Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που μπορούσες ακόμα να δεις νεράιδες και ξωτικά να τραγουδούν μέσα στο δάσος, γεννήθηκε ένα μικρό κοριτσάκι που το έλεγαν Ηλιάνα. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τη μέρα της γέννησή της, είχε γίνει η πιο όμορφη κοπέλα στη χώρα και πολλοί ζητούσαν να την παντρευτούν. Η Ηλιάνα ,όμως, δεν είχε σταματήσει ακόμα να ρωτά τους γονείς της για εκείνη τη μέρα. Ήξερε ότι δεν είχε σημασία αυτό που έκανε, αλλά βαθιά μέσα της κάτι την έσπρωχνε να ρωτά συνέχεια, ξανά και ξανά για μια μέρα που πάντα προκαλούσε θλίψη στους γονείς της.Οι γονείς της ήταν πολύ καλοί μαζί της. Ήταν απλοί και χαρούμενοι άνθρωποι. Πάντα έβρισκαν ένα λόγο για να χαμογελούν και να χαίρονται τη ζωή τους. Είχαν μια υπέροχη κόρη και ήταν πολύ περήφανοι γι αυτό. Ήταν αγρότες... και όπως όλοι οι αγρότες εκείνης της εποχής ήταν φτωχοί και ταλαιπωρημένοι. Καλλιεργούσαν κτήματα που δεν ήταν δικά τους και ήταν αναγκασμένοι να σκύβουν το κεφάλι σε κάθε θέλημα του γαιοκτήμονά τους.
Η Ηλιάνα ήταν καθισμένη στη μικρή κουζίνα του παλιού τους σπιτιού και καθάριζε τα λιγοστά φασόλια που είχε φέρει ο πατέρας από το χωράφι. Η μητέρα της καθόταν δίπλα της και την καμάρωνε. Ένα πλατύ χαμόγελο είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό της καθώς έβλεπε την όμορφη κόρη της να έχει μεγαλώσει. <<Μεγάλωσες>> της είπε. Εκείνη την κοίταξε με τα μεγάλα, γαλανά της μάτια και χαμογέλασε. <<Μητέρα πες μου κάτι>> <<Τί θες να σου πω;>> Η Ηλιάνα πείρε μια βαθιά ανάσα, άφησε το μαχαίρι που κρατούσε στα χέρια της και της είπε: <<Πες μου για τη μέρα που γεννήθηκα>> Τα λόγια της αντιλάλησαν μέσα στο άδεια δωμάτιο. Η μητέρα της έριξε το βλέμμα της στο πάτωμα και ένα δάκρυ κύλισε από το μάγουλό της. <<Γιατί παιδί μου ρωτάς αυτό το πράγμα κάθε φορά; Γιατί το κάνεις;>> <<Δε ξέρω είναι κάτι που θέλω να μάθω και νιώθω ότι η απάντηση βρίσκεται σε εκείνη τη μέρα>>
Η μητέρα της σηκώθηκε από το τραπέζι πάτησε δυο φορές τη σκουριασμένη κάνουλα και άρχισε να πλένει τα πιάτα. <<Παιδί μου>> είπε <<Είναι όντος κάτι που πρέπει να γνωρίζεις>> άφησε το πιάτο που κρατούσε και την κοίταξε <<θα σου πω σήμερα... αν τα καταφέρω....>>
