Το μυστικό του Ντορέν ήταν ό,τι του έδινε δύναμη να ελπίζει ακόμα στα θαύματα, κάτι που πλέον το έκανε κάθε μέρα. Από το σφαλισμένο του παράθυρο μία πράσινη λάμψη κατέβαινε και μέσα από την λάμψη μια πανέμορφη κοπέλα εμφανιζόταν και φώτιζε με την ανυπαρξία της την ύπαρξή του. Κάθε βράδυ, η κοπέλα προσπαθούσε να του μιλήσει, μα εκείνος έκανε ότι δεν την άκουγε. Εκείνος προσπαθούσε να την ακούσει, μα εκείνη έκανε ότι δε του μιλούσε. Η μόνη τους επαφή το κοίταγμα. Το κενό βλέμμα του παλικαριού θόλωνε με έρωτα των ματιών του την αλήθεια και η καρδιά του, αγνοώντας τα μάτια, ως συνήθως, έδινε στις φλέβες του τροφή για να χορτάσουν τα πεινασμένα του αισθήματα. Αν δεν ήξερε ότι ο έρωτας είναι τυφλός ή ότι η αυριανή μέρα θα ξημέρωνε βρίσκοντας το βλέμμα του υποταγμένο στην αλήθεια των ματιών του, θα ήταν σίγουρος ότι την είχε ερωτευτεί, τώρα, όμως κι ο έρωτας τυφλός και τ αύριο προβλέψιμο. Όλο το βράδυ την κοίταγε κατάματα μέχρι που ρούφηξε και την τελευταία σταγόνα της νύχτας, σταγόνες μαγικές, γεμάτες μυστήριο. Κρίμα να ανακαλύπτεις ότι στον πάτο ποτηριού ποτέ δε ξέμεινε ολόκληρο ποτήρι, παρά μονάχα σταγόνες που ντρέπεσαι να πιεις αν και είναι οι πιο γλυκές.... Το πρωινό φως του ήλιου ήταν αρκετό για να καλύψει το δικό της φως και να θυμίσει στο Ντορέν για ακόμα μια φορά ότι δεν είχε θέσει το λιγοστό φως της όμορφης κοπέλας σε μια ζωή κάτω από τον ήλιο..... και η δικιά του ήταν μια τέτοια ζωή....
Κάθε μέρα, μόλις σηκωνόταν από το κρεβάτι του, είχε την ίδια απορία. Ήταν άραγε όνειρo ή αλήθεια; Για πάρα πολύ καιρό το παλικάρι είχε χάσει τον ύπνο του. Αυτό που φοβόταν τώρα ήταν να μη χάσει και το νου του. Είχε ακούσει πολλούς τρελούς να λένε ότι είχαν δει νεράιδες. Τρελοί ήταν αυτοί μήτε οι άλλοι που δε τους πίστευαν;
Η ιδέα της τρέλας του είχε σφηνώσει για τα καλά στο μυαλό του. Ήθελε να μιλήσει σε κάποιον για όλα όσα είχαν συμβεί μπροστά στα μάτια του και στο παράθυρό του, αλλά δεν είχε μιλιά για να τα πει. Τα λόγια, του γνωστά και οικεία μέσα στο νου του, όταν έφταναν στο στόμα του ντύνονταν τον μανδύα του αγνώστου, του επικίνδυνου για ό,τι βρισκόταν πέρα από τα σφραγισμένα του χείλη και μη μπορώντας να βγουν και να το τρομάξουν, ξαναγύριζαν μέσα στην ψυχή δανείζοντάς της τα δάκρυα της σκλαβιάς τους.
Ο Ρεντόντ ήταν ο τρελός του χωριού. Και έγινε τρελός γιατί σκέψεις που δε χρειάστηκε να ειπωθούν ειπώθηκαν, γιατί όνειρα που δεν έπρεπε να φανερωθούν φανερώθηκαν, γιατί λόγια που έπρεπε να μείνουν κρυφά δεν έμειναν, γιατί ότι δεν είναι συνηθισμένο δεν είναι διαφορετικό... Το παράθυρο του Ρεντόντ κοιτούσε ότι και του Ντορέν. Ήταν άραγε ένα όνειρο κοινό και για τους δύο ή μήπως ήταν και οι δύο κενοί; Ο Ντορέν ποτέ δεν τον είχε πλησιάσει να του πει ότι είχαν κάτι κοινό γιατί αν το έκανε θα γινόταν κοινωνός της ακοινωνησίας του, τρελός μεταξύ τρελών, που έχουν, όμως, τη δύναμη να λένε ότι δεν είναι ανόητοι. Δε μπορούσε να περιμένει άλλο, όμως, έπρεπε να του το πει. Τον βρήκε να κάθετε στα σκαλοπάτια του σπιτιού του σκεφτικός. Ο Ρεντόντ αμέσως πετάχτηκε από τη θέση του και πλησίασε.
