Μια φορά κι έναν καιρό σε μία πολύ μακρινή πολιτεία υπήρχε μία πανέμορφη κοπέλα η οποία ήταν αιχμαλωτισμένη σε ένα τεράστιο κάστρο. Λένε πως ήταν τόσο όμορφη που κάθε μέρα μόλις έβγαινε ο ήλιος η πρώτη δουλειά που έκανε ήταν να χαιρετήσει την όμορφη κοπέλα και να της αφιερώσει ένα ποίημα. Το ποίημα αυτό ήταν δυνατό να το ακούσει όμως μόνο η κοπέλα.Ο ήλιος, λοιπόν ήταν η μόνη παρηγοριά της κοπέλας. Το απόγευμα όταν ο ήλιος ετοιμάζονταν να δώσει τη θέση του στο φεγγάρι στεκόταν για λίγο στο παράθυρο της πριγκιποπούλας και μιλούσαν για διάφορα θέματα. Η πριγκίπισσα ήθελε πάρα πολύ να φύγει από το κάστρο αλλά η κακιά μάγισσα δεν την άφηνε να βγει όχι μόνο από το κάστρο, αλλά και από το δωμάτιό της. Η μητέρα της κοπέλας είχε πεθάνει και ο πατέρας της επειδή δεν μπορούσε να τη φροντίζει μόνος του παντρεύτηκε μία γυναίκα χωρίς να ξέρει όμως ότι ήταν μία κακιά μάγισσα. Η μητέρα της ήταν η καλύτερη μητέρα του κόσμου και της άρεσε να φροντίζει τα μικρά ζωάκια, όπως άλλωστε άρεσε και στη κοπέλα. Μόλις τελείωσε ο γάμος η κακιά μάγισσα και μητριά έκανε μάγια στον πατέρα της κοπέλας να μην ακούει τα κλάματα και να μη βλέπει τη στεναχώρια της κοπέλας. Η κακιά μητριά κλείδωσε τη πριγκίπισσα στο δωμάτιο ενός πύργου και, έχοντας κάνει μάγια στον πατέρα της δεν αυτός δεν μπορούσε να την ακούσει να φωνάζει βοήθεια και να κλαίει όλη τη μέρα.
Κάποια μέρα ο πατέρας και βασιλιάς μιας απέραντης χώρας καθώς περπατούσε στο τεράστιο παλάτι του έτυχε να παρακολουθήσει το κλειδωμένο δωμάτιο μέσα στο οποίο υπήρχε η κόρη του. Αυτό χάρη στα μάγια της κακής μάγισσας είχε ξεχάσει τελείως πως είχε κόρη, αλλά από περιέργεια διέταξε να ανοίξουν την πόρτα για να δει τι υπήρχε μέσα. Οι στρατιώτες αμέσως άνοιξαν την πόρτα και προς μεγάλη του έκπληξη ο βασιλιάς αντίκρισε μπροστά του την όμορφη κόρη του. Ήταν τόσο έντονα τα συναισθήματα που ένιωσε ώστε αμέσως λύθηκαν τα μάγια της κακής μάγισσας και έτρεξε να αγκαλιάσει την κόρη του. Δάκρυα χαράς έτρεχαν ασταμάτητα και από τα δύο πρόσωπα. Τη στιγμή, όμως που ο βασιλιάς αγκάλιασε την κόρη του τότε αμέσως η μάγισσα κατάλαβε ότι λύθηκαν τα μάγια της και νευρίασε τόσο που ο καθαρός ουρανός συννέφιασε μονομιάς με κατάμαυρα σύννεφα και δυνατές βροντές τράνταξαν το παλάτι. Η κακιά μάγισσα άρχισε να ανεβαίνει με μανία τις σκάλες του παλατιού ώσπου έφτασε μπροστά στο βασιλιά και την κόρη του. Τότε σήκωσε το ραβδί της στον αέρα και άρχισε να το κουνά πέρα δόθε. Αμέσως εμφανίστηκαν τρομερά πλάσματα που μπήκαν μέσα από το παράθυρο. Όσοι βρίσκονταν εκεί έβαλαν αμέσως τόσο μεγάλες φωνές που τις άκουσαν όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου. Τα τέρατα μπαίνουν μέσα, βάζουν τον πατέρα της κοπέλας στην πλάτη τους, ανοίγουν τα κατάμαυρα φτερά τους πέφτουν από το παράθυρο και αρχίζουν να πετούν μέσα από τα σύννεφα μέχρι που χάθηκαν από τα μάτια αυτών που τα κοιτούσαν. Η μάγισσα αρπάζει την κοπέλα από το χέρι. Την τραβάει μαζί της με δύναμη. Κατεβαίνουν όλες τις σκάλες του πύργου. Την οδηγεί στο υπόγειο, που ήταν γεμάτο με αράχνες, με σκόνη και με ποντίκια, ενώ ο ήλιος ποτέ δεν κατάφερε να φτάσει μέχρι εκεί πέρα. Εκεί τη βάζει μέσα σε ένα δωμάτιο και την κλειδώνει. Τώρα η κοπέλα καθισμένη ολομόναχη αρχίζει και τραγουδά ένα λυπητερό τραγούδι, ενώ τα δάκρυα τρέχουν ασταμάτητα από το πρόσωπό της. Δεν μπορούσε να αντέξει άλλο να κάθετε αιχμαλωτισμένη η ίδια αλλά δεν άντεχε και να σκέπτεται ότι τα κακά πλάσματα που είχαν απαγάγει τον πατέρα της ίσως να του είχαν κάνει κακό. Έπρεπε να αποδράσει και να πάει να βρει τον πατέρα της.
Άρχισε, λοιπόν να ψάχνει γύρω, γύρω στο δωμάτιό της, αλλά τίποτα, δεν μπορούσε να βρει ένα τρόπο για να αποδράσει. Και ενώ μετά από αρκετή ώρα είχε απελπιστεί και είχε σταματήσει να ψάχνει, ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά της μία νεράιδα.
- Είμαι η νεράιδα των βιβλίων και μπορώ με τις μαγικές μου δυνάμεις να σε βγάλω από αυτή τη φυλακή για πάντα. Αρκεί να περάσεις μία δοκιμασία.
- Τι δοκιμασία; Απάντησε η κοπέλα.
- Σε αυτό το τεράστιο κάστρο υπάρχει μέσα στη βιβλιοθήκη ένα βιβλίο που κανείς δεν έχει ποτέ καταφέρει να το διαβάσει ολόκληρο. Αν καταφέρεις να το διαβάσεις σήμερα το βράδυ τότε θα σε ελευθερώσω. Δέχεσαι;
- Με μεγάλη μου χαρά. Απάντησε η κοπέλα. Τότε ξαφνικά η νεράιδα χάθηκε και εμφανίστηκε μπροστά της ένα τόσο μεγάλο βιβλίο που ήταν σίγουρη ότι και όλη τη μέρα να το διάβαζε δεν υπήρχε περίπτωση να το τελειώσει, πόσο μάλλον μέσα σε μία νύχτα. Άρχισε, όμως να το διαβάζει. Σελίδα, σελίδα, γράμμα, γράμμα. Νύσταξε πάρα πολλές φορές, αλλά αποφάσισε ότι δε θα σταματούσε να το διαβάζει μέχρι να το τελειώσει. Και προς μεγάλη της έκπληξη διάβασε τη τελευταία λέξη λίγα δευτερόλεπτα πριν ανατείλει ο ήλιος. Τέλειωσα φώναξε γεμάτη χαρά. Τότε εμφανίστηκε και η νεράιδα.
- Τέλειωσες, λοιπόν;
- Ναι τέλειωσα.
- Και για τι πράγμα μιλάει το βιβλίο;
- Αχ, δεν ξέρω, είχα το μυαλό μου συνέχεια στο να το τελειώσω και δεν πρόσεχα τι έλεγε.
- Θα σου πω εγώ τι έλεγε. Έλεγε πώς μπορείς να αποδράσεις από αυτό το δωμάτιο.
- Τώρα θα με απελευθερώσεις;
- Αυτή ήταν η βοήθειά μου, το βιβλίο. Δεν κατάφερες να το διαβάσεις, αλλά να το κοιτάξεις, δεν πέρασες τη δοκιμασία, αλλά θα στο αφήσω επειδή σε συμπαθώ. Η νεράιδα είπε αυτά τα λόγια και χάθηκε αμέσως. Η κοπέλα πείρε το βιβλίο στα χέρια της και άρχισε να το διαβάζει ξανά, αλλά αυτή τη φορά με πολύ μεγαλύτερη προσοχή. Έτσι μόλις διάβασε ολόκληρο το βιβλίο ήξερε πλέον ότι για να αποδράσει έπρεπε να χτυπήσει τα χέρια της με ένα συγκεκριμένο ρυθμό. Πράγματι η κοπέλα χτύπησε με το συγκεκριμένο ρυθμό τα χέρια της και αμέσως ο τοίχος της φυλακής της υποχώρησε και βρέθηκε έξω από το παλάτι και μάλιστα σε μεγάλη απόσταση από αυτό. Τώρα πια το μόνο που ήθελε ήτα να βρει τον πατέρα της.
Περιπλανιόταν για πολλές μέρες ψάχνοντας κάποιον που να ήξερε πού θα μπορούσε να βρίσκεται ο πατέρας της μα μάταια. Ρώτησε χιλιάδες ανθρώπους αλλά κανένας δεν ήξερε τίποτα. Κάποια μέρα εκεί που καθόταν δίπλα σε μία λίμνη πετάχτηκε πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας μία μικρή και όμορφη μαριδούλα και την πλησίασε.
- Γιατί κλαις καλή μου πριγκίπισσα; Τη ρώτησε.
- Δεν μπορώ να βρω τον πατέρα μου τον έχασα για πάντα.
- Ποίος είναι ο πατέρας σου;
- Είναι ο βασιλιάς του βασιλείου που βρίσκετε πίσω από εκείνα τα τεράστια βουνά.
- Α, ξέρω που βρίσκεται ο πατέρας σου. Τον έχουν απαγάγει κάτι τέρατα. Τα είδα να τον κουβαλούν πετώντας μέσα από εκείνα τα βουνά.
- Σε παρακαλώ μαριδούλα μου πες μου πού είναι ο πατέρας μου.
- Θα σου πω, αλλά πρώτα πρέπει να μου κάνεις μία χάρη.
- Φυσικά. Ότι θες.
- Βλέπεις τις πέτρες εκεί πέρα; Θέλω να τις πάρει και να μου χτίσεις γύρω, γύρω από τη λιμνούλα μου ένα φράγμα, για να μην μπορούν να με φαν τα πολιά της περιοχής. Η νεαρή πριγκίπισσα αμέσως άρχισε να μαζεύει πέτρες για να χτίσει το φράγμα. Το έχτισε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά το φράγμα απαιτούσε πάρα πολλές πέτρες και κουράστηκε πάρα πολύ μέχρι να το τελειώσει. Με το που βάζει τη τελευταία πέτρα βάζει τα χέρια της στο στόμα για να ακουστεί πιο δυνατά η φωνή της και φωνάζει με δύναμη ΤΕΛΕΙΩΣΑ. Τότε η Μαριδούλα βγήκε έξω από το νερό για να δει τη δουλειά που έκανε η κοπέλα.
- Μπράβο πολύ καλή δουλειά. Της είπε.
- Πες μου τώρα πού είναι ο πατέρας μου. Είπες ότι θα με βοηθούσες να τον βρω.
- Μα αυτή ήταν η βοήθειά μου. Αν χρησιμοποιούσες τις πέτρες που σου έδειξα θα έβλεπες ότι κάλυπταν την είσοδο μιας σπηλιάς. Εκεί έχουν τον πατέρα σου. Η κοπέλα, όμως ήταν τόσο βιαστική που είχε χρησιμοποιήσει όποια πέτρα έβλεπε μπροστά της. Έτσι προκειμένου να βγάλει τις σωστές πέτρες αυτή τη φορά άρχιζε να χτίζει και διπλό το φράγμα που είχε φτιάξει. Μετά από αρκετή ώρα προσεκτικής και υπομονετικής δουλειάς άνηκε επιτέλους η είσοδος της σπηλιάς. Η κοπέλα ευχαρίστησε τη μαριδούλα για τη βοήθειά της και, αφού πείρε μία αναπνοή, μπήκε μέσα στη σπηλιά.
Δεν μπορούσε να δει τίποτα πέρα από μαύρες σκιές, ενώ από το βάθος της σπηλιάς άκουγε κάτι τρομακτικές φωνές. Κλείνει τα μάτια της, αποφασίζει να ακολουθήσει της φωνές, βάζει στη χούφτα της μία πέτρα, την κρατά σφιχτά και αρχίζει και προχωρά, κάνει ένα βήμα, μετά και άλλο βήμα και άλλο και άλλο και άλλο. Ανοίγει τα μάτια και βλέπει στο βάθος φως. Πλησιάζει. Φτάνει πιο κοντά και πιο κοντά. Κρύβεται πίσω από ένα βράχο και κρατώντας το στόμα της για να μη φωνάξει κοιτάει στο φως. Βλέπει τον πατέρα της αλυσοδεμένο και δύο άσχημα τέρατα να τον φυλάνε. Κάτι πρέπει να κάνει. Σκέπτεται για λίγο και αποφασίζει να προσπαθήσει να τα ξεγελάσει. Πιάνει μία πέτρα από το έδαφος και τη ρίχνει στο ένα τέρας προσέχοντας να μη τη δει. Τότε ένα απίστευτο ήχος τραντάζει όλη τη σπηλιά.
- Γιατί μου πέταξες την πέτρα. Ουρλιάζει το ένα τέρας στο άλλο.
- Μα εγώ δεν έκανα τίποτα, απαντά το δεύτερο.
- Αν το ξανακάνεις θα σου σπάσω τη μασέλα. Ανταπαντά το πρώτο. Δε περνά λίγη ώρα και η έξυπνη πριγκίπισσα ρίχνει ακόμα μία πέτρα στο θυμωμένο τέρας.
- ΩΩΩΩΩ!!! φωνάζει δε σου είπα να μη μου ξαναπετάξεις πέτρα; Το άλλο τέρας απάντησε ξανά ότι δεν είχε πετάξει καμία πέτρα, αλλά ο καβγάς είχε ήδη αρχίσει. Το ένα τέρας χτυπούσε το άλλο με όλη του τη δύναμη και ήταν και τα δύο τόσο θυμωμένα που κανένα δεν μπορούσε να σταματήσει. Έτσι μέσα σε λίγη ώρα και τα δύο έπεσαν κάτω αναίσθητα. Η κοπέλα έτρεξε τους πείρε τα κλειδιά και ελευθέρωσε αμέσως τον πατέρα της.
Τα τέρατα κατάφεραν να ξυπνήσουν την επόμενη μέρα όμως ο βασιλιάς και η πριγκίπισσα είχαν ήδη απομακρυνθεί πάρα πολύ. Ο βασιλιάς μακριά από τα μάγια της κακιάς μάγισσας μπόρεσε να καταλάβει πόσο μεγάλο κακό είχε κάνει η κακιά μάγισσα σε αυτόν και την κόρη του και διέταξε να την στείλουν τρία και δεκα βασίλεια μακριά από το δικό τους βασίλειο. Η όμορφη πριγκίπισσα έζησε ευτυχισμένη μαζί με ένα πανέμορφο πρίγκιπα. Έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Η πριγκίπισσα δεν τα 'παιρνε πολύ τα γράμματα ε; πήρε όμως τον πρίγκηπα! Τελικά οι ακαμάτρες κι οι λωλές έχουν τις τύχες τις καλές!
ΑπάντησηΔιαγραφήείναι και αυτή μια άποψη
ΑπάντησηΔιαγραφήΗ κυρίαρχη! δε...όπως φαίνεται και! από το παραμυθάκι μας
ΑπάντησηΔιαγραφήΓια πούμε και του στραβού το δίκιο...δεν την πολυσυμπάθησα την πριγκηπέσα.....
ΑπάντησηΔιαγραφήσωστά
ΑπάντησηΔιαγραφήχα χα σαν να χεις δίκιο
ΑπάντησηΔιαγραφήλιγο τεμπέλα κ επιπόλαι η καλά μασ αλλά μηπως δεν ακολουθο΄θμε και εμεισ την ίδια οδό......
ΑπάντησηΔιαγραφήσε ευχαριστώ για άλλη μια φορά!!!