Το βράδυ ο πατέρας γύρισε από τη δουλειά του. Ήταν πολύ κουρασμένος. Παρόλα αυτά το χαμόγελο δεν έλλειπε από το πρόσωπό του. Φίλησε τη γυναίκα του στο μάγουλο και την κόρη του απαλά στο μέτωπο. Κάθισε στο τραπέζι και πείρε στα χέρια το πιάτο με τη ζεστή σούπα που του πρόσφερε η κόρη του. Την κοίταξε γεμάτος ευγνωμοσύνη και ξεκίνησε να τρώει το φαγητό του με πολύ όρεξη. <<Άντρα μου>> είπε η μητέρα της Ηλιάνας <<Η κόρη μας μεγάλωσε. Αποφάσισα ότι σήμερα πρέπει να της πω τί έγινε εκείνη τη μέρα>> Ο χωρικός έφτυσε τη σούπα που είχε στο στόμα του και σηκώθηκε από τη καρέκλα βιαστικά. <<Κατάλαβες τί είπες γυναίκα μόλις τώρα;>> φώναξε και χτύπησε με το χέρι του το τραπέζι. <<Άντρα μου>> είπε ήρεμα <<μάλλον δεν πρόσεξες σήμερα το χρώμα του φεγγαριού>>. Ο άντρας πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε έξω. Γύρισε σιωπηλός, κάθισε στο τραπέζι μα δε μπόρεσε να συνεχίσει το γεύμα του. Η Ηλιάνα κοιτούσε με απορία τη συμπεριφορά του πατέρα της πάνω από τη σοφίτα όπου κοιμόταν. Περίμενε. Σύντομα θα ερχόταν η μητέρα της και θα της έλεγε όλα όσα ήθελε να μάθει. Ήταν, όμως, τόσο κουρασμένη! Ξάπλωσε στο αχυρένιο κρεβάτι της και χωρίς να το καταλάβει άρχισε να ονειρεύεται. Έβλεπε το ίδιο όνειρο κάθε βράδυ τα τελευταία χρόνια. Πάντα της άρεσε να βλέπει τα πουλιά να πετούν. Ήξερε ότι και οι άνθρωποι μπορούσαν να έχουν φτερά... μόνο, όμως, πολλοί λίγοι τα είχαν καταφέρει να αποκτήσουν και κανένας δεν ήξερε το πώς. Ήθελε να αποκτήσει φτερά όσο τίποτα άλλο στον κόσμο, αλλά ήξερε ή καλύτερα είχαν καταφέρει να την πείσουν για τα καλά ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον να συμβεί σε μια χωριατοπούλα.
<<Κοιμήθηκε>> είπε η μητέρα της <<Τί θα κάνουμε τώρα; Πώς θα την προστατέψουμε;>> <<Όπως έκαναν όλοι οι άλλοι με τα παιδιά τους. Θα σκοτώσουμε αυτό το πλάσμα και δε θα το αφήσουμε ούτε να πλησιάσει, αλλά ούτε και να τη δει>> απάντησε ο γέρο χωρικός και σηκώθηκε από τη ξύλινη καρέκλα που καθόταν. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Η μητέρα της Ηλιάνας έβαλε τα χέρια της στο πρόσωπό της και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Το φεγγάρι πάνω στον ουρανό είχε βαφτεί με ένα απόκοσμο γαλαζωπό χρώμα, ενώ το φως του ήταν τόσο αδύναμο που δεν είχε δύναμη να διασχίσει τον ουρανό και να φτάσει ως τη γη. Απόλυτο σκοτάδι είχε καλύψει τα πάντα και ο άνεμος φυσούσε τόσο δυνατά που έκανε τα δέντρα να γέρνουν προς την κατεύθυνση του.
Το δωμάτιο φωτίζονταν από το φως ενός αναμένου κεριού. Λίγος αέρας κατάφερνε να μπει από το μπαλωμένο παράθυρο και έκανε τη φλόγα και τις σκιές στο δωμάτιο να κουνιούνται σαν τρελές. Η πόρτα άνοιξε και το πάτωμα γέμισε με φύλλα και χώμα που μετέφερε ο άνεμος. Ο γέρο χωρικός μπήκε μέσα κρατώντας στα χέρια του μία μεγάλη πιρούνα. Η πόρτα έκλεισε πίσω του με δύναμη. <<Είδα μια λάμψη στον ουρανό>> είπε ψιθυριστά <<νομίζω ότι έρχεται>>.
