Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

Τα πράσινα κρινάκια

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε ένα μικρό χωριό μια πανέμορφη και πανέξυπνη κοπέλα, που της άρεσε να αγαπάει με όλη της την καρδιά κάθε τι που μπορούσε να αγαπήσει. Της άρεσε να μιλάει με τα πουλιά γιατί της άρεσε να ακούει για μέρη που δε είχε επισκεφτεί ποτέ στη ζωή της. Τα πουλιά κάθονταν πάνω στο χέρι της και της διηγούνταν όλα τα φανταστά πράγματα που είχαν συναντήσει στα μακρινά του ταξίδια. Μερικές φορές μιλούσε και με τα λουλούδια. Και τα λουλούδια ήξεραν πολλά πράγματα γιατί ακόμα και αν δεν πετούσαν ωστόσο ήξεραν τα πάντα για τον κόσμο χάρη σε όσα μετέφερε ο άνεμος.

Η Αγγελική ζούσε μαζί με τους γονείς της και την αδερφή της σε μια μικρή και όμορφη καλύβα στην άκρη του χωριού. Βλέπετε οι γονείς της Αγγελικής για να ζήσουν τα παιδιά τους μάζευαν πράσινα κρινάκια και τα πουλούσαν στο παλάτι του βασιλιά για να στολίζει η βασίλισσα το βάζο στο βασιλικό δωμάτιο. Τα κρινάκια αυτά μπορούσε κανείς να τα βρει μόνο στο σημείο αυτό και έτσι δεν μπορούσαν να χτίσουν πουθενά αλλού το σπίτι τους. Τα κρινάκια αυτά δεν ήταν όμως συνηθισμένα κρινάκια. Είχαν μέσα τους μια ξεχωριστή μαγεία που τα έκανε να μεγαλώνουν κάθε φορά που ένιωθαν ότι υπάρχει γύρω τους αγάπη. Γινόταν τόσο ψηλά που σίγουρα θα μπορούσες να ξεκουραστείς κάτω από τη σκιά τους αν ήσουν κουρασμένος. Αυτό βέβαια δεν το ήξερε η βασίλισσα που τα στόλιζε κάθε μέρα γιατί ποτέ δεν είχαν αισθανθεί αγάπη τα κρινάκια σε αυτό το βασίλειο. Ακόμα και η Αγγελική δεν ήξερε ότι τα πράσινα κρινάκια είχαν αυτή τη δυνατότητα μέχρι που το είδε με τα ίδια της τα μάτια.

Ήταν τότε που είχε ανοίξει μια μεγάλη τρύπα στον ουρανό. Το θυμάστε; Η Αγγελική είχε καθίσει δίπλα στα ξύλα που μόλις είχε κόψει για τη φωτιά και χάζευε το τεράστιο χάσμα στον ουρανό. Όλος ο ουρανός είχε βαφτεί σε ένα πορτοκαλή χρώμα εκείνη τη μέρα, σε ένα σημείο όμως υπήρχε αυτή η τεράστια τρύπα ένα απόλυτο κενό. Ποιος άραγε ξέρει τι πλάσματα κατέβηκαν από τον ουρανό εκείνη τη μέρα. Η Αγγελική έβλεπε το απόλυτο κενό και φανταζόταν τον εαυτό της να πετάει και να χάνεται μέσα σ αυτό. Ήθελε να πνίξει όλη της τη θλίψη στο απόλυτο αυτό σκοτάδι και να ξεχάσει την αγάπη που ένιωθε για κάποιον που δεν την αγαπούσε.

Έχετε δει ποτέ χρυσόσκονη να πέφτει από τον ουρανό; Έτσι γίνεται κάθε φορά που ένας άγγελος κατεβαίνει από τον ουρανό. Η Αγγελική σήκωσε τα δακρυσμένα μάτια της και είδε ένα σύννεφο από χρυσόσκονη να κατεβαίνει από τον ουρανό. Ήταν τόσο μεγάλη η λάμψη που δε κατάφερε να κρατήσει ανοιχτά τα μάτια της. Όταν τα άνοιξε είδε πανέμορφους, πάλλευκους Αγγέλους να  είναι σκυφτοί και να μαζεύουν πράσινα κρινάκια. Χωρίς να σκεφτεί τίποτα άλλο έτρεξε προς το μέρος τους και προσπάθησε να τους διώξει επειδή ήθελε να προστατέψει το μοναδικό εισόδημα της οικογένειάς της, χωρίς αυτά δεν θα είχαν να φάνε τίποτα. Δε κατάφερε όμως να τους διώξει τελικά. Την επόμενη μέρα το χάσμα του ουρανού έκλεισε, αλλά οι άγγελοι δεν έφυγαν, συνέχισαν να μαζεύουν τα πανέμορφα πράσινα κρινάκια.

