τη δεχτεί. Δεν μπορούσε όμως να κρατηθεί, ήθελε να του τι δώσει και του την έδωσε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο ιππότης της ευχαρίστησε και άνοιξε τα πέταλα του ρόδου για να δει. Ένα τεράστιο κύμα αγάπης βγήκε από το ρόδο και τον πέταξε ψηλά στον ουρανό. Πονούσε από το χτύπημα, αλλά ήταν ψηλά στον ουρανό, μπορούσε να αγγίξει τα αστέρια και να μιλήσει μαζί τους. Η καρδιά του ήταν, όμως, ακόμα αδύναμη για να δεχτεί αυτό το δώρο της γλυκιάς πριγκίπισσας και κατέβηκε από τον ουρανό έβαλε την πανοπλία του και έφυγε. Είχε βρει αυτό που έψαχνε τόσα χρόνια, αλλά δεν ήταν ακόμα έτοιμος να το δεχτεί.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ο ιππότης περιπλανήθηκε και πάλεψε με τέρατα και δράκους, μα δε μπορούσε να επιστρέψει, ώσπου μια μέρα πληγώθηκε. Ένα ξίφος καρφώθηκε στην καρδιά του και την άδειασε ολόκληρη. Θα πέθαινε και θέλησε να νιώσει για τελευταία φορά την ομορφιά της αύρας, τα χρυσά σύννεφα κατέβηκαν και τον κύκλωσαν. Αυτός πείρε μια βαθιά ανάσα και τράβηξε μέσα του όση περισσότερη αγάπη μπορούσε. Ένα λουλούδι φύτρωσε μέσα του. Η καρδιά του πέθανε, αλλά το λουλούδι πείρε τη θέση της. Πλέον δεν υπήρχε καμιά άλλη αξία γι αυτόν. Άφησε τα όπλα του και άρπαξε ένα χρυσό σύννεφο και το κράτησε με όλη του τη δύναμη. Το βράδυ το σύννεφο επέστρεψε στο δημιουργό του, στην αστραφτερή πριγκίπισσα. Ο ιππότης κατέβηκε από το σύννεφο της έπιασε το χέρι την αγκάλιασε και τη φίλησε. Τίποτα πια δεν θα μπορούσε να τους χωρίσει. Ο ουρανός τυλίχτηκε στα χρώματα των αισθήσεων και ο κάμπος έγινε μια χρυσή θάλασσα. Τα αστέρια υποκλίθηκαν  στη δύναμη της αγάπης και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, τυλιγμένοι όλοι μας στη μαγείας της δικιάς μας αυγής.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ένα παραμύθι για τη Σοφία  Χαραλαμπίδου&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-3272581815172876958?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/3272581815172876958/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2009/11/blog-post_21.html#comment-form' title='38 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/3272581815172876958'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/3272581815172876958'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2009/11/blog-post_21.html' title='Η λάμψη της αυγής'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><thr:total>38</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-8291755451361756853</id><published>2009-11-13T09:06:00.000-08:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.450-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Η πεταλουδίτσα η Φαιδρίτσα</title><content type='html'>&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/Sv2Py1uxDzI/AAAAAAAAAP4/ZjC_ObqQ7pw/s1600/PB130112.JPG"&gt;&lt;/a&gt;&lt;a href="http://otiaksizei.pblogs.gr/files/f/214173-magic_butterfly_by_designtu.jpg"&gt;&lt;img class="alignleft" src="http://otiaksizei.pblogs.gr/files/f/214173-magic_butterfly_by_designtu.jpg" alt="" width="330" height="303" /&gt;&lt;/a&gt;Μια φορά κι ένα καιρό σε μία πολύ μακρινή χώρα υπήρχε ένας κήπος γεμάτος με όμορφα λουλούδια. Μέσα σε αυτό τον κήπο γεννήθηκε μέσα σε ένα κατακόκκινο λουλούδι μία πανέμορφη πεταλουδίτσα, που τη λέγανε Φαιδρίτσα. Της Φαιδρίτσας της άρεσε να πετά από άνθος σε άνθος και να ανακαλύπτει τις ομορφιές του κήπου μέσα στον οποίο ζούσε. Η μητέρα της πεταλουδίτσας όταν έφτανε το βράδυ την έβαζε μέσα στη χούφτα της και φυσούσε απαλά μέσα στη χούφτα για να τη ζεστάνει. Κάποια μέρα όμως η μητέρα της Φαιδρίτσας φύσηξε τόσο δυνατά που πεταλουδίτσα βρέθηκε να πετά ψηλά στον ουρανό, μακριά από τη μητέρα της. Από τη στιγμή εκείνη, που η μικρή πεταλουδίτσα βρέθηκε ψηλά στον ουρανό κατάλαβε ότι πλέον μπορούσε να πετάει μόνη της, μακριά από την αυλή με τα λουλούδια αλλά και τη μητέρα της.&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Από εκείνη τη στιγμή η Φαιδρίτσα άρχισε να απομακρύνεται όσο περισσότερο μπορούσε και δε σταμάτησε να κουνάει τα φτερά της μέχρι που σιγουρεύτηκε ότι ήταν πολύ μακριά. Κάθισε πάνω σε ένα στάχυ που το πήγαινε πέρα κείθε ο άνεμος και κοίταξε γύρω, γύρω. Όλο αυτό το ταξίδι την είχε κουράσει και πεινούσε σα λύκος. Δεν υπήρχε κοντά της, όμως ούτε ένα λουλούδι για να ρουφήξει το ζουμερό χυμό του και να χορτάσει. Έψαχνε για πολλές μέρες μέχρι που ανακάλυψε ένα βάζο με μέλι. Ήταν τόσο πεινασμένη που έπεσε μέσα στο βάζω χωρίς να σκεφτεί τίποτα άλλο. Έφαγε και χόρτασε, όταν , όμως έκανε να σηκωθεί και να βγει από το βάζο κατάλαβε ότι δεν μπορούσε πια να πετάξει γιατί τα φτερά της είχαν κολλήσει στο μέλι.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Το μόνο που μπορούσε να κάνει η μικρή πεταλουδίτσα ήταν να βλέπει το καταγάλανο ουρανό μέσα από το βάζο και να περιμένει κάποιο θαύμα να συμβεί ώστε να καταφέρει να ξαναπετάξει ξανά στον ουρανό όπως πρώτα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt; Κάποια μέρα η πεταλουδίτσα άκουσε να πλησιάζει προς το μέρος της μία αρκούδα και κατατρόμαξε γιατί σκέφτηκε ότι αν ερχόταν η αρκούδα για να φάει το μέλι θα έτρωγε και την ίδια καθώς είχε κολλήσει στο μέλος. Η αρκούδα άκουσε την τρομαγμένη φωνή της πεταλουδίτσας και αφού πλησίασε την καθησύχασε λέγοντας ότι δεν ήθελε το κακό της και ότι έψαχνε απλά λίγο φαγητό για τα παιδιά της, Όταν η Φαιδρίτσα κατάλαβε ότι η αρκούδα αυτή ήταν μια καλή αρκούδα σταμάτησε να τη φοβάται και τη ρώτησε αν μπορούσε να τη βγάλει από το βάζο. Η αρκούδα της απάντησε ότι δεν μπορούσε να βάλλει τα χέρια της μέσα στο βάζο γιατί ήταν πολύ μεγάλα. Της υποσχέθηκε, όμως ότι θα έπερνε το βάζο και θα το έδινε στον κυρ κατσαρίδα που είχε πολύ μικρότερα χέρια από αυτή και κατά συνέπεια θα ήταν πιο αποτελεσματικός. Πράγματι η αρκούδα πείρε το βάζο και τη πεταλουδίτσα και τα πήγε στο σπίτι του κυρ κατσαρίδα. Όταν ο κατσαρίδας όμως άκουσε να του ζητάνε να βγάλει από το βάζο τη μικρή πεταλουδίτσα έδειξε τα μικρά του χεράκια και είπε ότι με τόσο μικρά χέρια δεν μπορούσε όχι μόνο να πιάσει τη Φαιδρίτσα και να τη βγάλει έξω, αλλά ούτε καλά, καλά να πιάσει το χέρι της πεταλουδίτσας. Υποσχέθηκε, όμως να φωνάξει τους φίλους του τα μυρμήγκια για να μεταφέρουν το βάζο με το μέλι και τη πεταλουδίτσα σε κάποιον ειδικό.