Η Ηλιάνα ξύπνησε ταραγμένη από το θόρυβο που έκανε η πόρτα. Κάθισε στο κρεβάτι της και κοίταξε από το παράθυρο. Είδε μία λάμψη να πλησιάζει όλο και περισσότερο το σπίτι τους. Την παρατηρούσε για αρκετή ώρα, μέχρι που ξαφνιασμένη την είδε να μπαίνει μέσα στο σπίτι τους. Χωρίς να χάσει καιρώ κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες και αγκάλιασε τη μητέρα της. <<Τί κάνεις εδώ;>> είπε ο πατέρας της φωνάζοντας ξαφνιασμένος. Η Ηλιάνα δε πρόλαβε να απαντήσει. Μία λευκή λάμψη τύλιξε όλο το δωμάτιο και όλοι τους ένιωσαν μια ζεστασιά και μια γαλήνη στην ψυχή τους. Σταδιακά εμφανίστηκε σαν να έβγαινε μέσα από ομίχλη ένας άγγελος. Φορούσε ένα μακρύ μαύρο ένδυμα και είχε κριμένο το πρόσωπό του κάτω από την κουκούλα. Τα φτερά του ήταν ολόλευκα. Ο γέρο χωρικός έστρεψε την πιρούνα προς το μέρος του και ετοιμάστηκε να τον καρφώσει. <<Όχι μπροστά στο παιδί!!!!>> φώναξε η γριά γυναίκα που κρατούσε σφιχτά τη κόρη της. Ο χωρικός, όμως, έσπρωξε με δύναμη τη μυτερή πιρούνα προς το μέρος του. Η γυναίκα άφησε το χέρι της κόρης της και έσπρωξε με δύναμη τον άντρα της. Η πιρούνα άλλαξε τροχιά και αντί να βρει την καρδιά του αγγέλου βρήκε ένα από τα φτερά του. Ο χωρικός έπεσε κάτω από τη δύναμη που την πέταξε και το πρόσωπό του γέμισε με αίμα από την πληγωμένη φτερούγα του αγγέλου. Ένα δάκρυ κύλισε από τα μάτια του αγγέλου. Γύρισε προς την Ηλιάνα και της είπε ότι δεν θα ξανάρθει. Προσπάθησε να πετάξει αλλά δε το μόνο που κατάφερε ήταν να πέσει με δύναμη πάνω στο παράθυρο. Το έσπασε και βρέθηκε έξω από το σπίτι γεμάτος με γυαλιά. Οι φωνές του αγγέλου από τον πόνο ακούγονταν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι την νύχτας για αρκετή ώρα, μέχρι που σταδιακά έσβησα....
Το επόμενο πρωί όλοι τους ήταν πολλοί σκεφτικοί και τρομαγμένοι. <<Τί ήταν αυτό το πλάσμα;>> ρώτησε η Ηλιάνα <<Ξέρεις κάτι;>> απάντησε νευριασμένα η μητέρα της <<βαρέθηκε τις ανόητες ερωτήσεις σου. Ξέρεις τι θα έπρεπε να ρωτήσεις. Θα έπρεπε να ρωτήσεις τι δουλειά θέλω να κάνεις. Κατάλαβες;!!!>> Η γριά γυναίκα πήρε το καλάθι και το πέταξε στα πόδια της Ηλιάνας <<Πήγαινε να μαζέψεις μανιτάρια>>.
Η Ηλιάνα άρπαξε το καλάθι από κάτω και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. <<Μακάρι να είχα φτερά και να πετούσα μακριά σας>> είπε και άρχισε να τρέχει προς το δάσος. Οι δύο χωρικοί κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και ένα ανεξήγητο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό τους.
Η Ηλιάνα σταμάτησε μόλις κατάλαβε ότι είχε προχωρήσει βαθιά μέσα στο δάσος. Πέταξε το καλάθι χάμω, στηρίχθηκε σε ένα δέντρο και άρχισε να κλαίει. Πέρασε αρκετή ώρα. Είχε καθίσει δίπλα από το ποτάμι που κυλούσε απαλά και έβρεχε τα πόδια της με το νερό. <<Είναι ανόητη η συμπεριφορά μου>> σκέφτηκε <<οι γονείς μου με αγαπάν και πάντα θέλουν το καλό μου. Πάντα θέλουν το καλύτερο για μένα.>> Έβαλε τα παπούτσια της, πήρε το καλάθι και ξεκίνησε να ψάχνει για μανιτάρια που της ζήτησε η μητέρα της. Έπρεπε να γυρίσει σπίτι της γρήγορα. Θα ανησυχούσαν οι δικοί της.
