Μια φορά κι έναν καιρό, όταν υπήρχαν ακόμη δάση γεμάτα μαγεία. Όταν η φαντασία υπερίσχυε της γνώσης και η αγάπη της κακίας τότε τίποτα δεν φαινόταν απλό η συνηθισμένο. Υπήρχαν κένταυροι, ιπτάμενα άλογα, ρινόκεροι, τεράστιες πεταλούδες, νεράιδες, ξωτικά και όλα ζούσαν μαζί αγαπημένα μη έχοντας να φοβούνται τίποτα. Ακόμα και ο ήλιος και η σελήνη ήταν πολύ πιο διαφορετικά απ ότι είναι τώρα. Και το φεγγάρι και η σελήνη ήταν τότε πολύ νέα και είχαν απίστευτη όρεξη για ζωή και δημιουργία.Εκείνη τη μέρα είχαν μαζευτεί όλα τα πλάσματα του μαγικού δάσους για να παρακολουθήσουν το γάμο του φεγγαριού και του ήλιου. Η Κλαγκ, μια πυγολαμπίδα δα είχε τη δυνατότητα να καταλαβαίνει αυτά που ήθελαν να που το φεγγάρι και ο ήλιος καθώς μπορούσε να καταλάβει τη γλώσσα του φωτός στην οποία μιλούσαν ο ήλιος και η σελήνη. Έτσι η Κλαγκ ήταν αυτή που μετέφερε στα υπόλοιπα πλάσματα όλα όσα έλεγε το φως του ήλιου και της σελήνης.
Σύντομα ο ήλιος και η σελήνη γέννησαν ένα κοριτσάκι και μία νεράιδα. Το κοριτσάκι το λέγαν Κεητ και τη νεράιδα Τζο. Συνήθως δύο αδέρφια μοιάζουν αρκετά μεταξύ τους και με τους γονείς τους και διαφέρουν σε μερικά χαρακτηριστικά. Και εδώ το ίδιο συνέβη τα δύο αδερφάκια έμοιαζαν μεταξύ τους στην αγάπη που ένιωθαν για όλη τη φύση και στη καλοσύνη, χαρακτηριστικά που είχαν και οι γονείς τους. Στο μόνο που διέφεραν ήταν ότι η Κέητ ήταν ένα κοριτσάκι και η Τζο μία νεράιδα. Η Τζο ήταν μια νεραιδούλα τόσο, μα τόσο μικρούλα που το ανθρώπινο μάτι δεν μπορούσε να τη δει και το ανθρώπινο αυτί δεν μπορούσε να την ακούσει. Ήταν τόσο μικρούλα που δεν μπορούσε να ζήσει μακριά από την αδερφή της και η αδερφή της η Κέητ δεν ήξερε ότι πάνω στο δεξί της ώμο ζούσε η μικρούλα της αδερφή.
Ο ήλιος και η σελήνη δεν μπορούσαν σαν να μιλήσουν στην Κέητ για να την πουν να προσέχει τη μικρή της αδερφή και έτσι ζήτησαν από τη Κλαγκ, τη πυγολαμπίδα να πει στη Κέητ πάνω της ζούσε η Τζο, η μικρούλα της αδερφή και ότι έπρεπε κάθε μέρα αφήνει ένα ψίχουλο και μία σταγόνα νερό στο δεξί της ώμο για να μπορεί να ζει η Τζο. Τα δύο αδερφάκια είχαν ενωθεί με μαγικούς δεσμούς και δεν θα μπορούσαν να χωρίσουν ποτέ με αποτέλεσμα η μικρή νεραιδούλα να μην μπορεί να φύγει από τον ώμο της Κέητ για να βρει μόνη της τροφή και φαγητό. Η Κλάγκ τα αφηγήθηκε όλα στη μικρή Κέητ και αυτή ως μικρό κοριτσάκι πίστεψε αμέσως τη Κλάγκ και ήταν πολύ χαρούμενη που είχε την αδερφή της συνέχεια κοντά της. Κάθε μέρα της έλεγε ιστορίες και της μιλούσε. Η Τζο την άκουγε και χαιρόταν αλλά η μικρή φωνούλα της δεν μπορούσε να φτάσει ως τα αυτιά της Κέητ. Πάντως και οι δύο πίστευαν στην ύπαρξη του άλλου και χαίρονταν με αυτό.