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Για πολλές μέρες τα μυρμήγκια κουβαλούσαν στην πλάτη τους τη μικρή Φαίδρα, αλλά κάποια στιγμή κουράστηκαν και αυτά και μη μπορώντας να τη κουβαλήσουν άλλο τη χαιρέτησαν με βαριά καρδιά και την άφησαν ολομόναχη. Μικρή Φαιδρίτσα ολομόναχη πια κοιτούσε τον σκοτεινό και συννεφιασμένο ουρανό και άκουγε τη βροχή να πέφτει πάνω στο βάζο με δύναμη. Η μικρή πεταλουδίτσα άρχισε να κλαίει ασταμάτητα γιατί δεν άντεχε άλλο να είναι μακριά από τη μητέρα της, ενώ φώναζε δυνατά ότι της έλλειπε η μαμά της.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Εκείνη τη στιγμή είδε ένα χέρι να κατεβαίνει από τον ουρανό και να αρπάζει το βάζο. Σάστισε για λίγο, αλλά μετά κατάλαβε ότι το χέρι που έβλεπε ήταν το πιο όμορφο, ζεστό και οικείο χέρι που είχε δει ποτέ της. Χωρίς αμφιβολία ήταν το χέρι της αγαπημένης της μαμάς, που τόσο πολύ της είχε λείψει. Η καλή μαμά της Φαιδρίτσας την έβγαλε προσεκτικά από το βάζο και της καθάριζε τα φτερά με καθαρό νερό. Όταν η μικρή πεταλουδίτσα ρώτησε τη μητέρα της πώς τη βρήκε, εκείνη απάντησε ότι στην πραγματικότητα δεν την είχε χάσε ποτέ. Ήξερε πάντα που βρισκόταν γιατί την είχε ακολουθήσει. Τότε όταν την ξαναρώτησε γιατί δεν την είχε πιάσει νωρίτερα αυτή απάντησε ότι δεν μπορούσε να το κάνει αν πρώτα  η ίδια δεν έδειχνε τη θέληση να επιστρέψει ξανά στο σπίτι. Μετά από αυτή τη περιπέτεια η μικρή Φαιδρίτσα αγαπούσε τη μητέρα της ακόμα περισσότερο από πριν και δεν ξανααπομακρύνθηκε  ποτέ από κοντά της. Ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.    &lt;br/&gt;&lt;p style="text-align:center;"&gt;Αν τόλμησες κι διάβασες κι αυτό το παραμύθι αμέσως άσε σχόλιο και φτύσε το ρεβίθι.&lt;/p&gt;&lt;br/&gt;&lt;p style="text-align:center;"&gt;Το παραμύθι αυτό είναι δώρο για τη Μικρή Φαιδρίτσα, την ανιψούλα μας, το πιο γλυκό πλασματάκι του κόσμου. Φαιδρούλα χρόνια πολλά!!!!!!!!!!!!!!!!&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/Sv2Py1uxDzI/AAAAAAAAAP4/ZjC_ObqQ7pw/s1600-h/PB130112.JPG"&gt;&lt;img class="aligncenter" src="http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/Sv2Py1uxDzI/AAAAAAAAAP4/ZjC_ObqQ7pw/s400/PB130112.JPG" alt="" width="300" height="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-8291755451361756853?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/8291755451361756853/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2009/11/blog-post_13.html#comment-form' title='35 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/8291755451361756853'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/8291755451361756853'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2009/11/blog-post_13.html' title='Η πεταλουδίτσα η Φαιδρίτσα'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/Sv2Py1uxDzI/AAAAAAAAAP4/ZjC_ObqQ7pw/s72-c/PB130112.JPG' height='72' width='72'/><thr:total>35</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-2891165471569441682</id><published>2009-11-07T04:54:00.000-08:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.454-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Το λουλούδι της Γίτσας</title><content type='html'>&lt;a href="http://k53.pbase.com/g4/86/566486/2/61559940.DqRP83NH.jpg"&gt;&lt;/a&gt;&lt;a href="http://i287.photobucket.com/albums/ll149/glittergn/flower/flower030.gif"&gt;&lt;img class="alignleft" src="http://i287.photobucket.com/albums/ll149/glittergn/flower/flower030.gif" alt="" width="322" height="355" /&gt;&lt;/a&gt;Μια φορά κι έναν καιρό σε μία περιοχή που κανένας σήμερα δεν ξέρει που βρίσκεται ζούσε μία πανέμορφη νεραϊδούλα που την έλεγαν Γίτσα. Το μέρος όπου ζούσε ήταν ένα απέραντο δάσος γεμάτο κάθε λογής λουλούδια και κάθε λογής δέντρα. Σε αυτό το δάσος, όμως αν και υπήρχαν αμέτρητα φυτά και δέντρα ωστόσο δεν υπήρχε όχι μόνο ούτε ένας άνθρωπος, αλλά ούτε καν ένα μυρμήγκι. Η μικρούλα Γίτσα ήταν επομένως ολομόναχη. Και το ολομόναχος στη συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει να μην έχεις κανένα να σε ακούσει, κανένα να σου πει κάτι.&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η νεραϊδούλα μας όμως αν και ήταν και ένιωθε μόνη, ωστόσο δεν ήταν απαρηγόρητη. Στην πραγματικότητα είχε βρει τι μεγαλύτερη παρηγοριά που θα μπορούσε να ευχηθεί. Της άρεσε να εξερευνά το δάσος ψάχνοντας για λουλούδια. Τα λάτρευε τα λουλούδια και έκανε σαν τρελή όταν έβλεπε ένα λουλούδι που δεν το είχε ξαναδεί.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Τα χρόνια περνούσαν και σιγά,  σιγά έπαψε να νιώθει παρηγοριά ψάχνοντας λουλούδια γιατί τα ήξερε πλέον όλα. Ήξερε ότι όσο και αν έψαχνε δεν υπήρχε πια περίπτωση να βρει ένα νέο λουλούδι. Είχε μείνει ακίνητη για μέρες και δεν έκανε τίποτα, μέχρι που αποφάσισε να ψάξει για ένα καινούργιο λουλούδι στο πιο απίθανο μέρος πιστεύοντας ότι εκεί σίγουρα θα υπήρχε ένα λουλούδι που δε θα το είχε ξαναδεί.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Ανέβηκε πάνω στη κορυφή του ψηλού καταρράχτη και κοιτώντας το νερό να πέφτει προσπαθούσε να σκεφτεί πιο ήταν το πιο κατάλληλο μέρος για να ψάξει. Θα έπρεπε να είναι κάτι πολύ παράξενο που κανένας δεν θα μπορεί να είχε ψάξει εκεί για να βρει ένα λουλούδι. Εκεί όμως που κοιτούσε τα νερά το χρυσό μενταγιόν της έπεσε μέσα στα νερά του καταρράχτη. Χωρίς να το σκεφτεί και πολύ έπεσε και η ίδια μέσα στο καταρράχτη για να πιάσει το μενταγιόν  της. Μέσα σε λίγα λεπτά βρέθηκε μέσα στο πάτο της λίμνης μέσα στην οποία έπεφταν τα νερά του ποταμού. Σαν νεράϊδα που ήταν δεν είχε πρόβλημα να αναπνέει μέσα στο νερό και έτσι το πρώτο πράγμα που έκανε όταν ξαναβρήκε τις αισθήσεις της ήταν να κοιτάξει γύρω, γύρω ψάχνοντας για ένα καινούργιο λουλούδι. Είδε όμως μπροστά της μια γριά χελώνα να κρατά το χρυσό μενταγιόν της. &amp;lt;&amp;lt; Αυτό ψάχνεις ;&amp;gt;&amp;gt; ρώτησε η χελώνα. Η Γίτσα όμως ήδη το είχε ξεχάσει γιατί επιθυμούσε έντονα να βρει ένα λουλούδι που δεν το είχε ξαναδεί. Η χελώνα κράτησε το μενταγιόν και της είπε ότι η ίδια αν και ήταν τόσο γριά είδε πρόσφατα ένα λουλούδι που δεν το είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωής της. Της είπε πως το είχε δει στην άλλη άκρη του ποταμού. Η Γίτσα την ευχαρίστησε και έφυγε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η μικρή νεράϊδα έφτασε στην άλλη την άκρη του ποταμού την επόμενη μέρα και ήταν πάρα πολύ κουρασμένη. Έτσι έπεσε να κοιμηθεί στον κορμό ενός δέντρου. Έγειρε το κεφάλι της στην κουφάλα του και την πείρε ο ύπνος. Όταν ξύπνησε, όμως το μαντίλι που φορούσε σκάλωσε σε ένα κλαδί και άρχισε να πέφτει μέσα στην τρύπια κουφάλα του δέντρου. Χωρίς δεύτερη σκέψη βούτηξε μέσα στην κουφάλα για να κυνηγήσει τη μαντίλα της. Έπεσε, όμως, όπως είναι φυσικό, και χτύπησε άσχημα. Για καλή της τύχη μέσα στο δέντρο ζούσε μια οικογένεια τυφλοπόντικων που την περιποιήθηκαν. Μόλις συνήλθε εξαιτίας της μεγάλης της επιθυμίας να βρει ένα νέο λουλούδι είχε ξεχάσει τελείως το μαντίλι της και όταν της το έδειξαν οι τυφλοπόντικες ρωτώντας αν ήταν δικό της αυτή απάντησε ότι πρώτη φορά το έβλεπε και ότι έψαχνε ένα λουλούδι που να μην το έχει ξαναδεί ανθρώπινο μάτι. Οι τυφλοπόντικες τότε της είπαν ότι θα ήταν καλύτερα να ρωτήσει το πουλί που βρισκόταν στην κορυφή του δέντρου. Έβλεπε τόσα πολλά πράγματα κάθε μέρα. Σίγουρα θα είχε δει και αυτό που ζητούσε η μικρή νεράϊδα. Η Γίτσα χαιρέτισε τους τυφλοπόντικες και αυτοί της ανταπέδωσαν το χαιρετισμό κουνώντας το μαντίλι της.