Δε χρειάστηκε να ψάχνει για αρκετή ώρα γιατί είδε μερικά μανιτάρια κάτω από μία γέρικη βελανιδιά. Έσκυψε και άρχισε να τα μαζεύει. Ήταν πολύ όμορφα μανιτάρια αλλά δεν ήταν αρκετά για να γεμίσει το καλάθι της. Έτσι έκανε ένα γύρω από το μεγάλο κορμό της βελανιδιάς ελπίζοντας να βρει και άλλα.
Προς μεγάλη της έκπληξη, στην πίσω μεριά της βελανιδιάς είδε κηλίδες αίματος. Αμέσως πέρασε από το μυαλό της ο πληγωμένος άγγελος. Δεν ήξερε το λόγο για τον οποίο ο πατέρας της ήθελε να τον σκοτώσει, αλλά όποιος και να ήταν, σίγουρα ήταν σημάδι ότι αυτός ο άγγελος ήταν πολύ επικίνδυνος. Φοβήθηκε και γύρισε για να φύγει.
Μία μεγάλη κραυγή αντιλάλησε στο δάσος. Αυτό που αντίκρισε η Ηλιάνα μόλις γύρισε ήταν ότι φοβόταν περισσότερο εκείνη τη στιγμή, ο πληγωμένος άγγελος. <<Τί έπαθες;>> ρώτησε γελώντας ο άγγελος. <<σε τρομάζει αυτό που φοράω;>> Ο άγγελος έβγαλε από πάνω το μαύρο ύφασμα με το οποίο είχε τυλιχτεί. Όλο του το σώμα ήταν γεμάτο πληγές, ενώ τα φτερά του έσταζαν ακόμα αίμα. Μόλις άκουσε η Ηλιάνα τη φωνή του αγγέλου γαλήνεψε κατά περίεργο τρόπο και σταμάτησε να φωνάζει. <<Γιατί ήθελε να με σκοτώσει το πατέρας σου Ηλιάνα;>> τη ρώτησε. <<Πώς ξέρεις ότι με λένε Ηλιάνα;>> <<Εγώ σου έδωσα το όνομά σου όταν γεννήθηκες>> <<Δηλαδή ξέρεις για τη μέρα που γεννήθηκα>> ρώτησε η Ηλιάνα με μεγάλο ενθουσιασμό. <<Φυσικά και ξέρω. Είμαι ο άγγελός σου. Όλοι έχετε άγγελο.... εκτός και αν το σκοτώσει ο πατέρας σας...>>
<<Πες μου για εκείνη τη μέρα. Τί συνέβει;>> <<Όταν γεννιέται ένα παιδί, ένας άγγελος κατεβαίνει από τον ουρανό και δίνει στους γονείς του ένα πάπυρο που μέσα γράφει το όνομά του. Δε μπορώ να σου πω τίποτα άλλο τα υπόλοιπα είναι γραμμένα σε εκείνο τον πάπυρο. Βρίσκεται μέσα στο μαξιλάρι της μητέρας σου. Θα έρθω και απόψε το βράδυ. Ελπίζω να ξημερώσει ακόμα μία μέρα για τον άγγελό σου....>>
Η Ηλιάνα ήταν πολύ αναστατωμένη, αλλά προσπαθούσε να κρύψει την αναστάτωσή της για να μην τραβήξει την προσοχή των γονιών της. Άφησε τα μανιτάρια στο τραπέζι και πήγε αμέσως στο υπνοδωμάτιο των γονιών της. Εκείνη τη στιγμή οι γονείς της βρισκόταν στο χωράφι και πότιζαν τις πατάτες. Η Ηλιάνα έπιασε στα χέρια της το μαξιλάρι της μητέρας της και άρχισε να το διαβάζει. <<Με ανώτερη διαταγή ο άγγελος αυτού του παιδιού σας διατάζω να το φωνάζετε Ηλιάνα και να το προσέχετε μέχρι να μεγαλώσει. Όταν μεγαλώσει δε θα είναι πια δικό σας. Εγώ ο ίδιος θα έρθω να του χαρίσω τα φτερά μου για να μπορέσει να πετάξει μακριά από αυτή τη βασανιστική ζωή που εσείς ζείτε. Με τα φτερά του θα μπορεί να ταξιδέψει σε όλα τα μέρη της γης και να ζήσει όπως εκείνο θέλει, μακριά από τη δικιά σας φτώχεια και στεναχώρια. Θα έρθω όταν κλείσει το 18 έτος του. Τη μέρα που το φεγγάρι βαφτεί γαλάζιο. Εκείνο το βράδυ να μη κοιμηθεί η κόρη σας. Χαιρετήστε την, ίσως να μη την ξαναδείτε.>>
