Κάποια μέρα όμως ο ουρανός σκοτείνιασε... Οι κάτοικοι της όμορφης πόλης ανησύχησαν και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκαν ήταν μήπως είχαν πάθει κάτι τα αγαπημένα τους λουλούδια. Πήραν τα τσεκούρια τους και ξεκίνησαν πάλι για τα βουνά. Καθώς προχωρούσαν όμως η φρίκη στο πρόσωπό τους γινόταν όλο και μεγαλύτερη. Πολλά από τα λουλούδια είχαν χάσει το πρόσωπό τους. Πλέον δεν μπορούσαν ούτε να μιλήσουν, ούτε να γελάσουν, ούτε να τραγουδήσουν, αλλά ούτε να κλάψουν για αυτό που είχαν πάθει. Οι άνθρωποι απόρησαν με αυτό που πάθανε τα λουλούδια και άρχισαν να ρωτούν ο ένας τον άλλον μήπως ήξεραν τι είχε συμβεί. Κανένας δεν μπορούσε να απαντήσει μέχρι που η απάντηση ήρθε από ένα στόμα που τους προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη φρίκη. Είδαν το πρόσωπο ενός λουλουδιού φορεμένο από έναν άνθρωπο να τους λέει ότι μπορούσαν και αυτοί να το βάλλουν και αυτοί στο πρόσωπό τους όπως έκανε και ο ίδιος. Όλοι αρνήθηκαν με θυμό και άρχισαν να τον κυνηγούν.
Από εκείνη τη μέρα κάτι άλλαξε στην μικρή πόλη. Όλοι περιφέρονταν στην πόλη σιωπηλοί και σκεφτικοί. Βλέπετε... όλοι είχαν χαρακτηρίσει φρικαλέα την πράξη του άγνωστου ανθρώπου, αλλά επίσης όλοι ήθελαν να έχουν αντί για το δικό τους πρόσωπο το πρόσωπο ενός λουλουδιού.
Ας δούμε όμως που έχει πάει το μαγικό πουγκί σε αυτό το παραμύθι... Η Αγγελική όταν μεγάλωσε αρκετά παντρεύτηκε έναν όμορφο ιππότη και έζησαν μαζί απίστευτες περιπέτειες και απίστευτα παραμύθια, όταν, όμως ήρθε η ώρα να πεθάνει η Αγγελική ο καιρός των αγγέλων και των ρόδων δεν είχε φτάσει ακόμα... Η Αγγελική κοίταξε στα μάτια τον γερασμένο ιππότη της και του έδωσε το πουγκί μεταβιβάζοντάς του την κυριότητα.
Ο γερασμένος ιππότης στεναχωρήθηκε τόσο πολύ που δε σταμάτησε να κλαίει ποτέ στη ζωή του. Το μόνο πράγμα που του είχε μείνει από εκείνη ήταν ο καθρέφτης της. Τα δάκρυα τρέχανε από τα μάτια του νύχτα και μέρα. Γι αυτό το λόγο οι υπόλοιποι ιππότες τον φώναζαν λυπημένο ιππότη. Ο λυπημένος ιππότης δεν μπορούσε να φιλάει μόνος του το πουγκί και έτσι αποφάσισε να βρει με κάθε κόστος τους καλύτερους ιππότες της γης, οι οποίοι θα μπορούσαν να ορκιστούν στην αγάπη και στην αλήθεια.
Σε ένα χωριό κοντά στο βασίλειο του Παντούφ, τρεις νεαρές κοπέλες είχαν καθίσει σε ένα πηγάδι που το σκέπαζε μια γερασμένη βελανιδιά και μιλούσαν για το σκληρό τρόπο με τον οποίο τους μεταχειρίζονταν ο βασιλιάς τους.
