Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009

Η καλή νεράιδα που ήθελε να τη φωνάζουν ξωτικό

Μια φορά κι έναν καιρό όταν ακόμα τα δέντρα μπορούσαν να λυγίσουν και να φιλήσουν τα ολάνθιστα λουλούδια γεννήθηκε ένα μικρό ξωτικό που το έλεγαν Κλαγκ. Η Κλαγκ είχε πολύ ευγενική ψυχή. Συχνά φρόντιζε τα μικρότερα ζώα του δάσους και βοηθούσε όποιους είχαν ανάγκη από τη βοήθειά της. Όλοι τη φώναζαν νεράιδα αν και δεν ήταν. Αυτό όμως αν και σε πολλούς θα φανεί παράξενο δεν της άρεσε καθόλου. Ήθελε να τη φωνάζουν ξωτικό αν και δεν έμοιαζε καθόλου με τα υπόλοιπα κακά ξωτικά που ταλαιπωρούσαν τους ανθρώπους. Αυτή ήταν τόσο ευγενική! Όπως είπαμε όμως ήθελε να τη φωνάζουν ξωτικό. Έτσι μια μέρα μη αντέχοντας άλλο να τη φωνάζουν νεράιδα αποφάσισε να κάνει και αυτή άσχημες πράξεις ώστε να καταλάβουν επιτέλους όλοι ότι και αυτή ήταν ένα ξωτικό και όχι μια χαζονεράιδα. Περνούσαν οι μέρες και συνέχεια έψαχνε την ευκαιρία να κάνει κάποιο κακό, ίσως να χαλάσει κάτι, να κάψει κάτι άλλο, να κλέψει ένα τρίτο, όμως μάταια. Ήταν τόσο καλή που δεν μπορούσε να βλάψει κανένα. Κάθισε, λοιπόν και κατέστρωσε ένα σχέδιο με το οποίο θα έκανε μία πολύ κακή πράξη φαινομενικά, όμως στην πραγματικότητα η πράξη αυτή μελλοντικά θα ωφελούσε το θύμα. Σκέφτηκε πως αν έκλεβε τα παιχνίδια των παιδιών αυτά στην αρχή θα στεναχωριόταν, στη συνέχεια όμως όταν πια σταματούσαν να κλαίνε θα συνειδητοποιούσαν ότι θα έπρεπε να ασχοληθούν με κάτι άλλο και έτσι θα άρχιζαν να διαβάζουν και αυτό με τη σειρά του θα είχε ως αποτέλεσμα να γίνουν πολύ πιο έξυπνα απ ότι θα γινόταν αν έπαιζαν με τα παιχνίδια τους, θα μεγάλωναν πιο γρήγορα. Από την επόμενη κιόλας μέρα η Κλαγκ άρχισε να κλέβει όλα τα παιχνίδια των παιδιών, ένα προς ένα μέχρι που δεν άφησε ούτε ένα. Κυνηγούσε τα παιδιά και τους άρπαζε τα παιχνίδια από τα χέρια ενώ εκείνα σπάραζαν στο κλάμα. Σε λίγο κανένα παιδί δεν μπορούσε να παίξει με κανένα παιχνίδι. Όλα τα είχε μαζέψει η Κλαγκ και τα είχε το τοποθετήσει σε μία μυστική κρυψώνα στο βάθος μιας σπηλιάς που κανένας δεν την ήξερε. Από εκείνη τη μέρα και μετά η Κλαγκ δεν ήταν πια η καλή νεράιδα αλλά όλη τη φώναζαν κακόπαιδο. Η Κλαγκ είχε νευριάσει πάρα πολύ με αυτό. Δεν έκανε τόση φασαρία για να τη φωνάζουν απλά κακόπαιδο. Ήθελε να τη φωνάζουν ξωτικό. Το επόμενο πράγμα που είχε στο μυαλό της ήταν να ακολουθά σε κάθε τους αταξία τα υπόλοιπα ξωτικά και ίσως έτσι κατάφερνε το στόχο της. Εν το μεταξύ τα παιδιά μη έχοντας με τι άλλο να ασχοληθούν άρχισαν και αυτά όχι να διαβάζουν αλλά να ακολουθούν τα κακά ξωτικά για να διασκεδάζουν. Τα κακά ξωτικά