Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Μάτια σφραγισμένα με χρυσή κλωστή


Μια φορά κι έναν καιρό, πολύ μακριά από εδώ υπήρχε μια  πανέμορφη κοπέλα, που την έλεγαν Αναστασία. Η περιπέτεια της Αναστασίας ξεκίνησε μία μέρα που η ίδια θεώρησε ότι ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της. Βέβαια, ο χρόνος τελικά ίσως να αποδείξει, ότι η ευτυχία δε χωράει σε μία μέρα ή ίσως και να μη καταφέρει να το κάνει… Το σίγουρο, όπως και να χει, είναι ότι η Αναστασία ήταν μια υπέροχη κοπέλα, που είχε ένα ελάττωμα ή και προτέρημα… άκουγε μονάχα την καρδιά της. Άραγε μιλάει η καρδιά;…. αν ναι τότε ας ελπίσουμε η καρδιά της Αναστασίας να αποφασίσει σωστά…
Ο Δαβίδ γνώρισε την Αναστασία τυχαία, όταν κάποια μέρα πήγε στο δάσος για να κυνηγήσει. Δεν ήταν σίγουρος τί ήθελε να κυνηγήσει. Για το μόνο που ήταν σίγουρος ήταν για αυτό που τον κυνηγούσε και είχε κυριέψει τη σκέψη του. Τα λόγια του πατέρα του δεν έλεγαν να αφήσουν το μυαλό τους, όπως και αυτός δεν έλεγε να τα αφήσει να το κάνουν ότι θέλουν.
Ο πατέρας του τύχαινε να είναι βασιλιάς, κάτι που τον είχε φέρει πολλές φορές σε δύσκολη θέση, αλλά του έδινε ταυτόχρονα και το δικαίωμα να ονομάζεται και να σκέφτεται σαν πρίγκιπας. Είχε μεγαλώσει πια και ο πατέρας του, τον έφερνε όλο και πιο συχνά αντιμέτωπο με άβολες συζητήσεις σχετικά με το πια θα μπορούσε να είναι η μέλλουσα σύζυγός του. Ο ίδιος δεν ένιωθε έτοιμος για μία δέσμευση. Ήθελε να φύγει από το βασίλειο και να κάνει πολλά και μακρινά ταξίδια. Ήθελε να βρεθεί σε κινδύνους που θα τους αντιμετώπιζε με την τόλμη και την ανδρεία του.
Όλες αυτές οι σκέψεις στροβιλίζονταν στο μυαλό του, μέχρι που έξαφνα τις διέκοψε απότομα το απόμακρο άκουσμα μίας γλυκιάς μελωδίας. Το παλικάρι έστρεψε το βλέμμα του προς τη πηγή του ήχου και χτυπώντας απαλά τα χαλινάρια, την ακολούθησε. Όταν έφτασε αρκετά κοντά κατάφερε να διακρίνει μία γυναικεία μορφή ανάμεσα από τους θάμνους. Κατέβηκε από το άλογό του και πλησίασε αθόρυβα. Παραμέρισε με το χέρι του τους θάμνους και αντίκρισε μια πανέμορφη κοπέλα να λούζει τα ξανθά της μαλλιά στα ήρεμα νερά του ποταμού. Τα μάτια του έγιναν ένα με την επιθυμία της καρδιάς και το βλέμμα του υποτάχθηκε στη δίψα των ματιών του….
Προσπάθησε να περάσει απαρατήρητος από τα όμορφα γαλανά της μάτια, αλλά η επιθυμία του για την κοπέλα ήταν τόσο μεγάλη που δε μπορούσε να την κρύψει κάτω από την κατακόκκινη μπέρτα του. Η όμορφη κοπέλα απ την άλλη, όσο και να προσπαθούσε να κρύψει  την παρουσία του όμορφου νέου δε μπορούσε να κρύψει τη χαρά της, αλλά και την αμηχανία της. Το παλικάρι το είχε παρατηρήσει αυτό, όπως και οτιδήποτε άλλο πάνω της. Το μόνο που επιθυμούσε τώρα ήταν να μη χάσει τη μηλιά του, πριν τα χείλη του, της ξεστομίσουν ό,τι ένιωθε γι αυτή. Έπρεπε να φύγει…….
Η ευκαιρία δόθηκε στο μεγάλο πανηγύρι. Κόσμος πολύς μαζεύτηκε από τα γύρω χωριά για να γιορτάσει τη γιορτή της άνοιξης. Το κρασί έρεε άφθονο από τα βαρέλια και τα όργανα δε σταμάτησαν να παίζουν για πέντε ολόκληρες μέρες. Στους πάγκους πουλούσαν όμορφα μεταξωτά ρούχα, καλάθια, πολύχρωμα στολίδια, μαγικά βότανα και ένα σορό άλλα σπάνια πράγματα από εξωτικά μέρη. Η Αναστασία περίμενε αυτό το χορό από τότε που είδε τα νότα του να απομακρύνονται. Κοίταξε με αγωνία γύρω της. Τα βήματά του κοιτούσαν τα δικά της…..