Η Ηλιάνα έβαλε προσεκτικά το πάπυρο στο μαξιλάρι της μητέρας της. Ήταν πολύ έντονα τα συναισθήματα που ένιωθε, αυτό, όμως, που είχε κυριέψει την καρδιά και το νου της ήταν ο θυμός, ένας θυμός για όσα ήθελαν να της στερήσουν οι γονείς της. Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας. Πήρε το μαχαίρι και άρχισε να το περιεργάζεται. Άρχισε να ψιλοκόβει τα μανιτάρια στο πιάτο που είχε μπροστά της. Πήγαινε για να μαζέψει μανιτάρια μαζί με τη μητέρα της όταν ήταν πολύ μικρή. Είχε μάθει ποια από τα μανιτάρια ήταν κατάλληλα για το φαγητό και ποια μπορούσαν να σε σκοτώσουν. Προς μεγάλη της έκπληξη είδε μέσα στο καλάθι και εκείνο το μανιτάρι, εκείνο που της είχε δείξει κάποτε η μητέρα της και της είπε ότι από αυτό έχουν πεθάνει πολλοί στο χωριό. Η Ηλιάνα το έβγαλε από το καλάθι προσεκτικά και ετοιμάστηκε να το πετάξει. Τα μάτια της κοκκίνισαν. Μετάνιωσε για την κίνηση που πήγε να κάνει. Έβαλε το χέρι της πάλι μέσα από το παράθυρο, το ύψωσε πάνω από το καζάνι με το φαΐ που σιγόβραζε και το έλιωσε σφίγγοντάς το. Όλο το επικίνδυνο μανιτάρι ήταν ανάμεσα στα φασόλια που σιγόβραζαν πάνω από τη φωτιά.
Η Ηλιάνα πήγε να κοιμηθεί. Όταν ξύπνησε κατάλαβε ότι όσα είδε ήταν ένα τρομακτικό όνειρο και ότι τίποτα από όλα αυτά δεν είχε συμβεί. Άλλαξε βιαστικά και έτρεξε να αγκαλιάσει τους γονείς της που τόσο αγαπούσε. Κατέβηκε τις σκάλες...... και είδε τους γονείς της στο τραπέζι αν είναι γερμένοι πάνω του ολόκληροι..... να κρατούν ένα κουτάλι και οι δυο... και το χέρι τους ακίνητο...τα πρόσωπά τους λευκά και τα μάτια τους ορθάνοιχτα να τη κοιτούν με τρόμο και απόγνωση από την επιφάνεια του τραπεζιού όπου είχε ακουμπήσει το κεφάλι τους....
Η πόρτα άνοιξε... Ένα τρομερό γέλιο ακούστηκε... Μπήκε μέσα ο σκοτεινός άγγελος... και της χάρισε ένα ζευγάρι μαύρα φτερά.....................
19 σχόλια:
αυτό δεν το 'χα δει!
η αληθινή ζωή τρύπωσε!
κι εδώ!
ΠΕΡΙΜΕΝΑ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΤΕΛΟΣ...ΟΠΩΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ Η ΗΛΙΑΝΑ,ΑΦΟΥ ΚΛΕΙΣΕΙ ΤΑ 18 ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑ,ΝΑ ΦΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ...Η' ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ...ΑΥΤΗ Η ΕΚΒΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΗΤΑΝ ΚΑΠΩΣ ΞΑΦΝΙΚΗ ΑΛΛΑ ΣΥΝΑΜΑ ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ...Η ΖΩΗ ΤΕΛΙΚΑ,ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΗ...
ΞΕΡΕΙΣ ΚΑΤΙ..???ΜΠΟΡΕΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΓΡΑΨΕΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΕΥΩ ΠΩΣ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΣΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ...ΑΠΛΑ ΔΕΝ Τ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ...ΔΕΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΑ,ΕΞΩΤΕΡΙΚΑ ΑΛΛΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ,ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ...
ΘΑ ΣΟΥ ΠΩ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΕΧΕΙΣ ΑΚΟΥΣΕΙ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΜΠΡΑΒΟ,ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ Κ.Ο.Κ..ΑΠΛΑ ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙΣ..ΟΠΩΣ ΚΑΙ Ν ΕΙΣΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ,ΣΥΝΕΧΙΣΕ Ν ΓΡΑΦΕΙΣ...ΤΟ ΕΧΕΙΣ ΠΛΕΟΝ ΜΕΣΑ ΣΟΥ ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΑΛΕΝΤΟ... :)
ΑΥΤΑ ΤΑ ΟΛΙΓΑ :p (ΣΥΓΝΩΜΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΥΛΟΓΙΑ ΜΟΥ ;) )
apla den exw ti na pw k ti na prwtosxoliasw...
apo apopsi artiwtitas nomizw pws einai apo ta kalutera sou!!!!!!!!!!
i ploki kula omala k den kanei koilia pouthena gia mena
ti story polu kalo k me bathu noima upothetw to opoio tha mou to eksigiseis giati ligo me mperdepses....
POLY KALO!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
euxaristo annie gia ta omorfa logia sou
i alitheia einai oti prospatho gia ti domi ;-)
ΠΩ ΠΩ ΠΟΣΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΩΡΑΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΓΡΑΨΕΣ ΗΛΙΕ ΜΟΥ..
ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ
ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΕΤΣΙ Η ΠΟΛΥΛΟΓΙΑ ΤΟΤΕ ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΗΜΑΣΤΑΝ ΟΛΟΙ ΠΟΛΥΛΟΓΑΔΕΣ ;-)
γειάς σας!! Τί κάνετε; Καλά είστε; Πραγματικά χαίρομαι που ακόμα παρακολουθήτε τα παραμύθια μου, αν και ξέρω ότι προτιμάτε τα φωτεινά παραμύθια. Μου το είχατε πει από τότε που ξεκίνησα. Τί να κάνω; προσπαθώ αλλά δε μου βγαίνει. Ίσως πρέπει να προσπαθήσω περισσότερο ε; παραέγινε η μαυτίλα ;-)
aplaaaa uperoxo................. :))))
Σκοτεινό, αλλά πολύ ωραίο! Να σου πω την αλήθεια, ανατρίχιασα! Σου βγαίνει κατι gothic.
Ευχαρστώ Ελένη. Για το gothic έχεις απόλυτο δίκιο.
;)
Polu wraio to paramuthi sou...Yperoxo...Ksafniastika apo to telos tou...Sugxarhthria...!!!
euxaristo psuxi mou
Uperoxo parami8i...mo0 arece para poli...an kai vlepw oti oi pericoteroi kcafniactikan me to teloc egw kati paromio me auto perimena...Bravo co0 pantoc...einai pragmatika poli wraio...<3
Euxaristo :-D
para polu wraiooo..9a sumfwnisw me ts allous gia to telos alla itn pragmatika wraio;)
brv.(Y)sunexise etsi:)
euxaristo ;-)
...Τι να πρωτογράψω...Σκοτεινό παραμύθι, σου βγάζει δυνατά συναισθήματα, έχει κάτι από thriller! Και σε συνδιασμό με την αλλαγή του στιλ της σελίδας...εμένα μ' αρέσει πολύ!!!Σε είχα συνιθήσει σε μία πιο "φωτεινή" γραφή αλλά και εδώ τα κατάφερες περίφημα! Αλλά πιστεύω πως ακριβώς επειδή η ζωή ειδικά στις μέρες μας είναι έτσι, καλή είναι και αυτη η πλευρά γιατί σε κάνει να δεις το σκοτεινό σου ευατό στον καθρεφτη μήπως και τρομάξεις μ' αυτό που θα δεις και αποφασίσεις να αλλάξεις. Μπράβο και πάλι μπράβο!
από τα καλύτερα σχόλια που έχω πάρει Ευχαριστώ Ζωή!!!!! ;-)
Λατρεύω τη μελαγχολική γραφή σου... Αυτή είναι η αγαπημένη μου δημιουργία σου... εώς σήμερα ;)
Καλή συνέχεια...
Νοσταλγιανή
Δημοσίευση σχολίου