ήταν πολύ ευχαριστημένα με την εξέλιξη των πραγμάτων. Μάλιστα ήταν τόσο ευχαριστημένα με την πράξη της Κλαγκ που είχε ως αποτέλεσμα να γεμίσει το λημέρι τους με παιδιά που θα διπλασίαζαν τη δύναμή τους και θα μπορούσαν έτσι να προξενούν και διπλάσιο κακό, ώστε αποφάσισαν να μην τη φωνάζουν απλά Κλαγκ το ξωτικό, αλλά Κλαγκ το χειρότερο ξωτικό. Η Κλαγκ στεναχωρήθηκε πάρα πολύ. Ήθελε να τη φωνάζουν ξωτικό, αλλά όχι και το χειρότερο. Πέρα από αυτό όμως περισσότερο απ όλα στεναχωρήθηκε για τα παιδιά, που η ανόητη πράξη της να τα στερήσει τα παιχνίδια τα είχε οδηγήσει στο να ακολουθήσουν τα κακά ξωτικά. Αμέσως η Κλαγκ έτρεξε πίσω στη σπηλιά και γέμισε ένα σάκο με τα παιχνίδια. Ήταν τόσο πολλά τα παιχνίδια που ο σάκος έγινε ένα θεόρατο βουνό, που έπρεπε να σηκώσεις το κεφάλι σου απάνω για να διακρίνεις την κορυφή του. Η Κλαγκ έβαλε το σάκο στον ώμο της και τον κουβάλησε μέχρι το λημέρι των κακών ξωτικών. Μόλις ακούμπησε κάτω το σάκο φώναξε τα παιδιά να πάρουν πίσω όλα τους τα δώρα… κανένα όμως δεν πλησίασε. Βλέπετε τη μέρα που τους έκλεψε τα παιχνίδια τους έκλεψε και την παιδικότητα και δεν ήθελαν πια πίσω τα παιχνίδια τους. Κανένας όμως δεν μπορούσε να τους κλέψει την αγάπη για το καλό, το όμορφο, για την ειρήνη. Μόλις το σκέφτηκε αυτό η Κλαγκ άρπαξε μια φλογέρα από το τεράστιο σάκο της και άρχισε να παίζει ένα τραγούδι που μιλούσε για την ειρήνη, την αγάπη, το φώς. Το τραγούδι αυτό έκανε τα παιδιά να καταλάβουν ότι υπάρχουν στη ζωή πράγματα τόσο ωραία, όσο αυτό το τραγούδι και ότι όλα αυτά δεν μπορούν να συμβαδίσουν με τις άσχημες πράξεις απλά γιατί το ένα διώχνει το άλλο. Το παράξενο μάλιστα είναι ότι το ίδιο ακριβώς έπαθαν και τα κακά ξωτικά. Όλοι από εκείνη τη στιγμή αποφάσισαν να είναι καλοί και να μην ξανακάνουν ποτέ ξανά κακό σε κανέναν. Όσο για την Κλαγκ κατάλαβε ότι δεν έχει σημασία πως σε φωνάζουν αλλά ποιος πραγματικά είσαι. Τώρα θα με ρωτήσετε τι έγινε με το σάκο; Τα παιδιά, τα ξωτικά και η Κλαγκ αποφάσισαν ότι έπρεπε να τα μοιράσουν σε όσα παιδιά ήταν καλά εκείνο το χρόνο ώστε να δώσουν ένα επιπλέον κίνητρο σε αυτά που δεν είναι φρόνημα παιδιά να γίνουν τον επόμενο. Από το χρόνο εκείνο και μετά. Η Κλαγκ και τα ξωτικά εργάζονται όλο το χρόνο φτιάχνοντας παιχνίδια και στο τέλος του χρόνου τα μοιράζουν σε όσα παιδιά το αξίζουν.

2 σχόλια:

  1. μην το πάρεις στραβά αλλά ευτυχώς που υπάρχεις κι εσύ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. που να ειναι αραγε αυτη η φλογερα να τραγουδήσουμε το ιδιο τραγοδι στους αφέντες αυτου του κόσμου μπας και καταλάβουν τίποτα....

    ΑπάντησηΔιαγραφή