Την πλησίασε και τη ζήτησε να τον συνοδέψει στο χορό. Εκείνη σήκωσε το βλέμμα της, τον κοίταξε κατάματα κόβοντάς του την ανάσα και αμέσως αρνήθηκε την πρότασή του. Το παλικάρι σάστισε και άρχισε να απομακρύνεται με μεγάλη δυσκολία, τα άτρωτα φτερά του είχαν κοπεί με δυο λέξεις…. Η κοπέλα τα μάζεψε από το στεγνό χώμα και τον ακολούθησε σιωπηλά. Ο Δαβίδ κάθισε στην άκρη ενός πηγαδιού και έπιασε το κεφάλι του. Η Αναστασία κάθισε αθόρυβα δίπλα του.
<<Γιατί κλαις;>> τον ρώτησε, μόλις είδε ένα δάκρυ να κυλάει από το πρόσωπό του.
<<Μα πώς είναι δυνατόν;>> απάντησε σαστισμένος <<τί κάνεις εδώ;>>
<<Ξέρεις… ειλικρινά δε μου αρέσει να χορεύω, δεν ήθελα να σε στεναχωρήσω>>.
<<Ε εντάξει δε φτες εσύ. Πήγαινε στο πανηγύρι, είμαι καλά τώρα>>
<<Όχι, θα κάτσω εδώ μαζί σου, να μιλήσουμε>>.
Ήθελαν να πουν τόσα πολλά, αλλά όπως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είπαν τίποτα. Τα χείλη τους άγγιξαν μεταξύ τους σφραγίζοντας τη μιλιά και τη σιωπή τους.
Ο χρόνος συνέχισε να κυλά και, όσο αυτός συνέχιζε την ατέρμονη πορεία του, οι δύο ερωτευμένοι νέοι συνέχιζαν να κυλούν στο μονοπάτι των συναισθημάτων τους. Τα χείλη τους δένονταν όλο και περισσότερο μεταξύ τους, μα οι ίδιοι σιγά, σιγά μάκραιναν όλο και πιο πολύ…… κρίμα που η καρδιά τους δεν ακολουθούσε το ψέμα τους….
Οι μέρες περνούσαν και γινόταν όλο και πιο έντονο το συναίσθημα και στους δύο ότι το άλλο τους μισό βρισκόταν κάπου εκεί έξω και περίμενε καρτερικά να σταματήσουν να κοροϊδεύουν αυτό και τον εαυτό τους.
Δυστυχώς για το Δαβίδ, ήταν ο πρώτος που νόμισε ότι βρήκε το πραγματικό άλλο του μισό. Την είδε να κάθεται στα θερισμένα στάχια και να κρατά στα χέρια της ένα κατακόκκινο μαντίλι. Όταν την πλησίασε μπόρεσε να πείσει τον εαυτό του, ότι δε θα μπορούσε να ζήσει με καμία άλλη πέρα από αυτή. Άγγιξε το όμορφο πρόσωπό της και εκείνη του χάρισε το μαντίλι της. Ο Δαβίδ και η Μαριάμ ήταν τόσο ερωτευμένοι όσο κανένας άλλος άνθρωπος πάνω στη γη. Ο Δαβίδ σιγά, σιγά άρχισε να απομακρύνεται από την Αναστασία, δυστυχώς, όμως για τον ίδιο, η Αναστασία κατάλαβε για την ύπαρξη μίας Μαριάμ πριν ακόμα γνωρίσει το δικό της άλλο μισό……
Αρχικά απλά τον απείλησε, αλλά η αγάπη του Δαβίδ για τη Μαριάμ ήταν πιο δυνατή από την απειλή της. Όταν κατάλαβε ότι τα λόγια της δεν άγγιζαν την καρδιά του, αποφάσισε να την αγγίξει με το ασημένιο μαχαίρι της. Ή θα ήταν μαζί της ή με κανέναν. Ο Δαβίδ δε μπορούσε να κάνει αλλιώς. Πάντα έλεγε ότι δεν τον τρόμαζε ο θάνατος, αλλά δεν ήθελε να πεθάνει…. Αποφάσισε έτσι να μείνει μαζί με την Αναστασία και υποσχέθηκε να μη κοιτάξει ξανά άλλη γυναίκα.
Η υπόσχεση που της έδωσε ήταν αυτό ακριβώς που ζητούσε η Αναστασία, μα δε μπορούσε να είναι σίγουρη. Ήξερε ότι τα λόγια καλύπτουν τη σιωπή… Το βράδυ κοιμήθηκε μαζί του…. Ήθελε να τον ακολουθήσει στο όνειρό του… Τον παρατηρούσε σιωπηλά όλη τη νύχτα μέχρι που είδε τα χείλη του να σχηματίζουν το όνομα Μαριάμ…. Τα δάκτυλά της άγγιξαν μια χρυσή κλωστή και την πέρασαν από την ασημένια βελόνα. Η Αναστασία πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του, του φίλησε τα μάτια και τα σφράγισε για πάντα με τη χρυσή της κλωστή. Όταν ξύπνησε, του ζήτησε να της κάνει το ίδιο. Εκείνος έπιασε τη κλωστή στα χέρια του μα δε μπορούσε να την περάσει μέσα από τη βελόνα. Η Αναστασία δε προσπάθησε να τον βοηθήσει….. Ο Δαβίδ έβγαλε το κόκκινο μαντίλι της Μαριάμ από τη τσέπη του και της έδεσε απαλά τα μάτια.