Μέσα στο πηγάδι μια γλυκιά μουσική έπαιζε, αλλά οι κοπέλες δεν μπορούσαν να την ακούσουν. Στην πραγματικότητα μόνο ένας είχε καταφέρει να την ακούσει, αλλά μαγεύτηκε τόσο πολύ από τη γλυκιά μελωδία που έβγαλε φτερά και πέταξε και δεν τον ξαναείδε κανένας. Μέσα σε αυτό το πηγάδι υπήρχαν ατελείωτες στοές και αδιέξοδα και μαγικά λυχνάρια και μαργαριτάρια και ρουμπίνια και μυστικά... ατελείωτα μυστικά... Μέσα σε αυτό το πηγάδι, όμως υπήρχε και ένα νεραϊδόσπιτο, όπου ζούσαν οι νεράιδες εκείνου του δάσους. Το νεραϊδόσπιτο αυτό ήταν πολύ φωτεινό γιατί φωτίζονταν από το νεραϊδοφώς, ένα υπέροχο φως που φωτίζει τα βήματα των νεράιδων στο σκοτάδι. Ναι, βλέπετε οι νεράιδες βγαίναν από το πηγάδι κάθε νύχτα και πήγαιναν στο ποτάμι για να πλυθούν και να μιλήσουν με τους σοφούς κένταυρους.
Το προηγούμενο βράδυ ένα κένταυρος ήταν πάρα πολύ ταραγμένος. Δύο μικρές νεραϊδούλες τον πλησίασαν και τον ρώτησαν τί του συνέβαινε και ήταν τόσο σκεπτικός. Τις λέγαν Άννα - Μαρία και Vale. Ο κένταυρος σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια του και τις είπε ότι το τέλος των ρόδων πλησιάζει. «Από τότε που έμαθαν ότι μπορούν να φορέσουν το πρόσωπο των ρόδων μέρα με τη μέρα τα ρόδα χάνουν το πρόσωπό τους και πεθαίνουν. Αν πεθάνει και το τελευταίο ρόδο θα χαθούμε για πάντα όλοι μας. Όλα τα μαγικά πλάσματα, όλοι θα γίνουμε στάχτη. Ο κένταυρος πλησίασε τις δύο νεράιδες και τους έδειξε το σύννεφο του πορφυρού ουρανού. «Ορκιστείτε» είπε «ότι θα σώσετε τα μαγικά πλάσματα και ολόκληρη τη γη. Ορκιστείτε ότι δε θα αφήσετε να καταστραφεί το τελευταίο ρόδο». Η Άννα - Μαρία, η νεράιδα των πουλιών και η Vale, η νεράιδα του κίτρινου τόξου ακούμπησαν το σύννεφο και ορκίστηκαν.
Τώρα οι δύο νεράιδες κάθονταν μέσα στο πηγάδι και σχεδίαζαν τη μεγάλη τους απόδραση. Για να τηρήσουν τον όρκο τους θα έπρεπε να βγουν απ το πηγάδι. Καθώς μελετούσαν το σχέδιο που είχαν καταστρώσει καθισμένες σε μια πέτρα στο τοίχωμα του πηγαδιού άκουσαν τα κλάματα των τριών κοριτσιών που ήταν από πάνω. Ανέβηκαν σιγά σιγά και έβγαλαν δειλά τα κεφάλια τους από το πηγάδι. Άκουγαν τις κοπέλες για αρκετή ώρα. Έμαθαν για το πόσο άσχημα τους φερόταν ο βασιλιάς τους, άκουσαν για τη μεγάλη πείνα και για τη φτώχεια που ζούσαν, για όσα ονειρεύονταν και δε μπορούσαν να καταφέρουν. Οι δύο νεράιδες λυπήθηκαν πολύ με αυτά που άκουγαν και χωρίς να το καταλάβουν βρέθηκαν να τις αγκαλιάζουν σφιχτά και να τις χαϊδεύουν στο κεφάλι. Η αγκαλιά των νεράιδων ήταν τόσο ζεστή και μαλακή που οι τρεις κοπέλες δε τρόμαξαν, αλλά τις αγκάλιασαν και αυτές και άρχισαν να κλαίνε όλοι μαζί. Όταν συνήλθαν κοιτάχτηκαν και απόρησαν με όσα είχαν συμβεί. «Άννα - Μαρία» είπε η νεράιδα των πουλιών «Vale» είπε η νεράιδα του κίτρινου τόξου. «Κλαίρη», «Νάνση», «Βάσια», είπαν με τη σειρά οι κοπέλες.