Μέρες με τις μέρες η Αγγελική  σταμάτησε να φέρεται ανταγωνιστικά   προς τους Αγγέλους γιατί κατάλαβε ότι οι άγγελοι είναι υπέροχα πλάσματα, που ξέρουν να σου κρατούν συντροφιά στις πιο δύσκολες στιγμές. Έτσι έγιναν φίλοι. Όσο περνούσαν οι μέρες τόσο περισσότερο μεγάλωνε η αγάπη που ένιωθαν μεταξύ τους. Όσο όμως μεγάλωνε αυτή η αγάπη τόσο μεγάλωναν και τα πράσινα κρινάκια. Κάποια μέρα τα κρινάκια έγιναν τόσο μεγάλα που η μητέρα της Αγγελικής δεν μπορούσε πια να τα προσφέρει ως λουλούδια στη βασίλισσα και γι αυτό το λόγο την αιχμαλώτισαν.

Όταν έμαθε η Αγγελική ότι η μητέρα της ήταν αιχμάλωτη άρχισε να κλαίει ασταμάτητα μέχρι που ξόδεψε και το τελευταίο δάκρυ της. Τώρα είχε ανάγκη τους όμορφους αγγέλους της περισσότερο από ποτέ, αλλά δεν ήταν κανένας κοντά της. Άρχισε να τους καταριέται και να τους αναθεματίζει. Ένιωθε πως όλοι την είχαν προδώσει, πως όλοι την είχαν παρατήσει. Πέρασε όλο τα βράδυ μόνη της σκυμμένη με βουρκωμένα τα μάτια πάνω στο κορμό ενός δέντρου. Το άλλο πρωί ξύπνησε από ένα δυνατό φτερούγισμα. Δεν είχε ξανακούσει ποτέ κάτι τέτοιο. Σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό και είδε όλους τους αγγέλους της να κρατάνε στα χέρια τους τη μαμά της και να της χαμογελούν. Ο αέρας κυμάτιζε τα μαλλιά τους και τα πρόσωπά τους φωτίζονταν από ευτυχία. Μόλις άγγιξαν το πόδι τους στη γη η Αγγελική έτρεξε και αγκάλιασε τη  μητέρα της με όλη της τη δύναμη. Όλα ήταν όπως πριν ξανά. Έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

16 σχόλια:

KATIA είπε...

kalo polu kalo

elenitsakr είπε...

ωραιο!

adamhbl είπε...

:)

joanna είπε...

fantastiko ! !=) opws k ola t paramu9akia su dhladh ;) !!!!

rafaela είπε...

ti wraia pou 8a htan na uphrxe k sth zwh mas panta ena toso xaroumeno telos.....:) toulaxiston uparxeis esu k mas voh8as n 3exname th "duskolh" zhw kai na zoume thn idanikh :) eisai k o prwtos!!!:*

dafni είπε...

para polu omorfo!!bravo sou!!! :)

ANNIE είπε...

πολύ ωραίο.
και μπορεί όπως λέει η 'rafaela' πιο πάνω να μην υπάρχει στην ζωή πάντα ένα τόσο χαρούμενο τέλος αλλά το τέλος το κάνουμε εμείς χαρούμενο ή όχι... γι΄αυτό ίσως τελεικά να μην προσπαθήσαμε να το κάνουμε να υπάρχει. όμως έχουμε εσένα όχι για να μας βοηθάς να ξεχνάμε πόσο δύσκολη είναι η ζωή αλλά για να μας θυμίζεισ ότι μπορούμε να την κάνουμε χαρούμενη...

Allu Fun Marx είπε...

Πολύ καλή δουλειά...
Μπράβο !

Elena είπε...

Poly omorfo,glyko kai magiko!!!!!!!!!!!
...eidika gia kati dyskolous kairous opws oi shmerinoi...

sofia είπε...

einia fantastiko to paramyui soy den exw logia kaue paramyui poy anebazeis me afhneis afoni

Βλαδίμηρος είπε...

Φανταστικό...!!!

Γράψε και αλλα.!..!...!...

adamhbl είπε...

euxaristw wraio onoma

Ξένια είπε...

einai teleio!!! grapse k kati gia erwtes... t spasss!

adamhbl είπε...

euxaristw!!!! tha prospathisw :-)

iro είπε...

Αχ!!!Μου τα τελειωνεις λίγο απότομα τα παραμύθια....πάνω που μπαίνω στο κλίμα και παρασύρομαι τελειωνει....και έιναι τόσο όμορφο!!!!!!

adamhbl είπε...

dikio exeis ...

Δημοσίευση σχολίου