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Όταν έφτασε στην κορυφή του δέντρου κοίταξε γύρω, γύρω της και εντυπωσιάστηκε τόσο που έτριψε τα χέρια της από ευχαρίστηση. Καθώς όμως έτριβε τα χέρια της  το δαχτυλίδι που φορούσε έφυγε από τη θέση του και άρχισε να πέφτει. Ετοιμάστηκε να πηδήξει από το δέντρο για να πιάσει το δαχτυλίδι της, αλλά ξαφνικά είδε μπροστά της του πουλί για το οποίο της είχαν μιλήσει οι τυφλοπόντικες. Το πουλάκι κρατούσε στο στόμα του το δαχτυλίδι, αλλά η μικρή νεραϊδούλα ήθελε τόσο πολύ να βρει αυτό το λουλούδι που αμέσως μόλις είδε το πουλί ξέχασε πως ήταν δικό της. &amp;lt;&amp;lt; Είναι δικό σου το δαχτυλίδι; &amp;gt;&amp;gt; ρώτησε το πουλάκι &amp;lt;&amp;lt; το είδα να πέφτει και το έπιασα &amp;gt;&amp;gt;. &amp;lt;&amp;lt;Όχι &amp;gt;&amp;gt; απάντησε η Γίτσα, &amp;lt;&amp;lt; το μόνο που θέλω είναι να μου πεις μήπως έχεις δει κάποιο λουλούδι που να μη το έχει δει ξανά μήτε άνθρωπος, μήτε νεράιδα, μήτε κάποιο άλλο ζώο. Το πουλάκι της απάντησε ότι το λουλούδι που έψαχνε υπήρχε μέσα σε μια σπηλιά, που βρισκόταν πέρα απ τα τρία τα βουνά και πέρα απ τους τρεις τους λόφους, κοντά σε μία ρεματιά που τη φιλούν νεράιδες.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Γίτσα χωρίς να ακούσει δεύτερη κουβέντα ξεκίνησε για να βρει αυτό που έψαχνε τόσο καιρό. Ένα λουλούδι σπάνιο και ξεχωριστό, που δεν το είχε ξαναδεί κανείς. Πέρασαν δώδεκα χρόνια  ώσπου να καταφέρει η μικρή νεράιδα να φτάσει στη σπηλιά, που βρισκόταν πέρα από τα τρία τα βουνά και πέρα απ τους τρεις τους λόφους, κοντά σε μία ρεματιά που τη φιλούν νεράιδες. Όταν είδε τη σπηλιά η μικρή νεράιδα μας άρχισε να κλαίει από χαρά. Είχε τραβήξει πάρα πολλά για να φτάσει ως εδώ. Έκανε μερικά βήματα και πλησίασε τη σπηλιά, αλλά την περικύκλωσαν δώδεκα νεράιδες και της απαγόρευσαν την είσοδο στην σπηλιά. &amp;lt;&amp;lt; Εδώ φιλάμε το πιο όμορφο λουλούδι του κόσμου και κανένας άλλο δεν μπορεί να το δει πέρα από τις πραγματικές νεράιδες και πραγματικές είναι αυτές οι νεράιδες που έχουν το μενταγιόν, το δαχτυλίδι και το μαντίλι των νεραιδών.&amp;gt;&amp;gt;. &amp;lt;&amp;lt;Είμαι πραγματική νεράιδα&amp;gt;&amp;gt;, απάντησε η Γίτσα &amp;lt;&amp;lt;αλλά αυτά που μου ζητάτε τα έχασα εδώ και πάρα πολλά χρόνια&amp;gt;&amp;gt;. Οι νεράιδες όμως ήταν απόλυτες. Της είπαν ότι αυτά αποτελούν την ταυτότητα μιας νεράιδας και χωρίς ταυτότητα κανείς δεν είναι τίποτα απ όσα δηλώνει ότι είναι η ότι θα μπορούσε να είναι.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Γίτσα άρχισε να κλαίει για ακόμα μια φορά, όμως αυτή τη φορά όχι από χαρά. Έχοντας στο μυαλό της μόνο το λουλούδι υπήρξε τόσο επιπόλαια που τελικά έχασε τον εαυτό της. Δεν ήταν πια η νεράιδα που ήταν παλιά, η πραγματική νεράιδα γιατί πραγματική νεράιδα θα ήταν αν είχε φυλάξει τα δώρα που της είχαν χαρίσει όταν είχε γεννηθεί οι υπόλοιπες νεράιδες. Αυτή όμως τα είχε χάσει.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Τα δάκρυά της πότισαν το χώμα και φύτρωσαν πολλά λουλούδια. Έκλαιγε για πολλά χρόνια και κάθε μέρα έβγαιναν και άλλα λουλούδια. Με το πέρασμα του χρόνου ένα τεράστιο σύννεφο από λουλούδια την είχε περικυκλώσει. Κάποια μέρα σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε γύρω της. Ήταν τόσο πολλά τα λουλούδια, τόσο υπέροχα. Έδειχνε ένα, ένα με το δάχτυλό της και το ονόμαζε και το λουλούδι μόλις άκουγε το όνομά του έκανε μια βαθιά υπόκλιση σαν να είχε μόλις πει ένα όμορφο ποίημα.  Και πράγματι και μόνο η παρουσία κάθε λουλουδιού ήταν η ίδια ένα ποίημα. Η μικρή νεράιδα είδε σε μια γωνιά ένα λουλούδι που δεν μπορούσε να το φωνάξει με το όνομά του γιατί δεν το ήξερε. Μετά από τόσα χρόνια επιτέλους βρήκε αυτό που έψαχνε. Ήταν το πιο όμορφο λουλούδι που είχε δει ποτέ της. Το ρώτησε πώς το έλεγαν και αυτό απάντησε ότι ήταν το λουλούδι της σπηλιάς που υπάρχει μέσα στη σπηλιά, αλλά γεννήθηκε και έξω από αυτή χάρη στα δάκρυά της, όπως άλλωστε και χιλιάδες άλλα λουλούδια.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Γίτσα ένιωσε πιο χαρούμενη από ποτέ. Ξέχασε μονομιάς κάθε στεναχώρια που είχε περάσει και γεμάτη ενέργεια και ζωντάνια ξεκίνησε να βρει το μενταγιόν της, το μαντίλι της και το δαχτυλίδι της.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Έζησε αυτή καλά και εμείς καλύτερα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Για τη αγαπημένη μας Γεωργία Χαραλαμπίδου&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;a href="http://adamhbl.files.wordpress.com/2009/11/gothic_exp__by_insectsz-368497.jpeg"&gt;&lt;img class="aligncenter size-medium wp-image-363" title="Το λουλούδι της Γίτσας" src="http://adamhbl.files.wordpress.com/2009/11/gothic_exp__by_insectsz-368497.jpeg?w=300" alt="" width="300" height="241" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-2891165471569441682?