Για πολλά χρόνια η Κέητ έβαζε κάθε μέρα στο δεξί της ώμο ένα ψίχουλο και μία σταγόνα νερό ακολουθώντας τη συμβουλή της Κλαγκ και έτσι η Τζο, η μικρούλα της αδερφή μπορούσε να ζει ευτυχισμένη πάνω στην αδερφή της. Κάποια μέρα όμως άρχισε να αμφισβητεί για το αν είναι απαραίτητο αυτό που έκανε. << Γιατί να βάζω ψίχουλα και σταγόνες στον ώμο μου, απλά επειδή μου το είπε μια πυγολαμπίδα; Εγώ ούτε βλέπω ούτε ακούω τη μικρή μου αδερφή. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Όλα αυτά είναι παραμύθια για παιδιά >> έλεγε από μέσα της. Έτσι άρχισε να μην αφήνει ένα ψίχουλα και μία σταγόνα κάθε μέρα, αλλά το έκανε όποτε το θυμόταν και δυστυχώς όσο περνούσαν οι μέρες το θυμόταν όλο και πιο σπάνια. Η μικρή Τζο είχε αρρωστήσει από την πείνα αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. Ήταν πολύ δυστυχισμένη και αν συνέχιζε αυτή η κατάσταση σίγουρα θα πέθαινε. Τότε η Κλαγκ βρήκε τη Κέητ και της είπε ότι με αυτό που έκανε θα σκότωνε τη μικρή της αδερφή και ότι αυτό ήταν άδικο να το κάνει στην Τζο γιατί η Τζο την αγαπούσε πολύ. Είπε ότι είναι άσχημο να πεθαίνει μια νεράιδα γιατί αν κάτι δεν προκαλέσει το θάνατό της αυτή θα μπορούσε να ζούσε για πάντα.
Η Κέητ κατάλαβε ότι το μόνο που χρειαζόταν για να νιώσει και πάλι την αδερφούλα της πάνω στον ώμο της, όπως την ένιωθε όταν ήταν μικρή, ήταν η πίστη, αλλά δυστυχώς δεν την είχε. Όλο το βράδυ δεν μπόρεσε να κοιμηθεί από τις σκέψεις και τις τύψεις. << ΠΙΣΤΕΥΩ πως υπάρχεις >> φώναξε ξαφνικά << ΠΙΣΤΕΥΩ σε σένα αδερφούλα μου >>. Είχε καταλάβει ότι τη πίστη δεν την έχεις, αλλά την αποκτάς με τη θέλησή σου.
Από τότε οι δύο αδερφές ζούσαν ευτυχισμένες πιστεύοντας η μία την ύπαρξη της άλλης και έτσι η μικρή Τζο δεν ξαναπείνασε ούτε ξαναδήψασε ποτέ και ούτε κάτι άλλο απείλησε τη ζωή της. Τα χρόνια πέρασαν και η Κέητ γέρασε, η Τζο όμως σαν νεράιδα που ήταν, ήταν ακόμη νέα και όμορφη. Όπως κάθε άνθρωπος έτσι και για την Κέητ ήρθε κάποια στιγμή η ώρα για να πεθάνει. Όμως χάρη στο ψίχουλο και τη σταγόνα που έβαζε κάθε μέρα στον ώμο της και την πίστη της, φυσικά η μικρή νεραιδούλα ζούσε και λόγω των μαγικών δεσμών που τους έδεναν δεν μπορούσαν να χωρίσουν και επομένως η Κέητ δεν μπορούσε να πεθάνει και να χωριστεί από τη Τζο, ούτε όμως μπορούσε να συνεχίσει να ζει σαν άνθρωπος. Έτσι αντί για να πεθάνει η Κέητ μεταμορφώθηκε και αυτή σε μία όμορφη και μικρή νεράιδα όπως η αδερφή της.
Ήταν απίστευτη η στιγμή της συνάντησής τους. Δεν μπορούσαν να σταματήσουν να κλαίνε. Αγκαλιάζονταν και φιλιόντουσαν ξανά και ξανά. Είχαν τόσα πολλά να πουν... Το πρώτο πράγμα όμως το είπε... η Τζο, που κανείς δεν την είχε ακούσει να μιλά μέχρι τώρα: << Αδερφούλα μου, επιτέλους μπορείς να με δεις, να με αγκαλιάσεις, να με ακούσεις και τώρα που είσαι και εσύ μικρή και πετάς μπορούμε να πάμε επιτέλους στη νεραιδοχώρα.>>.
Οι δυο αδερφές πήγαν στην νεραιδοχώρα, παντρεύτηκαν, έκαναν νεραιδάκια και έζησαν μαζί απίστευτες περιπέτειες και μια ζωή που ξεχείλιζε από ευτυχία.
4 σχόλια:
Η klag ΤΟ ΧΑΒΑ ΤΗΣ! ΧΩΝΕΙ ΤΗ ΜΥΤΗ ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΥ! ΟΣΟ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΟΣ!!!ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΑ...
ta spaei!!!!!!
i tzo se auto to paramithi einai i georgia papanikolaou stin opoia kai afierwnetai
i keit se auto to paramithi einai i kate vesyropoulou stin opoia kai afierwnetai to paramithi
Δημοσίευση σχολίου