Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

Φιλίππια δάκρυα

Μια φορά κι έναν καιρό, πολύ μακριά από εδώ υπήρχε ένας δράκος που τον έλεγαν Φίλιππο. Ο Φίλιππος ήταν ίσως ο μεγαλύτερος δράκος που είχε υπάρξει ποτέ. Πάντα του άρεσε να κάθεται στην άκρη του λόφου κοιτώντας τα άστρα του ουρανού, προσπαθώντας ώρες ατελείωτες να φανταστεί τη φιγούρα του ανάμεσά τους. Μετά έγερνε το κεφάλι του και τα μάτια του έπεφταν πάνω της... ένα καυτό δάκρυ κυλούσε πάνω στο τραχύ του πρόσωπό... Ήθελε να τη βλέπει, όπως παλιά. Γεμάτη ζωή, ελπίδα και φως. Τώρα, τα μόνα πράγματα που είχαν μείνει, ήταν στάχτες και αποκαΐδια, να θυμίζουν το παρόν σε όποιον ονειροπόλο δράκο τολμούσε να σηκώσει το βλέμμα του πάνω από το στεγνό χώμα της άγονης πεδιάδας.
Στο κέντρο της, μία τεράστια πύρινη στήλη μαρτυρούσε την κυριαρχία του σκότους. Μάγισσες και τελώνια είχαν καταλάβει ολόκληρη την πεδιάδα ρουφώντας τη δύναμή τους από την άσβεστη φλόγα αυτής της στήλης. Όσο έμενε άσβηστο το αλλόκοτο φως της, τίποτα δε θα μπορούσε να δώσει ένα τέλος σε αυτόν τον εφιάλτη.

Ο δράκος το ήξερε αυτό και ήθελε τόσο, όσο τίποτα άλλο στον κόσμο να διώξει το εφιάλτη μακριά από την πεδιάδα του γαλάζιου ονείρου.... Έτσι την είχαν ονομάσει τα ξωτικά, που κατοικούσαν κάποτε εκεί. Ζούσαν ευτυχισμένα, χορεύοντας και τραγουδώντας όλη τη μέρα. Έφτιαχναν όμορφα ρούχα από άνθη σπάνιων λουλουδιών και τα αντάλλαζαν με μαργαριτάρια, που τους έδιναν οι όμορφες γοργόνες. Τα ξωτικά ήταν πολύ ευγενικά με το Φίλιππο. Τον αγαπούσαν και του έδειχναν μεγάλη εμπιστοσύνη. Ακόμα και εκείνη τη μέρα που τα σκοτεινά πλάσματα άρχισαν να καταστρέφουν την πεδιάδα, όλα τα ξωτικά μαζεύτηκαν γύρω του, παρακαλώντας τον να τα σώσει. Τον αγκάλιαζαν και του έλεγαν να πετάξει ψηλά και να φύγει για να σωθεί, αλλά ο Φίλλιπος τους έλεγε ότι θα ήταν δειλός αν εγκατέλειπε τη πεδιάδα στη κρισιμότερη στιγμή. Δε δείλιασε ούτε στιγμή. Έμεινε στο πλάι τους μέχρι το τέλος....

Ήταν τρομακτική εκείνη η μέρα. Θυμόταν τις φιγούρες των ξωτικών να παλεύουν με της φλόγες, αδύναμα να σώσουν τον εαυτό τους και την πεδιάδα. Θυμόταν ακόμα την προσπάθεια που έκαναν να τον τραβήξουν μακριά από την πεδιάδα για να μη πάθει τίποτα, ενώ τα ίδια και τα παιδιά τους ήταν σε πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο από τον ίδιο... Είχαν γίνει τόσα φρικτά πράγματα εκείνη τη μέρα! Ήθελε με όλη του την καρδιά να βοηθήσει, αλλά το μόνο που ήθελε να προσφέρει για να σβήσει τη φλόγα ήταν οι καυτές φλόγες που έβγαιναν από το στόμα του.

Ένα δάκρυ κύλισε ξανά από τα μεγάλα σκιστά μάτια του Φίλιππου. Άραγε πόσα δάκρυα θα έπρεπε να χύσει για να σβήσει τη φλόγα της πύρινης στήλης. Ήξερε ότι είναι δύσκολο να μαζέψεις τα δάκρυα, αλλά εύκολο να τα προκαλέσεις. Ίσως θα μπορούσε να μαζέψει αρκετά για να σβήσει τη στήλη και να φέρει πάλι την ελπίδα στην πεδιάδα, ίσως και όχι.... Έπρεπε, όμως, να προσπαθήσει.

Από την επόμενη μέρα κιόλας άρχισε να ταξιδεύει και να επισκέπτεται ωραίες πόλεις και χωριά. Αυτό που θαύμαζε ήταν η ομορφιά των τοπίων, αυτό που αναζητούσε ήταν το ανθρώπινο δάκρυ. Δεν ήταν πολύ δύσκολο. Αρκούσε μία φλόγα από το γιγάντιο στόμα του για να παραδοθούν στη φωτιά τα χωράφια, οι εκκλησίες, τα σπίτια, ο κόπος των απλών ανθρώπων... και μετά.... ερχόταν η επιβράβευσή του... άφθονο το δάκρυ στα μάτια τους, τα οποία έβλεπαν τις προσπάθειες μια ολόκληρης ζωής να παραδίνονται στην πυρά. Τα περισσότερα δάκρυα κυλούσαν, όμως, όταν τύχαινε και κάποιος άνθρωπος έπεφτε τυχαία μέσα στη φλόγα. Όταν το παρατήρησε αυτό το Φίλιππος φρόντιζε να τυχαίνει όλο και πιο συχνά....