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/2891165471569441682/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2009/11/blog-post_07.html#comment-form' title='31 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/2891165471569441682'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/2891165471569441682'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2009/11/blog-post_07.html' title='Το λουλούδι της Γίτσας'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://i287.photobucket.com/albums/ll149/glittergn/flower/th_flower030.gif' height='72' width='72'/><thr:total>31</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-2640047627862626313</id><published>2009-10-29T00:49:00.000-07:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.458-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Το παιδί που γεννήθηκε μέσα στην πέτρα</title><content type='html'>&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_Qy5suRuX9S4/SZR0-UNkIgI/AAAAAAAAAe8/BMIx3N9nNW8/s400/300653698_cd12a4b3e6.jpg"&gt;&lt;img class="alignleft" src="http://4.bp.blogspot.com/_Qy5suRuX9S4/SZR0-UNkIgI/AAAAAAAAAe8/BMIx3N9nNW8/s400/300653698_cd12a4b3e6.jpg" alt="" width="374" height="203" /&gt;&lt;/a&gt;Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μέρος χίλια και δύο βασίλεια πιο μακριά από εδώ έγινε ένα πραγματικά θαυμαστό γεγονός. Γεννήθηκε ένα παιδί, αλλά όχι όπως συνήθως γεννιούνται τα υπόλοιπα παιδιά. Το παιδί αυτό γεννήθηκε μέσα σε μία πέτρα. Την ίδια μέρα σε ένα άλλο σπίτι του χωριού γεννήθηκε και ένα άλλο παιδί, η δικιά το όμως γέννηση δεν είχε κάτι το διαφορετικό. &lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;Όπως ήταν φυσικό το παιδί που γεννήθηκε μέσα στην πέτρα τράβηξε από νωρίς την προσοχή όλων των κατοίκων του βασιλείου. Το βασίλειο αυτό ήταν ένα βασίλειο γερόντων καθώς δεν υπήρχαν παιδιά. Τα μόνα παιδιά που υπήρχαν ήταν το παιδί της πέτρας και το φυσιολογικό παιδί. Έτσι θέλοντας και μη τα δύο παδιά έκαναν πολύ παρέα μαζί μιας και δεν υπήρχαν άλλα άτομα της ηλικίας τους.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η πέτρα που περιέβαλλε το αγόρι βρισκόταν στη μέση του χωριού. Μέσα στην πέτρα το παιδί ένιωθε το κρύο, τη ζέστη, άκουγε το φύσημα του αέρα και τους ανθρώπους να περνούν, αλλά δεν μπορούσε να μετακινηθεί και να δει τι υπήρχε γύρω από την πέτρα. Ακόμα, η φωνή μέσα από την πέτρα δεν ήταν πολύ δυνατή και για να τον ακούσει κάποιος έπρεπε να βάλει το αυτί του πάνω της.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Αν και αρχικά η εμφάνιση του παιδιού είχε προξενήσει μεγάλη περιέργεια στους κατοίκους του βασιλείου σταδιακά όλοι το ξέχασαν και κανείς δεν ενδιαφερόταν πια για αυτό. Όλοι το είχαν ξεχάσει, όλοι εκτός από το παιδί που είχε γεννθεί την ίδια μέρα με αυτό. Οι δυο τους είχαν γίνει πάρα πολύ καλοί φίλοι. Το ένα το παιδί ψιθύριζε πάνω στην πέτρα και το άλλο απαντούσε μέσα από αυτή. Το παιδί της πέτρας δεν μπορούσε να ξέρει ότι υπήρχε ουρανός, σύννεφα, ήλιος, δεν μπορούσε να ξέρει ότι άλλες μέρες ήταν πιο σκοτεινές και άλλες πιο φωτεινές, δεν μπορούσε να ξέρει ότι υπάρχουν χρώματα και μυρωδιές και ότι άλλα είναι πιο ωραία και άλλα λιγότερο. Το παιδί μέσα από την πέτρα ωστόσο έβλεπε και ένιωθε τον κόσμο μέσα από τα λόγια του άλλου παιδιού. Τον άκουγε να είναι χαρούμενος όταν έλεγε ότι η μέρα ήταν φωτεινή και τον άκουγε να είναι λιγότερο ζωηρός τις μέρες που έλεγε ότι η μέρα ήταν σκοτεινή. Με τον τρόπο αυτό, ερμηνεύοντας τα συναισθήματα του φίλου του, ερμήνευε ταυτόχρονα και τον κόσμο γύρω του. Ερμήνευε τις λέξεις και τη σχέση τους με το γύρω κόσμο.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μέρα με τη μέρα, η φιλία των δύο παιδιών γινόταν όλο και μεγαλύτερη, όλο και δυνατότερη. Τα δύο παιδιά όμως δεν το καταλάβαιναν ότι μέρα με τη μέρα δένονταν όλο και περισσότερο. Δε καταλάβαιναν τι σημαίνει πραγματική φιλία. Μάλιστα η πραγματική φιλία ήταν το μόνιμο όνειρο του παιδιού που γεννήθηκε την ίδια μέρα με το παιδί της πέτρας.  Το παιδί αυτό ονειρευόταν μία πραγματική φιλία. Τη φιλία αυτή την είχε ταυτίσει με μία φιλία όπου ο φίλος θα ήταν ένας άνθρωπος φυσιολογικός που να μην ζει σε καμία πέτρα ή κάτι. Που να μπορεί να βλέπει και να περπατά σαν και αυτό. Αγαπούσε το παιδί της πέτρας, αλλά δεν μπορούσε να πει ότι είναι φίλος του γιατί είχε ακούσει ότι οι πραγματικοί φίλοι έχουν πολλά κοινά και ότι πάνε μαζί βόλτες και ζουν φανταστικές περιπέτειες. Με το παιδί με την πέτρα όμως το μόνο κοινό που είχαν ήτνα η φωνή. Άλλωστε σε τι άλλο να μοιάαζει μία πέτρα και ένα παιδί. Όπως, όμως είπαμε και προηγουμένως στο βασίλειο αυτό δεν υπήρχαν άλλα παιδιά για να τα κάνει φίλους του. Έτσι κάθε μέρα παρακαλούσε στην προσευχή του να του δοθεί η ευκαιρία να φύγει μακριά από αυτό το βασίλειο και να μπορέσει να γνωρίσει ένα πραγματικό φίλο όπως ακριβώς τον είχε φανταστεί και άκουγε να τον περιγράφουν οι υπόλοιποι άνθρωποι.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Κάποια μέρα ενώ έλεγε για ακόμα μια φορά την ίδια προσευχή, ένα θαύμα πραγματοποιήθηκε. Ξαφνικά πίσω στην πλάτη του φύτρωσαν δύο μεγάλα και πανέμορφα φτερά. Όπως είναι φυσικό στην αρχή ξαφνιάστηκε, αλλά στην συνέχεια κατάλαβε ότι το όνειρό του είχε γίνει πραγματικότητα. Επιτέλους θα μπορούσε να φύγει από το βασίλειο και να γνωρίσει την πραγματική φιλία.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Πετούσε για πολλές μέρες μέχρι που είδε από ψηλά μία πολιτεία πάρα πολύ μεγάλη, γεμάτη ανθρώπους κάθε ηλικίας. Έτσι χωρίς δεύτερη σκέψη προσγειώθηκε και άρχισε να ψάχνει για ένα φίλο. Ήταν πάρα πολύ αστείος. Πήγαινε σε κάθε άνθρωπο που το ανάστημά του ταίριαζε με την εικόνα του τέλειου φίλου που είχε στο μυαλό του και του ζητούσε να γίνει φίλος του. Όλοι οι κάτοικοι αυτής της πολιτείας δεν πίστευαν στα μάτια τους όταν έβλεπαν τα μεγάλα φτερά που είχε και πίστευαν πως ήταν κάποιος άγγελος. Έτσι όχι μόνο δέχονταν να γίνουν φίλοι του, αλλά τον παρακαλούσαν γιατί πίστευαν ότι με αυτό τον τρόπο θα αποκτούσαν πλούτοι και δόξα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Για αρκετές μέρες ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων ακουλουθούσε το παιδί με τα φτερά, σιγά σιγά όμως κουράστηκαν να κάνουν το φίλο του και να μην έχουν οι ίδιοι καμία ωφέλεια. Γι αυτό το λόγο ζήτησαν από το παιδί να κάνει ένα θαύμα για να βεβαιωθούν για τις αγγελικές του δυνάμεις. Του ζήτησα να εμφανίσει ένα μεγάλο πιθάρι γεμάτο χρυσάφι. Τότε το παιδί τους εξήγησε ότι δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα απλό παιδί με φτερά. Από εκείη τη στιγμή, όταν κατάλαβαναν ότι από αύτή τη φιλία δεν θα κέρδιζαν τίποτα τον άφησαν όλοι. Πλέον κανείς δεν τον ακολουθούσε, κανείς δε μιλούσε μαζί του, κανείς δεν του έδινε σημασία.