Ο λυπημένος ιππότης έψαχνε ασταμάτητα να βρει κάποιον που να μπορούσε να φυλάξει το πουγκί, αλλά κανένας δεν ήταν άξιος. Τα πάθη είχαν κυριεύσει τους ιππότες της εποχής, οι οποίοι διψούσαν για δόξα και εξουσία. Η απληστία είχε κυριεύσει τις ψυχές των ιπποτών. Έτσι αποφάσισε να πάει στο βασίλειο του βασιλιά Παντούφ που φημίζονταν για τη φτώχια των κατοίκων του. Ο λυπημένος ιππότης ήξερε ότι οι φτωχοί είναι οι τιμιότεροι άνθρωποι του κόσμου. Όταν έφτασε είχε ήδη βραδιάσει. Μπήκε μέσα στο κάστρο και έδεσε το άλογό του. Σκούπισε τα μάγουλά του μα τα δάκρυα δε σταματούσαν να κυλούν. Κοίταξε στο φεγγάρι και είδε ένα πρόσωπο. Ήταν σίγουρος ότι είδε την αγαπημένη του Αγγελική. Τέντωσε τα χέρια του να το αγκαλιάσει... τα κατέβασε σιγά, σιγά... έπιασε το κεφάλι του. Άρχισε να περπατά σκυφτός μέσα στα στενά σοκάκια. Περπατούσε κοιτώντας τα αστέρια όταν κοντοστάθηκε απότομα μόλις άκουσε το όνομα Άννα – Μαρία. Έγειρε το κεφάλι του στο κλειστό παράθυρο ενός σπιτιού και άκουσε τη συζήτηση τριών κοριτσιών.
- Η Άννα – Μαρία ήταν πιο όμορφη από τη Vela
- Όχι, εγώ πιστεύω ότι ισχύει το αντίστροφο.
- Παιδιά και οι δυο νεράιδες ήταν. Και οι δύο είχαν ασύγκριτη ομορφιά.
- Ναι δίκιο έχεις.
- Ίσως τις συναντήσουμε ξανά.
- Ίσως. Τώρα θα πάνε να σώσουν τα ρόδα. Μακάρι να μπορούσαμε να πάμε και για να τις βοηθήσουμε. Μακάρι να μπορούσε να γλιτώσουμε από τον τύραννο, τον Παντούφ. Να γλυτώναμε εμείς και οι γονείς μας και όλοι από αυτόν τον απαίσιο.
- Μπορούμε να το σκάσουμε και να τις ακολουθήσουμε.
- Ναι, και να πάμε πού; Στην πόλη που την κυκλώνουν τα βουνά στα οποία φυτρώνουν τα λουλούδια που έχουν πρόσωπο. Ακόμα και μια ζωή να ψάχνουμε δε πρόκειται να τα βρούμε.
- Προτιμώ να αφιερώσω τη ζωή μου για κάτι που έχει αξία παρά για κάτι που παίρνει αξία από την ίδια τη ζωή μας.
- Και εγώ.
- Και εγώ.
- Ετοιμαστείτε τότε.
- Τί;
- ΦΕΥΓΟΥΜΕ
Ο λυπημένος ιππότης ήταν σίγουρος ότι είχε βρει αυτό που έψαχνε. Οι κοπέλες έβαλαν κάπες στο κεφάλι τους και βγήκαν από τα τείχη της πόλης. Ο λυπημένος ιππότης τις ακολούθησε σιωπηλά και έφερε στο νου του την πόλη απ όπου είχε περάσει πριν μέρες.