Τα χρόνια περνούσαν και δεν άφησε ούτε ένα δάκρυ να πέσει στη γη. Μόλις έβλεπε να κυλά ένα δάκρυ έκανε μια τεράστια βουτιά από τον ουρανό, το έγλυφε απαλά με τη γλώσσα του και ξαναχανόταν στα πυκνά σύννεφα. Έτσι είχε καταφέρει να γεμίσει το τεράστιο στομάχι του με ατελείωτα δάκρυα. Όταν θεώρησε ότι είχε μαζέψει αρκετά για να σβήσει την πύρινη στήλη από την πεδιάδα κάλεσε όλους τους βασιλιάδες της γης για να τους μιλήσει. Τους εξήγησε το λόγο για τον οποίο προξένησε όλο αυτό το κακό και ζήτησε από τα βάθη της καρδιάς του ένα βαθύ συγνώμη. Οι βασιλιάδες με τη σειρά τους μετέφεραν τα λόγια του Φιλίππου στου υπηκόους τους. Όλοι είχαν πάθει μεγάλο κακό από το δράκο, δε κατάλαβαν πώς θα έσωνε την πεδιάδα ή από τί, αλλά τον συγχώρεσαν. Το μόνο που του ζήτησαν ήταν να μη πάει ούτε ένα δάκρυ χαμένο. Ο δράκος τους ευχαρίστησε και τους υποσχέθηκε ότι δεν θα χανόταν μάταια ούτε ένα από τα αμέτρητα δάκρυα που έχυσαν.

Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι της γης είχαν θυσιάσει κάτι για να σωθεί η πεδιάδα και τώρα είχε έρθει η στιγμή για τη θυσία του Φιλίππου. Θα έπρεπε να υποστεί για ελάχιστα δευτερόλεπτα τη θερμότητα της πύρινης στήλης, ώστε να πλησιάσει αρκετά και να ρίξει πάνω της όλα τα δάκρυα που είχε καταπιεί. Ήταν σίγουρος, ότι θα τα κατάφερνε. Είχε προγραμματίσει τις κινήσεις του εδώ και πολύ καιρό. Άλλωστε θα μπορούσε ακόμα και να πεθάνει για την πεδιάδα, γιατί να τον πειράξουν τα λίγα τραύματα που πιθανώς να αποκτούσε;

Δεν άργησε να φτάσει στην πεδιάδα και να σταθεί λίγα μέτρα μακριά από τη σωτηρία της. Πείρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε να σπρώχνει δυνατά τον αέρα με τα μεγάλα φτερά του. Όσο πλησίαζε ένιωθε στο πρόσωπό του όλο και πιο έντονα τη θερμότητα της στήλης. Συνέχεια έλεγε στον εαυτό του ότι δε θα πάθαινε τίποτα για να πάρει κουράγιο, αλλά λίγο πριν πλησιάσει άλλαξε κατεύθυνση και άφησε τα πόδια του να ακουμπήσουν απαλά στη γη. Ήθελε να σώσει την πεδιάδα, αλλά ήταν πολύ ζεστά, λιγότερο απ όσο είχε φανταστεί, αλλά περισσότερο απ όσο ήθελε να αντέξει....

Τα χρόνια πέρασαν και ο δράκος γέρασε, αυτό που δε γέρασε ποτέ, όμως, ήταν όλα αυτά τα δάκρυα που είχε μέσα του, καθένα να λέει τη δική του ιστορία…. Κάποια μέρα αποφάσισε να επιστρέψει στην πεδιάδα και να τη σώσει πριν χάσει και τις τελευταίες δυνάμεις του, πριν αφήσει να φύγει και η τελευταία πνοή του. Το μαύρο τοπίο μαρτυρούσε ακόμα το μέγεθος της καταστροφής, αλλά όσο και αν έψαξε ο Φίλιππος δε βρήκε πουθενά τη πύρινη στήλη…, παρά μόνο σημάδια από το δικό του πέρασμα, απ τη δική του μανία….

Όταν κατάλαβε τι είχε γίνει αποφάσισε να ξαναρχίσει το ταξίδι που άφησε στη μέση για να μοιράσει πίσω τα δάκρυα σε όλους απ όσους τα πείρε. Έδωσε πίσω και το τελευταίο δάκρυ, αφήνοντάς τα να κυλίσουν από τα μεγάλα μετανοημένα μάτια του. Μπορεί τα δάκρυα που μάζεψε να μη έσβησαν την πύρινα στήλη της φαντασίας του, αλλά τα δάκρυα που έχυσε έσβησαν για πάντα το μεγάλο πάθος του, τη δύναμη της φλόγας του…..

Αφιερωμένο στα δάκρυα της Αθανασίας Καραστογιάννη, που με βοήθησε να το γράψω

Αθανασία σε ευχαριστώ πολύ

4 σχόλια:

Strange.Kate. είπε...

Aaaxx twra mo0 ir8e na klapcw...uperoxo...para plplpl wraio...<3....elpizw to epomeno na min argicei pl giati ta dika co0 parami8ia einai ta kalitera po0 exw diavacei...(kai exw diavacei pollaaa...)

adamhbl είπε...

euxaristo polu polu :-)

Ζωή είπε...

...Τι ωραίο!Και με νόημα ουσιαστικό και πολύ καλά επεξεργασμένο!!!Μπράβο και σε σένα και στην Αθανασία που σε βοήθησε ;)!Καλή έμπνευση για το επόμενο παραμύθι, που ελπίζω κι εγώ να μην αργήσει!

adamhbl είπε...

ευχαριστώ Ζωή :-D

Δημοσίευση σχολίου