Τίποτα δε θα εμπόδιζε πια την Αναστασία να παντρευτεί το άλλο της μισό.  Σε λίγες μέρες θα ενώνονταν με τα ιερά δεσμά του γάμου. Ήταν πολύ αγχωμένη με τις ετοιμασίες τις τελετής και βγήκε να περπατήσει στο δάσος για να ηρεμίσει.  Κάθισε σιωπηλά στην άκρη του ποταμού και άκουγε το νερό να κυλά δίπλα της. Ξαφνικά άκουσε βήματα να την πλησιάζουν. Άκουσε τη φωνή ενός παλικαριού να ρωτάει το όνομά της. Μόλις τον άκουσε η ύπαρξή της σείστηκε ολόκληρη. Δεν ήξερε ποιος μπορούσε να είναι αλλά η παρουσία του και μόνο έκανε την καρδιά της να γεμίσει με ανεξήγητα συναισθήματα. Ήξερε ότι δεν έπρεπε να βγάλει το κόκκινο μαντίλι από τα μάτια της, αλλά δεν άντεξε. Πλησίασε τα χέρια της στα μάτια της και το τράβηξε απαλά. Τα μάτια της αντίκρισαν τα δικά του και έμειναν να τον κοιτούν μαγεμένα για ώρα. Εκείνος της άγγιξε τα μαλλιά και εκείνη παραδόθηκε στα διψασμένα του χείλη.
Κατάλαβε ότι δε μπορούσε να δεθεί μαζί με τον Δαβίδ. Πέταξε το μαντίλι και ακολούθησε τον όμορφο νέο πέρα από τα σύνορα του βασιλείου. Ο Δαβίδ περίμενε όλη τη μέρα τυφλός την Αναστασία να δεθεί μαζί της για μια ολόκληρη ζωή, μα εκείνη δεν εμφανίστηκε. Την επόμενη μέρα άρχισε να την αναζητά ψηλαφίζοντας το χώμα ολόκληρης της χώρας. Χρόνια ολόκληρα αναζητούσε σκυμμένος ένα σημάδι της. Κάποια μέρα τα χέρια του άγγιξαν το μαντίλι που της είχε δώσει. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά σαν τρελή. Ήθελε να σιγουρευτεί ότι ήταν εκείνο το μαντίλι που της έδεσε στα μάτια της, αλλά δε μπορούσε να δει το χρώμα του. <<Ας μου πει κάποιος τί χρώμα έχει το μαντήλι>> άρχισε να φωνάζει, μα κανένας δεν απαντούσε. Έπεσε στα γόνατά του και άρχισε να κλαίει. Ένιωσε ένα άγγιγμα στην πλάτη του, μα τα σφραγισμένα μάτια του δε μπορούσαν να του πουν ότι ήταν το άγγιγμα της Μαριάμ.
<<Είναι το μαντίλι μου>> του είπε γλυκά στο αυτί του. Εκείνος ψηλάφισε με τα χέρια του απαλά το πρόσωπό της, ενώ ταυτόχρονα ένιωσε τα χέρια κάποιου να τον βοηθούν να σηκωθεί.
<<Είναι ο άντρας μου>> του είπε η Μαριάμ. Εκείνος άρχισε να απομακρύνεται σιωπηλά, ενώ μερικά δάκρυα κατάφεραν να κυλίσουν ανάμεσα από τη χρυσή κλωστή των ματιών του…. Για άλλη μια φορά, τα φτερά του σωριάστηκαν στο υγρό χώμα, μα κανείς δεν έσκυψε να του τα μαζέψει.
Ο Δαβίδ σταμάτησε πια να ονειρεύεται, μα δε σταμάτησε να ψηλαφίζει. Πέρασαν πολλά χρόνια, ώσπου μια μέρα, τα δάκτυλά του σταμάτησαν στο ψηλάφισμα δύο σφραγισμένων ματιών. Είχαν ραφτεί και αυτά με κλωστή, όμοια στο άγγιγμα με τη δική του…. Ένιωσε στα δικά του μάτια το δικό της ψηλάφισμα……… Η Αναστασία τον τράβηξε κοντά της και τον έσφιξε στην αγκαλιά της…. Έβγαλε από το ρούχο της το χρυσό της ψαλίδι και έκοψε τη κλωστή απ τα δικά της μάτια και απ τα δικά του. Το βλέμμα του έφυγε σαν πουλί και αντίκρισε το όμορφο πρόσωπό της. Εκείνη τον κοίταξε με λαχτάρα και άρχισε να κλαίει από χαρά.  Ήταν ακόμα νέοι……….
Αφιερωμένο στην Αναστασία Καρβουνιάρη, που μου έδωσε την αφορμή να το  γράψω.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου