Μια φορά κι έναν καιρό πολύ μακριά από εδώ, στην άκρη ενός μεγάλου δάσους ζούσε η όμορφη Μεγκ. Η Μεγκ έμενε ολομόναχη σε ένα μικρό σπιτάκι στην άκρη ενός ποταμού, του οποίου τα νερά ήταν δροσερά και ήρεμα. Η Μεγκ ήταν πολύ όμορφη, αλλά κανένας δε μπορούσε να την ερωτευτεί. Το χειρότερο, όμως, ήταν ότι και η ίδια δε μπορούσε να ερωτευτεί κανέναν.......Κάποια μέρα, πέρασε από το ποτάμι μία γριά γυναίκα. Η Μεγκ ξαφνιάστηκε όταν άκουσε τον ήχο της πόρτας. Ποτέ της ξανά δεν είδε άνθρωπο από τότε που έφυγε από το χωριό. Είχε στεναχωρηθεί τόσο, όταν κατάλαβε ότι δε μπορούσε να αγαπήσει και να αγαπηθεί που αποφάσισε να μείνει μόνη της για πάντα.
Άνοιξε την πόρτα και είδε τη γριά να στέκεται μπροστά της κρατώντας ένα άδειο μπουκάλι. <<Καλή μου κοπέλα>> είπε η γριά <<μήπως μπορείς να μου δώσεις λίγο νερό;>> Η Μεγκ δεν είχε ξανακούσει τη λέξη νερό από τότε που έφυγε από το χωριό και δε θυμόταν τι ήταν αυτό που ζητούσε η γριά. <<Τί είναι το νερό;>> ρώτησε με απόλυτη φυσικότητα η Μεγκ. Η γριά την κοίταξε με απορία. <<Αυτό που πίνεις όταν διψάς>> της απάντησε κάνοντας μια γκριμάτσα. <<Α κατάλαβα, μισό λεπτό να σας φέρω>> της απάντησε με ευγένεια.
Η Μεγκ γύρισε κρατώντας στα χέρια της ένα χρυσό δοχείο. Άνοιξε το διαμαντένιο καπάκι του και μια εξωτική μυρωδιά πλημύρισε ολόκληρο το δωμάτιο. <<Από αυτό πίνω όταν διψώ>> είπε η Μεγκ.... Έβρεξε το δάχτυλό της με το γαλαζωπό υγρό του δοχείου και άλειψε με αυτό τα χείλη της γριάς. Η γριά δε κατάλαβε τί έκανε η Μεγκ, αλλά είχε πράγματι ξεδιψάσει, την ευχαρίστησε και έφυγε.
Όταν γύρισε πίσω στο χωριό κανένας δεν την αναγνώριζε. Όλοι την κοιτούσαν με ένα παράξενο βλέμμα, σαν να μη την ήξεραν. Δε μπορούσε να καταλάβει τί είχε γίνει μέχρι που γύρισε σπίτι της. Στάθηκε μπροστά από τον καθρέφτη για να χτενίσει τα μαλλιά της και αντί να δει το πρόσωπό της, είδε το πρόσωπο μιας πανέμορφη νέας, ακριβώς όπως θυμόταν τον εαυτό της πριν από πολλά χρόνια. Θυμήθηκε την όμορφη κοπέλα στο δάσος, που της άλειψε τα χείλη. Κατάλαβε ότι αυτό που της έδωσε την ξανάκανε νέα. Έπεσε να κοιμηθεί ποιο χαρούμενη από ποτέ. Όταν ήταν νέα δεν ήξερε τί να τα κάνει τα νιάτα της, αλλά τώρα που είχε ακόμα μια ευκαιρία δεν θα την άφηνε να φύγει. Είχε γεράσει μόνη της και είχε καταλάβει, ότι η αγάπη είναι το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο. Από το επόμενο πρωί κιόλας θα έψαχνε να βρει την αγάπη και να κάνει αυτό που ποτέ της δε κατάφερει, μια οικογένεια.
Στο ίδιο σπίτι με τη γριά έμενε και ένα όμορφο παλικάρι, τον Αδέμ, αλλά δε του φερόταν πολύ καλά. Το είχε βρει όταν ήταν παιδί στο δάσος και το είχε μεγαλώσει για να τη βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού, αλλά ποτέ δε το είχε νιώσει για δικό της παιδί μόνο και μόνο επειδή δεν το είχε γεννήσει....
Το πρωί η γριά ήταν πολύ βιαστική. Άνοιξε το μεγάλο ξύλινο μπαούλο, που βρισκόταν δίπλα από το τζάκι. Κοίταξε μέσα και ένα δάκρυ κύλισε από τα μάτια της. Αναμνήσεις μιας ζωής, μιας πονεμένης ζωής μέσα σε ένα μπαούλο. Η γριά τράβηξε από μέσα ένα όμορφο κόκκινο φόρεμα και το κοίταξε. Θυμήθηκε τότε που το φορούσε και πήγαινε στο μεγάλο πανηγύρι για να χορέψει, όταν ήταν ακόμα πολύ νέα. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε και ούτε καν το είχε φανταστεί ότι θα μπορούσε κάποτε να το ξαναφορέσει. Τώρα, όμως, ήταν πάλι νέα. Ποιός θα το περίμενε; Έβαλε το κόκκινο φόρεμα και βγήκε έξω.
Από καιρό παρακολουθούσε ένα όμορφο και καλό παλικάρι. Πάντα κουτσομπόλευε με τις άλλες γυναίκες και έλεγε, ότι όποια γυναίκα το παντρευόταν θα ευτυχούσε μαζί του και ότι αν είχε κόρη θα του την έδινε. Τώρα, όμως, μπορούσε να τον έχει ίδια. Ήταν νέα και όμορφη και είχε όρεξη για ζωή. Ήθελε με όλη της την καρδιά να την αγαπήσει, γιατί αυτή ήταν ήδη ερωτευμένη μαζί του. Ήθελε να ζήσουν για πάντα μαζί. Για πάντα.....
Είδε το παλικάρι να κάθεται δίπλα στη βρύση του χωριού και ετοιμάστηκε να το πλησιάσει και να του πιάσει τη κουβέντα. Άρχισε να περπατά προς το μέρος του, αλλά εκείνος σηκώθηκε, πήρε το άλογό του και έφυγε πριν προλάβει να τον πλησιάσει. Η γριά συνέχισε να περπατά μέχρι τη βρύση. Έσκυψε να δει μέσα στο νερό και είδε το πρόσωπό της. Το ίδιο γέρικο πρόσωπο που τη συνόδευε στα ποιο δύσκολα χρόνια της ζωής της. Τρόμαξε με αυτό που αντίκρισε. Δε μπορούσε να πιστέψει στα μάτια της. Κοιτούσε ξανά και ξανά. Άρχισε να τρέχει προς το σπίτι της πριν προλάβει να τη δει κανείς. Έβγαλε το κόκκινο φόρεμα, που φορούσε και το πέταξε με οργή στη φωτιά. Σήκωσε το χέρι της και κοιτάχτηκε για τελευταία φορά στον καθρέφτη, πριν τον σπάσει με τη γροθιά της. Το χέρι της γέμισε με αίμα. Όλη η γη χάθηκε από τα πόδια της. Μέχρι τώρα είχε καταφέρει να πείσει τον εαυτό της ότι η νιότη δεν ξαναεπιστρέφει. Τώρα, όμως, που είχε ζήσει τα νιάτα για δεύτερη φορά το μόνο που ήθελε ήταν να ξαναγίνει νέα και ο μόνος τρόπος για να το καταφέρει ήταν να σκοτώσει τη κοπέλα του δάσους και να της πάρει το χρυσό δοχείο.
Το επόμενο πρωί, η γριά ξύπνησε το παλικάρι που έμενε μαζί της και του είπε να την ακολουθήσει. Τον οδήγησε μέχρι το σπίτι της όμορφης Μεγκ και κρύφτηκαν για να μην τους δει. Τη βρήκαν να κάθεται στην άκρη του ποταμιού και να μιλά με τα ζώα του δάσους, που είχαν μαζευτεί γύρω της. Η γριά έσκυψε και ψιθύρισε στο αυτί του Αδέμ. << Θα περιμείνεις εδώ μέχρι να βρεις ευκαιρία να τη σκοτώσεις>>. Μόλις τέλειωσε τα λόγια της έβγαλε ένα μεγάλο μαχαίρι μέσα από τα ρούχα της και του το έδωσε. Εκείνη σηκώθηκε προσεκτικά και απομακρύνθηκε μέσα στο δάσος. Είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στον Αδέμ. Έκανε πάντα τα θελήματα της γριάς και εκτός αυτού όλοι στο χωριό ήξεραν ότι δεν είχε νιώσει ποτέ, τίποτα, για καμία κοπέλα και έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να διστάσει να τη σκοτώσει.
Ο Αδέμ καθόταν και κοιτούσε την όμορφη Μεγκ ασταμάτητα. Τα μάτια του είχαν αιχμαλωτιστεί στα δικά της και η σκέψη του είχε σταματήσει στη θέα της. Πρώτη φορά ένιωθε έτσι. Ήταν τόσο παράξενα τα συναισθήματά του, που τον είχε κυριεύσει ο φόβος. Ήθελε να τρέξει, να φύγει μακριά και να την ξεχάσει, αλλά δε μπορούσε, γιατί θα αποκάλυπτε τη κρυψώνα του.
Όταν βράδιασε η όμορφη Μεγκ έλουσε τα μακριά, χρυσά μαλλιά της στο ποτάμι και έπεσε για να κοιμηθεί στην όχθη του. Ο Αδέμ δε χόρταινε να τη βλέπει. Ένιωθε ότι την είχε ερωτευτεί, αλλά προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του για το αντίθετο.
Μόλις η Μεγκ έκλεισε τα μάτια της, ο Αδέμ πείρε το μαχαίρι που το έδωσε η γριά και άρχισε να περπατά προς το μέρος της σιγά, σιγά, κρατώντας το λίγο πιο ψηλά από το κεφάλι του. Στάθηκε πάνω από την όμορφη κοπέλα και ετοιμάστηκε να το καρφώσει με όλη του τη δύναμη στην καρδιά της. Ένα δάκρυ κύλισε από τα μάτια του, άφησε το μαχαίρι να πέσει στο υγρό χώμα και γονάτισε μπροστά απ την κοπέλα, αδύναμος να ελέγξει όλα όσα ένιωθε για εκείνη. Κάθισε δίπλα της και έβαλε το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια του. Ήθελε να απλώσει το χέρι του και να την αγγίξει απαλά, αλλά του έφτανε και μόνο η αναπνοή της, που την ένιωθε στα δάχτυλά του, λίγα εκατοστά από τα κατακόκκινα χείλη της. Η καρδιά του κόντευε να σπάσει από όλα όσα ένιωθε. Ήταν σίγουρος ότι ποτέ δε θα μπορούσε να τη βλάψει. Έμεινε δίπλα της όλη τη νύχτα.
Την επόμενη μέρα, αφού σιγουρεύτηκε ότι κανένα άγριο ζώο δεν απειλούσε την κοπέλα, έφυγε γρήγορα για να μην τον αντιληφθεί. Όταν έμαθε η γριά ότι δε κατάφερε να τη σκοτώσει και να πάρει το χρυσό δοχείο νευρίασε τόσο, που δάγκωσε με μεγάλη δύναμη τα χείλια της, ματώνοντάς τα. Μόλις είδε τα ματωμένα χείλη της γριάς, ο Αδέμ κατάλαβε ότι δε θα σταματούσε μέχρι να δει την κοπέλα νεκρή. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει, αλλά ένιωθε ότι και μόνο αν άκουγε, ότι έπαθε κάτι κακό η κοπέλα, τότε δε θα μπορούσε να συνεχίσει να ζει. Καλύτερα να πέθαινε αυτός παρά εκείνη. Έδωσε το μαχαίρι στη γριά και της είπε, ότι αυτός δε κατάφερε να τη σκοτώσει και ότι θα ήταν καλύτερο να το κάνει η ίδια για να είναι σίγουρη. Της είπε να πάει το βράδυ, την ώρα που όλα τα αστέρια θα είχαν στολίσει τον ουρανό με την παρουσία τους. <<Θα την βρεις να κοιμάται στο ποτάμι, κάτω από τη μεγάλη πέτρα>> της είπε και της έδωσε το μαχαίρι της.
Το ίδιο βράδυ η γριά ξεκίνησε από το σπίτι της για να βρει την κοπέλα και να την σκοτώσει. Το ίδιο βράδυ ο Αδέμ ξεκίνησε από το σπίτι του για να δει για τελευταία φορά την όμορφη Μεγκ.... Τη βρήκε να κάθεται και να τραγουδά στην άκρη του ποταμού. Ήταν τόσο όμορφος και τόσο απαλός ο ήχος της φωνής της, που έκανε το φεγγάρι να πλησιάζει τη γη για να την ακούσει. Πρώτη φορά έβλεπε ο Αδέμ το φεγγάρι να είναι τόσο κοντά στη γή, πρώτη φορά το έβλεπε να έχει αγκαλιάσει ολόκληρο τον ουρανό. Μπορούσε να δει κανείς τα φεγγαρολούλουδα στην επιφάνειά του. Είχες την αίσθηση ότι αν άπλωνες το χέρι σου θα έκοβες ένα από αυτά. Η Μεγκ, μόλις τέλειωσε το τραγούδι έπεσε στην όχθη του ποταμού, έγειρε στο πλάι τινάζοντας τα όμορφα μαλλιά της και αποκοιμήθηκε. Το φεγγάρι άρχισε να απομακρύνεται πάλι σιγά, σιγά για να αφήσει το παλικάρι να πάρει τη θέση του, δίπλα της.... Το όμορφο παλικάρι την πλησίασε, με δάκρυα στα μάτια την κοίταξε για τελευταία φορά στα μάτια της, στα μάτια που είχε αγαπήσει όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Έσκυψε και τη φίλησε απαλά, ακουμπώντας τα χείλη του στα λαμπερά μαλλιά της, προσέχοντας να μην την ξυπνήσει. Μετά σηκώθηκε και πήγε να ξαπλώσει στο μόνο μέρος που μπορούσε να ηρεμήσει και να κοιμηθεί, κάτω από τη μεγάλη πέτρα......
Το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από πυκνά σύννεφα. Δυνατός άνεμος άρχισε να φυσά και η κραυγή των λύκων αντήχησε σε ολόκληρο το δάσος. Η γριά είχε κρυφτεί πίσω από ένα δέντρο και κοιτούσε τη μαύρη φιγούρα, που κοιμόταν κάτω από τη μεγάλη πέτρα.... <<Ακριβώς όπως μου είπε ο Αδέμ>> ψιθύρισε και έσφιξε στη χούφτα της το μαχαίρι. Πλησίασε με αργά βήματα, κράτησε με τα δυο της χέρια το μαχαίρι , το σήκωσε ψηλά και το κάρφωσε με μανία στο σώμα του όμορφου παλικαριού. Η κραυγή του Αδέμ ήταν τόσο δυνατή που σμήνη πουλιών τρόμαξαν και άρχισαν να πετάν από πάνω του. Όταν η γριά αντίκρισε το ματωμένο πρόσωπο του Αδέμ σάστισε τόσο πολύ που έχασε τα λογικά της. Άρχισε να τρέχει σαν τρελή πέρα δώθε λέγοντας ακατανόητα λόγια.
Η Μεγκ ξύπνησε αργά το βράδυ από τα βογκητά του Αδέμ. Σηκώθηκε τρομαγμένη και άρχισε να κοιτά γύρω, γύρω, προσπαθώντας να καταλάβει από που προερχόταν αυτός ο ήχος. Δεν άργησε να βρει τον Αδέμ κάτω από την μεγάλη πέτρα, να είναι ξαπλωμένος και να αιμορραγεί ασταμάτητα. Χωρίς να σκεφτεί τίποτα, άλλο η όμορφη Μεγκ έτρεξε στο σπίτι της και έφερε το χρυσό δοχείο. Το άνοιξε και άλειψε τις πληγές του. Αμέσως, σαν από θαύμα οι πληγές έκλεισαν, το παλικάρι σταμάτησε να φωνάζει και κοιμήθηκε χαμογελώντας.
Η Μεγκ στάθηκε δίπλα του. Τον κοίταξε μια φορά προσεκτικά και τα μάτια της αιχμαλωτίστηκαν στα δικά του. Ήταν σίγουρη ότι τον είχε ερωτευτεί, αλλά γρήγορα τράβηξε τα μάτια του από πάνω του, ξέροντας ότι κανένας δε θα μπορούσε να αγαπήσει μια νεράιδα.... εκτός αν στις φλέβες του έτρεχε το ίδιο αίμα με το δικό της......... Έμεινε δίπλα του όλη τη νύχτα για να τον προσέχει και το πρωί έφυγε χωρίς να την καταλάβει.
Όταν το πρωί γύρισε το παλικάρι στο χωριό, έμαθε ότι η γριά είχε χάσει τα λογικά της. Δε μπόρεσε να καταλάβει τί είχε γίνει. Το μόνο που ήθελε ήταν να σιγουρευτεί ότι η κοπέλα δεν είχε πάθει κακό, δε μπορούσε, όμως, να γυρίσει πίσω στο δάσος, γιατί ήταν πρωί, θα τον έβλεπε η κοπέλα και θα τρόμαζε. Έτσι περίμενε να πέσει το βράδυ ξανά.
Όταν το σκοτάδι σκέπασε τον ουρανό, το παλικάρι ξεκίνησε για να ξανασυναντήσει την όμορφη κοπέλα. Την είδε για ακόμα μια φορά να κοιμάται δίπλα από το ποτάμι. Την πλησίασε και ξάπλωσε δίπλα της. Η Μεγκ κατάλαβε την παρουσία του παλικαριού, αλλά συνέχισε να κάνει πως κοιμάται. Δεν ήθελε να φύγει μακριά της. Ήθελε να τον νιώθει δίπλα της. Από εκείνη τη μέρα, ο Αδέμ ξάπλωνε κάθε νύχτα δίπλα από τη Μεγκ. Η Μεγκ ήταν ξαπλωμένη, αλλά είχε τα μάτια της ανοιχτά. Κανένας δε τολμούσε να δηλώσει την παρουσία του στον άλλον.
Ένα βράδυ το παλικάρι χάιδεψε τα κατάξανθα μαλλιά της. Η Μεγκ ένιωσε το άγγιγμά του και κράτησε στα απαλά της χέρια το χέρι του. Γύρισε και τον κοίταξε. Εκείνος πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό της και της έδωσε ένα φιλί. Κοιτάχτηκαν στα μάτια, μάτια αλλιώτικα από τα άλλα.... Κανένας απ τους δύο δεν ήταν άνθρωπος, γι αυτό κανένας τους δεν μπορούσε να βρει την αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους.......
αφιερωμένο στη Μαρία Μεγκαγιάννη
13 σχόλια:
Uperoxo...pragmatika poli wraio...mo0 arece para poli...cunexice etci...anipomono gia to epomeno..:)
Aaaaax ti omorfo!! Pragmatika. To agaphmeno mou apo osa exeis grapsei mexri twra. Alh8eia. Bravo!
τα άτιμα τα νιάτα!
τι γρήγορα που περνούν!
(δις)
περνάνε αλλά ξανάρχονται....
ευχαριστώ :-)
ευχαριστώ το ελπίζω ;-)
Υπέροχη,πολύ τρυφερή και ρομαντική ιστοριούλα!Και πάλι συγχαρητήρια!!!
Αχ πολύ όμορφο και αυτό το παραμύθι σου!!Δε ξέρω, αλλα μου θύμισε και κάτι από τα παλιά κλασσικά παραμύθια που διαβάζαμε μικροί..(καλό είναι αυτό)Το καλό πάντα νικά το κακό και η αγάπη πάντα θριαμβεύει!Μπράβο, συνέχισε!!
Αχ πολύ όμορφο και αυτό το παραμύθι σου!!Δε ξέρω, αλλα μου θύμισε και κάτι από τα παλιά κλασσικά παραμύθια που διαβάζαμε μικροί..(καλό είναι αυτό)Το καλό πάντα νικά το κακό και η αγάπη πάντα θριαμβεύει!Μπράβο, συνέχισε!!
ευχαρχτώ Βούλα :-)
Ευχαριστώ Ζωή σου είπε η αδερφή σου για το νέο παραμύθι που ετοιμάζεται......???
Geia sou Xaralampe.
Den mpainw suxna sto facebook.Oxi den hmoun mesa.Diavasa kai ta upoloipa paramu8ia sou.Perimenw kai alla.Elpizw na krathseis auto pou exeis apokthsei.Mia poiothta kai mia fantasia pou kalpazei xwris na gnwrizei oria kai fragmous.Asthn etsi.Mhn skeftesai.Asthn na kalpazei kai na mas ekplhzei.
Όμορφη η αισθηση που έχεις όταν συναντάς παραμυθοπλάστες!!!Συνέχισε να ντύνεις την πραγματικότητα των πολλων με "παραμυθόρουχα"!!!! Σκέψου επίσης το ενδέχομενο να γράψεις κάτι εκτός blog και χωρίς τη σκέψη ότι απευθύνεσαι σε ενήλικους αναγνώστες. Νομίζω ότι το απότελεσμα θα σε εκπλήξει!!!!!(Μην το πάρεις σαν κριτική, απλά είναι η γνώμη ενός "έμπειρου" αναγνώστη). Να 'σαι καλά!!!
Δημοσίευση σχολίου