Οι δύο τους μιλούσαν αρκετή ώρα, περπατώντας, μέχρι που έφτασαν στο κάστρο της κόμισσας Οσλίν. Ήταν τοποθετημένο πάνω σε έναν λόφο, απόμακρο από τα άλλα σπίτια του χωριού. Πολλές ιστορίες ακούγονταν για τον παράξενο θάνατό της, μα κανείς δεν έδινε σημασία. Μήπως άλλωστε κάθε θάνατος δεν είναι παράξενος; Μήπως άραγε δεν είναι ο ίδιος ο θάνατος κάτι το παράξενο; Κοίταξαν αμήχανα το εγκαταλελειμμένο οίκημα και προς μεγάλη τους έκπληξε είδαν μια παράξενη φιγούρα να κάθεται σε ένα μισογκρεμισμένο παράθυρο και να τους κοιτά κατευθείαν στα μάτια. Τους κοιτούσε και με το στόμα της κλειστό μιλούσε στην ψυχή τους, προστάζοντάς την να την ακολουθήσει στην μοναξιά του σκοταδιού της. Η παρουσίας της, όπως και η ύπαρξή της τους προκαλούσε ταραχή και φόβο. Άρχισαν να τρέχουν, προσπαθώντας να απομακρυνθούν με κάθε τρόπο από μπροστά της χωρίς να ξέρουν ότι ήταν η ίδια μορφή που αιχμαλώτιζε κάθε βράδυ το διψασμένο τους βλέμμα.
Βαθύ σκοτάδι κύκλωσε όλο το τοπίο και δυνατός άνεμος άρχισε να φυσά. Οι δύο νέοι σταμάτησαν να τρέχουν και γύρισαν προς το μέρος της. Η μορφή της κοπέλας τους κοίταξε για τελευταία φορά και άφησε το κορμί της να αναδιθεί στον σκοτεινό ουρανό. Σώπασαν και οι δύο.... Κοίταξε ο ένας τον άλλον και αμέσως είδαν στις κόρες των ματιών τους το μυστικό τους να ενσαρκώνεται.
Το ίδιο βράδυ ο Ντορέν έπεσε στο κρεβάτι, κοιτώντας με τρόμο το παράθυρο. Ήταν ιδρωμένος και τα μάτια του είχαν κοκκινίσει. Ήξερε ότι αν δεν κέρδιζε το όνειρό του θα έχανε τη ζωή του. Δεν είχε τη δύναμη να τραβήξει το βλέμμα του μακριά από την εξάρτηση του θεάματος που περίμενε, μα ήξερε ότι έπρεπε να το κάνει. Σηκώθηκε από το κρεβάτι του τρέμοντας από την απροθυμία του να υποταχτεί στη προσταγή του νου του και πήγε να ξαπλώσει στο αχυρώνα. Διέσχισε γρήγορα την αυλή, μα όταν πήγε στον αχυρώνα κατάλαβε ότι είχε φέρει μαζί του μόνο του σώμα του, κενό και άψυχο. Από την πόρτα μπορούσε να διακρίνει το παράθυρο του δωματίου του. Προς μεγάλη του έκπληξη είδε και πάλι τη πράσινη λάμψη να κατεβαίνει και να στέκεται έξω από το παράθυρό του. Ακόμα και από εκεί δε κατάφερε να πάρει τα μάτια του από πάνω της... Τουλάχιστον τα δικά της μάτια δε κοιτούσαν πια στη ψυχή του...
Το επόμενο βράδυ έφυγε και πάλι από το δωμάτιό του. Κάθε βράδυ η λάμψη κατέβαινε και τον περίμενε έξω από το παράθυρό του, μα ποτέ δεν ακολουθούσε τα βήματα της απομάκρυνσής του. Όσο κυλούσαν οι μέρες η λάμψη της κοπέλας γινόταν όλο και πιο αδύνατη. Ο Ντορέν κρυμμένος πίσω από την πόρτα του αχυρώνα έσβηνε και αυτός μαζί με τη λάμψη της, αδυνατώντας να δεχτεί τη δικιά της απομάκρυνση. Ήθελε να την πλησιάσει και να την αντικρίσει ξανά, μα δεν άντεχε να ζει φρικιό μαζί με τη φρίκη του ζωντανού του ονείρου.
Πέρασε αρκετός καιρός και η λάμψη έπαψε πια να κατεβαίνει και να τον περιμένει έξω από το παράθυρό του. O Ντορέν αποφάσισε, ότι μπορούσε πια να γυρίσει στο δωμάτιό του και να κοιμηθεί ήσυχος, αγνοώντας την ανησυχία που θα του προκαλούσε ο πόθος της ταραχής της.