Δεν είχαν περάσει πολλές μέρες από τότε που πέρασε για πρώτη φορά από αυτή την αλλόκοτη πόλη. Μια τρομερή κατάρα είχε πλανηθεί σε ολόκληρη την πόλη. Κάποια μάγισσα ξεγέλασε τους κατοίκους της και τους έκανε να φορέσουν στο πρόσωπό τους τα πρόσωπα των λουλουδιών. Αρχικά είχαν αρνηθεί να κάνουν κάτι τέτοιο, αλλά σιγά, σιγά, ένας, ένας όλοι τα φόρεσαν στο πρόσωπό τους. Όταν και ο τελευταίος κάτοικος φόρεσε ρόδινο πρόσωπο η κακιά μάγισσα μπορούσε να κάνει το μαγικό της ξόρκι. Είπε τα μαγικά λόγια και όλοι όσοι είχαν φορέσει λουλούδινο πρόσωπο έχασαν και το πρόσωπο αυτό και το δικό τους και απόκτησαν ένα αποκρουστικό πρόσωπο. Ήταν τόσο άσχημο που κανένας δεν ήθελε να κυκλοφορεί στο δρόμο με αυτό. Έτσι οι δρόμοι γέμισαν με άμαξες που κουβαλούσαν πίσω από τις μαύρες κουρτίνες τους τα αποκρουστικά πλάσματα. Ήταν όλοι τους τόσο άσχημοι!!! Η μανία τους για την ομορφιά του προσώπου τους έκανε να χάσουν τελείως το μυαλό τους. Τυφλώθηκαν από τη μανία της ομορφιάς και ορκίστηκαν να σκοτώσουν όποιον τολμούσε να έχει ένα πρόσωπο πιο όμορφο από το δικό τους. Μετά ο λυπημένος ιππότης σκέφτηκε πάλι την Αγγελική και αναστέναξε βαθιά βγάζοντας έναν λυγμό πόνου. Δεν άντεχε άλλο να είναι μακριά της. Τα κορίτσια άκουσαν τον αναστεναγμό από μακριά και κοντοστάθηκαν φοβισμένες. Ο λυπημένος ιππότης δεν μπορούσε να κρύβετε άλλο έπρεπε να εμφανιστεί τις πλησίασε και τους είπε όλα όσα ήξερε για την παράξενη πόλη που έψαχναν. Τους ρώτησε με απορία για την Άννα – Μαρία και τους έδωσε το πολύτιμο πουγκί. «Όσο υπάρχει αυτό θα υπάρχει και ελπίδα» είπε, τους έδωσε τον καθρέφτη του και άρχισε να απομακρύνεται. Όσο απομακρυνόταν ένα λυπητερό τραγούδι στόλιζε την πρωινή αυγή. Τα σύννεφα κοκκίνισαν για να υποδεχτούν τον όμορφο ήλιο. Η Κλαίρη, η Νάνσυ και η Βάσια κοίταξαν με απορία τον καθρέφτη, μετά τράβηξαν προς την κατεύθυνση που τους έδειξε ο ιππότης και έσφιξαν το πουγκί μέσα στη χούφτα τους.
Η Άννα – Μαρία και η Vale έφτασαν στην αλλόκοτη πόλη το προηγούμενο βράδυ. Τα δάση στα βουνά που κύκλωναν την πόλη είχαν ξεραθεί και το φως των αστεριών δεν τολμούσε να πλησιάσει στην καταραμένη πόλη μήπως και φωτίσουν κάποιο από τα αποκρουστικά πρόσωπα και χαλάσει η ομορφιά της ξάστερης νύχτας. Οι δύο νεράιδες δεν γνώριζαν για το ξόρκι της κακιάς μάγισσα, ούτε για τον όρκο που είχαν δώσει τα άσχημα πλάσματα και αποφάσισαν να μπουν μέσα στην πόλη και να εμφανιστούν ως νεράιδες. Ήταν σίγουρες ότι αν γινόταν αυτό θα ήταν τόσο μεγάλη η έκπληξη των κατοίκων της πόλης που θα έκαναν ότι τους ζητούσαν. Έτσι αυτές θα τους έλεγαν για τις συνέπειες της άσχημης πράξης τους και αυτοί θα έβγαζαν από πάνω τους τα ρόδινα πρόσωπα και θα τα επέστρεφαν στα λουλούδια. Τα πράγματα όμως δεν έγιναν έτσι... Όταν μπήκαν στην πόλη οι δύο νεράιδες το μόνο που είδαν ήταν τι άμαξες με τις μαύρες κουρτίνες στα παράθυρά τους να περιφέρονται στην πόλη. Τίποτα άλλο δεν υπήρχε. Μόνο οι άμαξες και μια βαριά πυκνή ομίχλη και σκοτάδι... βαθύ σκοτάδι... Οι νεράιδες περπατούσαν στους παράξενους δρόμους της αλλόκοτης πόλης και δεν ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν μέχρι που φύσηξε ο άνεμος και τράβηξε τη κουρτίνα από μια άμαξα που πέρασε από μπροστά τους το αποκρουστικό πλάσμα που βρίσκονταν μέσα στην άμαξα τις κοίταξε με απίστευτη κακία και άρχισε να φωνάζει με μανία «ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΕΣ, ΕΧΟΥΝ ΟΜΟΡΦΑ ΠΡΟΣΩΠΑΑΑΑΑΑΑ». Αμέσως σταμάτησαν να κινούνται όλες οι άμαξες. Μια αφύσικη παγωνιά απλώθηκε γύρω. Η ομίχλη έγινε ακόμα πιο πυκνή. Όλα τα άσχημα πλάσματα βγήκαν από τις άμαξες και πλησίασαν τις δύο νεράιδες. Τα πρόσωπά τους φωτίστηκαν από το πιο σκοτεινό φως του κόσμου.