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Το παιδί στεναχωρήθηκε πάρα πολύ, κάθισε πάνω σε μία μεγάλη πέτρα και άρχισε να κλαίει. Τότε αυθόρμητα έγειρε πάνω στην πέτρα και άρχισε να της ψιθυρίζει όλα όσα έπαθε, ακριβώς όπως έκανε στην πέτρα που μέσα της βρίσκονταν το άλλο παιδί. Όταν σταμάτησε να λέει όλα όσα είχε τραβήξει έβαλε το αυτί του πάνω στην πέτρα και περίμενε να ακούσει ένα λόγο παρηγοριάς. Κατάλαβε όμως ότι αυτή ήταν μία απλή πέτρα. Κατάλαβε ακόμα πόσο του είχε λείψει το παιδί της πέτρας. Κατάλαβε ότι η πραγματική φιλία δε βρισκόταν πουθενά αλλού παρά μέσα σε μία πέτρα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Στην άλλη άκρη της γης το παιδί της πέτρας ήταν ολομόναχο. Έκλαιγε ασταμάτητα και φώναζε το όνομα του φίλου του, αλλά καμία απάντηση. Για μέρες η μοναδική του συντροφιά ήταν ο ίδιος του ο εαυτός και δεν μπορούσε να αντέξει άλλο τόσο μεγάλη μοναξιά. Έκλαψε τόσο πολύ που το δάκρυ του είχε ποτίσει ολόκληρη τη μεγάλη πέτρα που τον περιέβαλε. Τόσο πολύ ήταν το δάκρυ που τα πουλάκια σταματούσαν πάνω στην πέτρα για να πιουν. Ξαφνικά άκουσε ένα παράξενο θόρυβο. Ένιωσε να ξεκολλάει ολόκληρος και να πετά ψηλά στον ουρανό. Απόρησε για μια στιγμή, αλλά αμέσως άκουσε τη πιο γνώριμη φωνή στον κόσμο για αυτόν και κατάλαβε ότι τον είχε αγκαλιάσει ο φίλος του και ότι απ τη χαρά του τον είχε ταβήξει ψηλά στον ουρανό. &amp;lt;&amp;lt;Βρήκες φίλο;&amp;gt;&amp;gt; τον ρώτησε. &amp;lt;&amp;lt;Ο μόνος μου φίλος είσαι εσύ&amp;gt;&amp;gt; του απάντησε. Ήταν μια πολύ όμορφη στιγμή. Το παιδί με τα φτερά να έχει αγκαλιάσει το παιδί της πέτρας και να πετάνε μαζί μεταφορικά και κυριολεκτικά από χαρά στον ουρανό. Η στιγμή αυτή όμως κόπηκε με μιας. Η πέτρα όπως είπαμε είχε βραχεί γύρω, γύρω από το κλάμα του αγοριού και έτσι γλιστρούσε πάρα πολύ. Χωρίς να το καταλάβει το παιδί με τα φτερά την χάνει από τα χέρια του και η πέτρα με το φίλο του άρχισαν να πέφτουν με δύναμη κάτω. Έπεφτε, έπεφτε, έπεφτε μέχρι που το φτερωτό παιδί την έχασε από τα μάτια του. Ένας μεγάλος κρότος ακούστηκε μόλις έπεσε η πέτρα. Φοβήθηκε ότι είχε χάσει τον μόνο πραγματικό φίλο που είχε και έτρεξε να δει τι είχε γίνει.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Μετά το φοβερό αυτό χτύπημα η πέτρα άνοιξε στα δύο και το παιδί βγήκε από μέσα της για πρώτη φορά στη ζωή του. Κοίταξε στον ουρανό και είδε το φίλο του να κατεβαίνει γεμάτος ανησυχία. Αγκαλιάστηκαν για ακόμη μια φορά και έκλαψαν από χαρά και συγκίνηση. &amp;lt;&amp;lt;Βλέπω και όλα είναι ακριβώς όπως μου τα είπες&amp;gt;&amp;gt; είπε το παιδί της πέτρας. &amp;lt;&amp;lt;Ότι είπες είναι όλη μου η ζωή&amp;gt;&amp;gt; απάντησε το φτερωτό παιδί.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Τα δυο παιδιά πιάστηκαν χέρι χέρι και μαζί κατάφεραν να γίνουν βασιλιάδες ενός μεγάλου βασιλείου. Παντρεύτηκαν και οι δυο τους με ανθρώπους αξιοζήλευτους στην ομορφιά και τη σοφία, έκαναν πολλά παιδιά και οι δυο τους και οι δύο οικογένειες έζησαν μαζί καλά και εμείς καλύτερα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Για την Βασιλική και τη Ραφαέλα, τις δύο φίλες. Για την Ερικαίτη που μου έδωσε την ιδέα να γράψω αυτό το παραμύθι.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-2640047627862626313?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/2640047627862626313/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2009/10/blog-post_29.html#comment-form' title='50 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/2640047627862626313'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/2640047627862626313'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2009/10/blog-post_29.html' title='Το παιδί που γεννήθηκε μέσα στην πέτρα'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_Qy5suRuX9S4/SZR0-UNkIgI/AAAAAAAAAe8/BMIx3N9nNW8/s72-c/300653698_cd12a4b3e6.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>50</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-524755056187690687</id><published>2009-10-14T07:53:00.000-07:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.462-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Το φανάρι της Μαρίας</title><content type='html'>&lt;a href="http://www.widewatergallery.com/mw-ethans%20lantern.jpg"&gt;&lt;img class="alignleft" src="http://www.widewatergallery.com/mw-ethans%20lantern.jpg" alt="" width="316" height="450" /&gt;&lt;/a&gt;Μια φορά κι έναν καιρό σε μία πολύ μακρινή χώρα από δω υπήρχε μία περιοχή όπου ο ήλιος ποτέ δεν ανέβαινε στον ουρανό και όλα ήταν σκοτεινά, πολύ σκοτεινά. Ακόμα και το φεγγάρι, ποτέ δεν πλησίαζε αυτή την περιοχή. Έτσι δεν υπήρχαν εκεί μέρες και νύχτες, αλλά μόνο ένα απόλυτο σκοτάδι. Σίγουρα κανένας δεν θα ήθελε να ζει εκεί. Και όμως στην περιοχή αυτή ζούσαν πάρα πολλοί άνθρωποι γιατί αυτή η περιοχή ήταν πολύ πλούσια σε ορυκτά και τα μεταλλεία χρειάζονταν ανθρώπους για να λειτουργήσουν. Σε αυτοί την περιοχή οι άνθρωποι από τη στιγμή που θα γεννιόντουσαν έπαιρναν ένα φανάρι. Το φανάρι αυτό ήταν απαραίτητος για όλους γιατί χωρίς αυτό δεν θα μπορούσαν να δουν τίποτα αφού άλλη πηγή φωτός δεν υπήρχε. Σε κάθε άνθρωπο δινόταν ένας φανάρι για ολόκληρη τη ζωή του. Όλοι πρόσεχαν το φανάρι τους σαν τα μάτια τους γιατί πίστευαν ότι χωρίς αυτό δε θα μπορούσαν να κάνουν τίποτα.&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Σε αυτή την περιοχή ζούσε και ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Μαρία. Η Μαρία ήταν ένα πολύ χαρούμενο παιδί που του άρεσε να παίζει, να τραγουδά, να χορεύει μα πάνω απ’ όλα του άρεσε να ανακαλύπτει τον κόσμο με το φανάρι που της είχαν δώσει. Είχε διανύσει τεράστιες αποστάσεις κρατώντας το φανάρι στα μικρά της χεράκια. Περπατούσε κρατώντας τεντωμένο το χέρι με το φανάρι μπροστά και πλησίαζε κάθε τι της φαινόταν παράξενο ή καινούργιο. Κάτω από το κίτρινο φως του φαναριού είχε ζωγραφίσει στο νου της ολόκληρο τον κόσμο της που… φυσικά ήταν και αυτός κίτρινος όπως κάθε τι άλλο που φώτιζε το φανάρι.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Η Μαρία όπως και τα υπόλοιπα παιδιά της χώρας αυτής έπρεπε να πηγαίνουν στο σχολείο και να κάνουν τα μαθήματά τους. Το σχολείο βρισκόταν στο κέντρο ενός δάσους και ήταν αδύνατο να πας εκεί χωρίς το φως του φαναριού. Πέρα από αυτό το φως κυριαρχούσε το απέραντο σκοτάδι και ο τρομακτικός ήχος του αέρα που κινούσε τα φύλλα των τεράστιων δέντρων. Η Μαρία στο σχολείο, αλλά και στη γειτονιά της έκανε πάντα παρέα με την Δήμητρα. Έλεγε πως ήταν η καλύτερή της φίλη… και δεν είχε άδικο. Η κάθε μία αγαπούσε την άλλη τόσο πολύ που όταν κάποτε η δασκάλα έβαλε τιμωρία στη Μαρία να κάτσει όρθια για όλη τη μέρα κάθισε μαζί της και η Δήμητρα, ενώ μια άλλη φορά όταν η Δήμητρα έσπασε κατά λάθος  ένα ποτήρι η Μαρία είπε πως το έκανε αυτή για να μην τιμωρηθεί η φίλη της.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Κάποια μέρα η Μαρία, όπως και κάθε άλλη μέρα άλλωστε αποφάσισε να πάει για ένα περίπατο. Ακολούθησε τη γνωστή διαδρομή, που συνήθιζε να ακολουθεί και χάζευε τις σκιές που σχημάτιζε το φανάρι της πίσω από τα δέντρα. Κάποια στιγμή παρατήρησε ότι οι σκιές των δέντρων κόβονταν απότομα σε ένα σημείο λες και κοβόταν η γη. Δεν άντεξε στον πειρασμό και αποφάσισε να πλησιάσει. Πλησίασε αρκετά και τελικά διαπίστωσε ότι αυτό που έβλεπε ήταν ένα γκρεμός. Πρώτη φοράς τη ζωή της έβλεπε γκρεμό. Πλησίασε και άλλο και στάθηκε στο χείλος του γκρεμού. Δεν ήξερε πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό που έκανε, θα μπορούσε να είχε πέσει μέσα. Για κάποια στιγμή χάνει την ισορροπία της και αφήνει για πρώτη φορά από τότε που γεννήθηκε το φανάρι της για να κρατηθεί από το βράχο και να μη πέσει μέσα στο γκρεμό. Τότε είδε το πολύτιμο φανάρι της να πέφτει, να πέφτει, να πέφτει στο γκρεμό μέχρι που  χάθηκε για πάντα. Όσο το φανάρι απομακρυνόταν, απομακρυνόταν μαζί και το φως, ενώ το σκοτάδι γινόταν όλο και πιο έντονο, μέχρι που τύλιξε ολότελα τη Μαρία. Η Μαρία άρχισε να φωνάζει βοήθεια, αλλά δεν την άκουγε κανείς ήταν ολομόναχη. Η Μαρία έμεινε ολομόναχη μέχρι που από μακριά είδε να πλησιάζει τε φως ενός φαναριού ήταν η φίλη της που της έψαχνε. Η Δήμητρα άκουσε τις φωνές της Μαρίας και την πλησίασε. Όταν έμαθε ότι έχασε το φανάρι της φώναξε &amp;lt;&amp;lt; Και τώρα πώς θα ζεις;&amp;gt;&amp;gt;. &amp;lt;&amp;lt;Είσαι ο μόνος άνθρωπος που δεν έχει φανάρι σε ολόκληρη τη γη&amp;gt;&amp;gt;. Η Μαρία τότε άρχισε να κλαίει ασταμάτητα μέχρι που δεν είχε άλλα δάκρυα για να κλάψει. &amp;lt;&amp;lt;Μη φοβάσαι&amp;gt;&amp;gt; της λέει η Δήμητρα &amp;lt;&amp;lt;το δικό μου φανάρι φτάνει για να βλέπουμε και οι δύο. &amp;gt;&amp;gt;. Πράγματι τις επόμενες μέρες η Μαρία δεν αντιμετώπισε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα. Ήταν πάντα μαζί με τη Δήμητρα και έβλεπε ότι και αυτή από το ίδιο φανάρι. Τα υπόλοιπα παιδιά την πειράζανε γιατί ήταν το μόνο παιδί που δεν είχε το δικό του φως. Η συμπεριφορά των παιδιών έκανε τη Μαρία να στεναχωριέται πάρα πολύ. Της έφτανε που είχε τα δικά της προβλήματα δεν χρειάζονταν και άλλα. Ήθελε να ζει όπως τους άλλους ανθρώπους και όχι να είναι εξαρτημένη από το φανάρι της φίλης της. Ήθελε το δικό της φανάρι.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η Μαρία αποφάσισε να μην εγκαταλείψει τη προσπάθεια να συνεχίσει φυσιολογικά τη ζωή της. Το κλάμα ίσως να ήταν η πιο εύκολη λύση, αλλά δεν της άρεσε καθόλου, αντίθετα της άρεσε να αγωνίζεται για να κερδίσει αυτό που ήθελε. Αποφάσισε, λοιπόν να προσπαθήσει να μάθει να ζει και χωρίς φανάρι. Κάθε μέρα τα κατάφερνε και καλύτερα και σε λίγο καιρό μπορούσε να πηγαίνει στο σχολείο μόνη της χωρίς καμία βοήθεια. Ήταν πολύ ευχαριστημένη με την πρόοδο που είχε κάνει, όμως και πάλι ένιωθε ότι δεν ήταν ο κόσμος αυτός φτιαγμένος για ανθρώπους χωρίς φανάρια.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Κάποια μέρα ενώ έκανε εξάσκηση απομακρύνθηκε χωρίς να το καταλάβει αρκετά από το σπίτι της και έφτασε ένα στόμιο. Είχε ξαναπάει σε αυτή την περιοχή όταν ήταν πιο μικρή, αλλά είχε φύγει αμέσως από εκεί καθώς υπάρχουν στο στόμιο τεράστιες πινακίδες που λένε απαγορεύεται η είσοδος. Τώρα όμως χωρίς φανάρι δεν μπορούσε να δει τις πινακίδες και συνέχισε να προχωρά. Οι γονείς της δεν ήξεραν για την ύπαρξη αυτού του στομίου. Ακόμα και ο παππούς της, της είχε πει ότι μόνο ο δικός του παππούς ήξερε κάτι για αυτό το στόμιο αλλά ποτέ δεν του είχε πει τίποτα. Όλοι έλεγαν στο τέλος της συζήτησης για αυτό ότι σίγουρα έκρυβε κάτι πολύ κακό. Χωρίς φανάρι η Μαρία όμως δεν κατάλαβε ότι προχωρούσε εδώ και πολύ ώρα μέσα σε αυτό το κακό στόμιο. Προχωρούσε και προχωρούσε, μέχρι που για μεγάλη της έκπληξη κάποια στιγμή είδε από μακριά ένα φως πολύ πιο λαμπερό από το φως του φαναριού που ήξερε. Νόμισε πως ήταν η Δήμητρα και άρχισε να της φωνάζει, αλλά όσο πλησίαζε τόσο καταλάβαινε ότι αυτό ήταν κάτι πολύ πιο διαφορετικό από το φανάρι της Δήμητρας και οποιουδήποτε άλλου. Τελικά βγήκε χωρίς να το καταλάβει από την άλλη μεριά του στομίου και αυτό που αντίκρισε σίγουρα δεν μπορούσε να το περιγράψει με λόγια. Αντίκρισε ένα κόσμο λουσμένο στο φως του ήλιο, γεμάτο με λουλούδια και χρώματα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Για χρόνια οι Ιδιοκτήτες του εργοστασίου είχαν κλείσει μία ομάδα ανθρώπων σε αυτή τη τεράστια σπηλιά αποκλείοντάς τους από τον υπόλοιπο κόσμο για να μην επιθυμήσουν να φύγουν. Η Μαρία μόλις είχε ανακαλύψει τον πραγματικό κόσμο και όχι μία ψευδαίσθηση κόσμου που ζούσε μέχρι εκείνη τη μέρα αυτή και οι υπόλοιποι άνθρωποι. Η Μαρία παρά την επιθυμία της να παραμείνει σε αυτό τον πανέμορφο κόσμο όπου δε θα χρειάζονταν ποτέ ξανά ένα φανάρι για να δει λίγο πιο πέρα από τη μύτη της κατέβηκε ξανά κάτω στη σπηλιά και εξήγησε σε όλους όσα είχε δει. Σε λίγο καιρό όλοι βγήκαν από τη σπηλιά και αντίκρισαν ότι ακριβώς και η Μαρία. Από τότε και μέχρι σήμερα η Μαρία δεν είναι πια το παράξενο παιδί χωρίς το φανάρι, αλλά ο ήρωας που τους έδειξε το δρόμο της πραγματικής ζωής.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-524755056187690687?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/524755056187690687/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2009/10/blog-post_14.html#comment-form' title='27 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/524755056187690687'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/524755056187690687'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2009/10/blog-post_14.html' title='Το φανάρι της Μαρίας'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='27' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/_4SqURoGPni0/S5N2v0u_QMI/AAAAAAAAAT0/oEcMLjxMho8/S220/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82+%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF+-+%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF+(2).png'/></author><thr:total>27</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-296581808870017573.post-1073633322149963993</id><published>2009-10-09T12:37:00.000-07:00</published><updated>2010-09-01T00:50:22.466-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παραμύθια για μεγαλύτερα παιδιά...'/><title type='text'>Η αιχμάλωτη πριγκίπισσα</title><content type='html'>&lt;a href="http://www.artspecialist.co.uk/images/Vermeer10.jpg"&gt;&lt;img class="alignleft" src="http://www.artspecialist.co.uk/images/Vermeer10.jpg" alt="" width="264" height="466" /&gt;&lt;/a&gt;Μια φορά κι έναν καιρό σε μία πολύ μακρινή πολιτεία υπήρχε μία πανέμορφη κοπέλα η οποία ήταν αιχμαλωτισμένη σε ένα τεράστιο κάστρο. Λένε πως ήταν τόσο όμορφη που κάθε μέρα μόλις έβγαινε ο ήλιος η πρώτη δουλειά που έκανε ήταν να χαιρετήσει την όμορφη κοπέλα και να της αφιερώσει ένα ποίημα. Το ποίημα αυτό ήταν δυνατό να το ακούσει όμως μόνο η κοπέλα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;&lt;a name='more'&gt;&lt;/a&gt;Ο ήλιος, λοιπόν ήταν η μόνη παρηγοριά της κοπέλας. Το απόγευμα όταν ο ήλιος ετοιμάζονταν να δώσει τη θέση του στο φεγγάρι στεκόταν για λίγο στο παράθυρο της πριγκιποπούλας και μιλούσαν για διάφορα θέματα. Η πριγκίπισσα ήθελε πάρα πολύ να φύγει από το κάστρο αλλά η κακιά μάγισσα δεν την άφηνε να βγει όχι μόνο από το κάστρο, αλλά και από το δωμάτιό της. Η μητέρα της κοπέλας είχε πεθάνει και ο πατέρας της επειδή δεν μπορούσε να τη φροντίζει μόνος του παντρεύτηκε μία γυναίκα χωρίς να ξέρει όμως ότι ήταν μία κακιά μάγισσα. Η μητέρα της ήταν η καλύτερη μητέρα του κόσμου και της άρεσε να φροντίζει τα μικρά ζωάκια, όπως άλλωστε άρεσε και στη κοπέλα. Μόλις τελείωσε ο γάμος η κακιά μάγισσα και μητριά έκανε μάγια στον πατέρα της κοπέλας να μην ακούει τα κλάματα και να μη βλέπει τη στεναχώρια της κοπέλας. Η κακιά μητριά κλείδωσε τη πριγκίπισσα στο δωμάτιο ενός πύργου και, έχοντας κάνει μάγια στον πατέρα της δεν αυτός δεν μπορούσε να την ακούσει να φωνάζει βοήθεια και να κλαίει όλη τη μέρα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt; Κάποια μέρα ο πατέρας και βασιλιάς μιας απέραντης χώρας καθώς περπατούσε στο τεράστιο παλάτι του έτυχε να παρακολουθήσει το κλειδωμένο δωμάτιο μέσα στο οποίο υπήρχε η κόρη του. Αυτό χάρη στα μάγια της κακής μάγισσας είχε ξεχάσει τελείως πως είχε κόρη, αλλά από περιέργεια διέταξε να ανοίξουν την πόρτα για να δει τι υπήρχε μέσα. Οι στρατιώτες αμέσως άνοιξαν την πόρτα και προς μεγάλη του έκπληξη ο βασιλιάς αντίκρισε μπροστά του την όμορφη κόρη του. Ήταν τόσο έντονα τα συναισθήματα που ένιωσε ώστε αμέσως λύθηκαν τα μάγια της κακής μάγισσας και έτρεξε να αγκαλιάσει την κόρη του. Δάκρυα χαράς έτρεχαν ασταμάτητα και από τα δύο πρόσωπα. Τη στιγμή, όμως που ο βασιλιάς αγκάλιασε την κόρη του τότε αμέσως η μάγισσα κατάλαβε ότι λύθηκαν τα μάγια της και νευρίασε τόσο που ο καθαρός ουρανός συννέφιασε μονομιάς με κατάμαυρα σύννεφα και δυνατές βροντές τράνταξαν το παλάτι. Η κακιά μάγισσα άρχισε να ανεβαίνει με μανία τις σκάλες του παλατιού ώσπου έφτασε μπροστά στο βασιλιά και την κόρη του. Τότε σήκωσε το ραβδί της στον αέρα και άρχισε να το κουνά πέρα δόθε. Αμέσως εμφανίστηκαν τρομερά πλάσματα που μπήκαν μέσα από το παράθυρο. Όσοι βρίσκονταν εκεί έβαλαν αμέσως τόσο μεγάλες φωνές που τις άκουσαν όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου. Τα τέρατα μπαίνουν μέσα, βάζουν τον πατέρα της κοπέλας στην πλάτη τους, ανοίγουν τα κατάμαυρα φτερά τους πέφτουν από το παράθυρο και αρχίζουν να πετούν μέσα από τα σύννεφα μέχρι που χάθηκαν από τα μάτια αυτών που τα κοιτούσαν. Η μάγισσα αρπάζει την κοπέλα από το χέρι. Την τραβάει μαζί της με δύναμη. Κατεβαίνουν όλες τις σκάλες του πύργου. Την οδηγεί στο υπόγειο, που ήταν γεμάτο με αράχνες, με σκόνη και με ποντίκια, ενώ ο ήλιος ποτέ δεν κατάφερε να φτάσει μέχρι εκεί πέρα. Εκεί τη βάζει μέσα σε ένα δωμάτιο και την κλειδώνει. Τώρα η κοπέλα καθισμένη ολομόναχη αρχίζει και τραγουδά ένα λυπητερό τραγούδι, ενώ τα δάκρυα τρέχουν ασταμάτητα από το πρόσωπό της. Δεν μπορούσε να αντέξει άλλο να κάθετε αιχμαλωτισμένη η ίδια αλλά δεν άντεχε και να σκέπτεται ότι τα κακά πλάσματα που είχαν απαγάγει τον πατέρα της ίσως να του είχαν κάνει κακό. Έπρεπε να αποδράσει και να πάει να βρει τον πατέρα της.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt; Άρχισε, λοιπόν να ψάχνει γύρω, γύρω στο δωμάτιό της, αλλά τίποτα, δεν μπορούσε να βρει ένα τρόπο για να αποδράσει. Και ενώ μετά από αρκετή ώρα είχε απελπιστεί και είχε σταματήσει να ψάχνει, ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά της μία νεράιδα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;- Είμαι η νεράιδα των βιβλίων και μπορώ με τις μαγικές μου δυνάμεις να σε βγάλω από αυτή τη φυλακή για πάντα. Αρκεί να περάσεις μία δοκιμασία.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt; - Τι δοκιμασία; Απάντησε η κοπέλα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt; - Σε αυτό το τεράστιο κάστρο υπάρχει μέσα στη βιβλιοθήκη ένα βιβλίο που κανείς δεν έχει ποτέ καταφέρει να το διαβάσει ολόκληρο. Αν καταφέρεις να το διαβάσεις σήμερα το βράδυ τότε θα σε ελευθερώσω. Δέχεσαι;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt; - Με μεγάλη μου χαρά. Απάντησε η κοπέλα. Τότε ξαφνικά η νεράιδα χάθηκε και εμφανίστηκε μπροστά της ένα τόσο μεγάλο βιβλίο που ήταν σίγουρη ότι και όλη τη μέρα να το διάβαζε δεν υπήρχε περίπτωση να το τελειώσει, πόσο μάλλον μέσα σε μία νύχτα. Άρχισε, όμως να το διαβάζει. Σελίδα, σελίδα, γράμμα, γράμμα. Νύσταξε πάρα πολλές φορές, αλλά αποφάσισε ότι δε θα σταματούσε να το διαβάζει μέχρι να το τελειώσει. Και προς μεγάλη της έκπληξη διάβασε τη τελευταία λέξη λίγα δευτερόλεπτα πριν ανατείλει ο ήλιος. Τέλειωσα φώναξε γεμάτη χαρά. Τότε εμφανίστηκε και η νεράιδα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;- Τέλειωσες, λοιπόν;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt; - Ναι τέλειωσα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt; - Και για τι πράγμα μιλάει το βιβλίο;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;- Αχ, δεν ξέρω, είχα το μυαλό μου συνέχεια στο να το τελειώσω και δεν πρόσεχα τι έλεγε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt; - Θα σου πω εγώ τι έλεγε. Έλεγε πώς μπορείς να αποδράσεις από αυτό το δωμάτιο.