Η Κλαίρη, η Νάνση και η Βάσια έχοντας ακούσει για τα πλάσματα αυτά σταμάτησαν αρκετά έξω από την πόλη και έμειναν σε μία σπηλιά που βρήκαν. Πήραν κερί και έφτιαξαν τρεις πολύ άσχημες μάσκες και τις φόρεσαν. Κοίταξαν τον εαυτό τους στον καθρέφτη που τους είχε δώσει ο ιππότης και έβαλαν τα γέλια. «Τελικά σε κάτι μας χρησίμευσε» είπε η Κλαίρη. Το επόμενο βράδυ οι τρεις κοπέλες φόρεσαν τις άσχημες μάσκες και μπήκαν στην πόλη. Είδαν ακριβώς το ίδιο θέαμα που αντίκρισαν και οι δυο νεράιδες. Το σχέδιό τους ήταν απλό. Θα έκαναν μία άμαξα να τους ακολουθήσει τραβώντας την προσοχή του πλάσματος που βρίσκονταν μέσα σε αυτή. Έτσι κι έγινε. Το παράξενο πλάσμα τις ακολούθησε ως τη σπηλιά τους. Μόλις σιγουρεύτηκαν οι τρεις κοπέλες ότι ήταν μόνοι τους όρμισαν πάνω στο παράξενο πλάσμα και του τραβούσαν με δύναμη το άσχημο πρόσωπό του μέχρι που κατάφερναν να το βγάλουν. Τότε προς μεγάλη τους έκπληξη διαπίστωσαν ότι πίσω από το πρόσωπο αυτό υπήρχε ένα άλλο, όμορφο και ανθρώπινο. Ο άνθρωπος φώναζε από φόβο και από πόνο, αλλά, όταν είδε τον εαυτό του στον καθρέφτη που του έδωσαν οι τρεις κοπέλες αμέσως σταμάτησε να φωνάζει. Θυμήθηκε τη παλιά του ζωή... και άλλαξε ζωή. Το ίδιο συνέβαινε για αμέτρητες μέρες. Οι τρεις κοπέλες φορούσαν τις μάσκες τους και πήγαιναν στην αλλόκοτη πόλη για να χαρίσουν την ανθρωπιά σε ακόμα ένα πλάσμα. Πέρασε τόσο καιρός φορώντας τις μάσκες που από κάποια στιγμή και μετά οι όμορφες κοπέλες δεν μπορούσαν να τις βγάλουν από το πρόσωπό τους. Οι ίδιες είχαν γίνει για πάντα άσχημες προκειμένου να κάνουν όλους τους άλλους όμορφους. Πέρασαν αρκετά χρόνια μέχρι που κάποια μέρα οι τρεις κοπέλες γύρισαν στην σπηλιά μόνες τους. Στην πόλη δεν υπήρχε ούτε μία άμαξα.
Τί τέλειωσε?
Όχι η συνέχεια είναι στο μυαλό μου... Ίσως να σας την πω στο επόμενο παραμύθι, ίσως να μου τη ρωτήσετε και να σας την απαντήσω σε mail, ίσως στο fb, ίσως στο msn, ίσως να την κρατήσω και καλά φυλαγμένη στο μυαλό μου.........................
Για την Κλαίρη, την Νάνση και τη Βάσια
Για την Άννα – Μαρία και τη Vale
2 σχόλια:
Uperoxoo...mo0 arece poli auto to parami8i...einai teleioo...<3
Euxaristo Katerina ;-)
Δημοσίευση σχολίου