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;- Τώρα θα με απελευθερώσεις;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;- Αυτή ήταν η βοήθειά μου, το βιβλίο. Δεν κατάφερες να το διαβάσεις, αλλά να το κοιτάξεις, δεν πέρασες τη δοκιμασία, αλλά θα στο αφήσω επειδή σε συμπαθώ. Η νεράιδα είπε αυτά τα λόγια και χάθηκε αμέσως. Η κοπέλα πείρε το βιβλίο στα χέρια της και άρχισε να το διαβάζει ξανά, αλλά αυτή τη φορά με πολύ μεγαλύτερη προσοχή. Έτσι μόλις διάβασε ολόκληρο το βιβλίο ήξερε πλέον ότι για να αποδράσει έπρεπε να χτυπήσει τα χέρια της με ένα συγκεκριμένο ρυθμό. Πράγματι η κοπέλα χτύπησε με το συγκεκριμένο ρυθμό τα χέρια της και αμέσως ο τοίχος της φυλακής της υποχώρησε και βρέθηκε έξω από το παλάτι και μάλιστα σε μεγάλη απόσταση από αυτό. Τώρα πια το μόνο που ήθελε ήτα να βρει τον πατέρα της.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt; Περιπλανιόταν για πολλές μέρες ψάχνοντας κάποιον που να ήξερε πού θα μπορούσε να βρίσκεται ο πατέρας της μα μάταια. Ρώτησε χιλιάδες ανθρώπους αλλά κανένας δεν ήξερε τίποτα. Κάποια μέρα εκεί που καθόταν δίπλα σε μία λίμνη πετάχτηκε πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας μία μικρή και όμορφη μαριδούλα και την πλησίασε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;- Γιατί κλαις καλή μου πριγκίπισσα; Τη ρώτησε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;- Δεν μπορώ να βρω τον πατέρα μου τον έχασα για πάντα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt; - Ποίος είναι ο πατέρας σου;&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;- Είναι ο βασιλιάς του βασιλείου που βρίσκετε πίσω από εκείνα τα τεράστια βουνά.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;- Α, ξέρω που βρίσκεται ο πατέρας σου. Τον έχουν απαγάγει κάτι τέρατα. Τα είδα να τον κουβαλούν πετώντας μέσα από εκείνα τα βουνά.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt; - Σε παρακαλώ μαριδούλα μου πες μου πού είναι ο πατέρας μου.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;- Θα σου πω, αλλά πρώτα πρέπει να μου κάνεις μία χάρη.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;- Φυσικά. Ότι θες.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;- Βλέπεις τις πέτρες εκεί πέρα; Θέλω να τις πάρει και να μου χτίσεις γύρω, γύρω από τη λιμνούλα μου ένα φράγμα, για να μην μπορούν να με φαν τα πολιά της περιοχής. Η νεαρή πριγκίπισσα αμέσως άρχισε να μαζεύει πέτρες για να χτίσει το φράγμα. Το έχτισε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά το φράγμα απαιτούσε πάρα πολλές πέτρες και κουράστηκε πάρα πολύ μέχρι να το τελειώσει. Με το που βάζει τη τελευταία πέτρα βάζει τα χέρια της στο στόμα για να ακουστεί πιο δυνατά η φωνή της και φωνάζει με δύναμη ΤΕΛΕΙΩΣΑ. Τότε η Μαριδούλα βγήκε έξω από το νερό για να δει τη δουλειά που έκανε η κοπέλα.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;- Μπράβο πολύ καλή δουλειά. Της είπε.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;- Πες μου τώρα πού είναι ο πατέρας μου. Είπες ότι θα με βοηθούσες να τον βρω.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;- Μα αυτή ήταν η βοήθειά μου. Αν χρησιμοποιούσες τις πέτρες που σου έδειξα θα έβλεπες ότι κάλυπταν την είσοδο μιας σπηλιάς. Εκεί έχουν τον πατέρα σου. Η κοπέλα, όμως ήταν τόσο βιαστική που είχε χρησιμοποιήσει όποια πέτρα έβλεπε μπροστά της. Έτσι προκειμένου να βγάλει τις σωστές πέτρες αυτή τη φορά άρχιζε να χτίζει και διπλό το φράγμα που είχε φτιάξει. Μετά από αρκετή ώρα προσεκτικής και υπομονετικής δουλειάς άνηκε επιτέλους η είσοδος της σπηλιάς. Η κοπέλα ευχαρίστησε τη μαριδούλα για τη βοήθειά της και, αφού πείρε μία αναπνοή, μπήκε μέσα στη σπηλιά.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Δεν μπορούσε να δει τίποτα πέρα από μαύρες σκιές, ενώ από το βάθος της σπηλιάς άκουγε κάτι τρομακτικές φωνές. Κλείνει τα μάτια της, αποφασίζει να ακολουθήσει της φωνές, βάζει στη χούφτα της μία πέτρα, την κρατά σφιχτά και αρχίζει και προχωρά, κάνει ένα βήμα, μετά και άλλο βήμα και άλλο και άλλο και άλλο. Ανοίγει τα μάτια και βλέπει στο βάθος φως. Πλησιάζει. Φτάνει πιο κοντά και πιο κοντά. Κρύβεται πίσω από ένα βράχο και κρατώντας το στόμα της για να μη φωνάξει κοιτάει στο φως. Βλέπει τον πατέρα της αλυσοδεμένο και δύο άσχημα τέρατα να τον φυλάνε. Κάτι πρέπει να κάνει. Σκέπτεται για λίγο και αποφασίζει να προσπαθήσει να τα ξεγελάσει. Πιάνει μία πέτρα από το έδαφος και τη ρίχνει στο ένα τέρας προσέχοντας να μη τη δει. Τότε ένα απίστευτο ήχος τραντάζει όλη τη σπηλιά.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt; - Γιατί μου πέταξες την πέτρα. Ουρλιάζει το ένα τέρας στο άλλο.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;- Μα εγώ δεν έκανα τίποτα, απαντά το δεύτερο.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt; - Αν το ξανακάνεις θα σου σπάσω τη μασέλα. Ανταπαντά το πρώτο. Δε περνά λίγη ώρα και η έξυπνη πριγκίπισσα ρίχνει ακόμα μία πέτρα στο θυμωμένο τέρας.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;- ΩΩΩΩΩ!!! φωνάζει δε σου είπα να μη μου ξαναπετάξεις πέτρα; Το άλλο τέρας απάντησε ξανά ότι δεν είχε πετάξει καμία πέτρα, αλλά ο καβγάς είχε ήδη αρχίσει. Το ένα τέρας χτυπούσε το άλλο με όλη του τη δύναμη και ήταν και τα δύο τόσο θυμωμένα που κανένα δεν μπορούσε να σταματήσει. Έτσι μέσα σε λίγη ώρα και τα δύο έπεσαν κάτω αναίσθητα. Η κοπέλα έτρεξε τους πείρε τα κλειδιά και ελευθέρωσε αμέσως τον πατέρα της.&lt;br/&gt;&lt;br/&gt;Τα τέρατα κατάφεραν να ξυπνήσουν την επόμενη μέρα όμως ο βασιλιάς και η πριγκίπισσα είχαν ήδη απομακρυνθεί πάρα πολύ. Ο βασιλιάς μακριά από τα μάγια της κακιάς μάγισσας μπόρεσε να καταλάβει πόσο μεγάλο κακό είχε κάνει η κακιά μάγισσα σε αυτόν και την κόρη του και διέταξε να την στείλουν τρία και δεκα βασίλεια μακριά από το δικό τους βασίλειο. Η όμορφη πριγκίπισσα έζησε ευτυχισμένη μαζί με ένα πανέμορφο πρίγκιπα. Έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/296581808870017573-1073633322149963993?l=adamhbl.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://adamhbl.blogspot.com/feeds/1073633322149963993/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2009/10/blog-post_09.html#comment-form' title='7 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/1073633322149963993'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/296581808870017573/posts/default/1073633322149963993'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://adamhbl.blogspot.com/2009/10/blog-post_09.html' title='Η αιχμάλωτη πριγκίπισσα'/><author><name>adamhbl</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10089578048373841201</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image 