Η όμορφη κοπέλα είχε πάψει να επισκέπτεται τον Ντορέν, αλλά όχι και τον Ρεντόντ. Ο Ρεντόντ, όμως δεν τόλμησε να αρνηθεί την παρουσία της και κάθε βράδυ έστεκε ξύπνιος στο όνειρό του να την κοιτά κατάματα μέχρι να χαθεί το φως της από το φως του ήλιου.
Ο Ντορέν σφάλισε την πόρτα του σπιτιού του και πήγε στο δωμάτιό του για να κοιμηθεί. Το αναμμένο κερί στο κομοδίνο του έκανε τις σκιές του δωματίου να βγαίνουν από την κρυψώνα τους και να τον τυλίγουν. Πλησίασε το παράθυρο και άρχισε να το κοιτά επίμονα για πολύ ώρα. Επιθυμούσε όσο τίποτα άλλο να την ξαναδεί μα αυτή είχε χάσει το δρόμο της επιστροφής. Όρμισε με δύναμη στο παράθυρο και το έσπασε με τα γυμνά του χέρια. Τα κοίταξε και τα είδε να έχουν γεμίσει με αίμα. Έπρεπε να την ξαναδεί, πριν χάσει για πάντα τα λογικά του.
Χτύπησε με δύναμη την πόρτα πίσω του και έτρεξε προς τη μεριά της αναζήτησής της, χωρίς να θέλει να την αναζητήσει. Ήξερε ότι θα έστεκε έξω από το παράθυρο του Ρεντόντ. Ο ίδιος την είχε απαρνηθεί, αλλά όχι και ο Ρεντόντ. Έπρεπε να τη δει. Ήταν πολύ αργά, μα το σκοτάδι την νύχτας δε μπορούσε να σταματήσει τον πόθο του για εκείνη. Όταν έφτασε στο σπίτι του Ρεντόντ δεν είδε καμία λάμψη να στέκει έξω από το σπίτι του. Περίμενε να δει το θέαμα που αντίκριζε και ο ίδιος, πριν τον εγκαταλείψει, μα αντί για τη φανταχτερή αρρωστημένη θέα της φαντασίας έβλεπε τη γαλήνια πραγματικότητα του σκοταδιού. Μήπως ήταν τρελός και βρήκε το νου του;…. Αν ήταν έτσι δεν τον ήθελε. Σκοπός του να τη δει και μέσο το οτιδήποτε….. Πλησίασε το παράθυρο του Ρεντόντ, αλλά ήταν σκοτεινό, καμία λάμψη δε το έκανε να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα παράθυρα της γειτονιάς. Περπάτησε αργά, μέχρι το παράθυρο και κοίταξε μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο. Μία κραυγή τρόμου βγήκε από το στόμα του και αμέσως τραβήχτηκε και έπεσε κάτω. Δε περίμενε να αντικρίσει κάτι τέτοιο. Ήταν τα μάτια του Ρεντόντ, ορθάνοικτα, καρφωμένα στο παράθυρο. Τί κοιτούσε άραγε; Έμοιαζε υπνωτισμένος. Κοιτούσε άραγε την όμορφη κοπέλα; Και τότε γιατί ο ίδιος δε μπορούσε να τη δει. Μήπως ήταν μονάχα το όνειρο του Ρεντοντ ή μονάχα ήταν στο νου του Ρεντόντ; Ο Ντορέν γύρισε σπίτι του κλαίγοντας γιατί κατάλαβε ότι είχε καταφέρει να χωρίσει για πάντα την πραγματικότητα του ονείρου του με το όνειρο της ζωής του. Η ζήλια κυρίεψε την ψυχή του. Ήθελε να ζήσει στο όνειρο του Ρεντόντ και την αρρώστια του νου του….
Το επόμενο πρωί ο Ντορέν έτρεξε να συναντήσει τον Ρεντοντ.
<<Πες μου την είδες;>> Ρώτησε βιαστικά ο Ντορέν μόλις τον είδε. Φαινόταν εξαϋλωμένη η μορφή του. Σαν να είχε πάει στον άλλο κόσμο και είχε γυρίσει.
<<Ναι, κάθε βράδυ.>> Απάντησε εκείνος αδιάφορα.
<<Εγώ δε μπορώ να τη δω πια>>
<<Είσαι ευτυχισμένος;>>
<<Όχι>>
<<Ούτε εγώ...... και ας τη βλέπω....>>
<<Και τί άλλο θες; Δε σου φτάνει που τη βλέπεις;>>
<<Θέλω να την πιάσω. Θέλω να ακουμπήσω το τρελό μου όνειρο. Δεν είμαι καλά Ντορέν. Νομίζω ότι τα χάνω. Δεν είναι φυσιολογικά αυτά τα πράγματα.>>
Ο Ντορέν έσκυψε το κεφάλι του, αφήνοντας να δείξει ότι ούτε ο ίδιος ήταν σίγουρος πια για το κατά πόσο ήταν οι σκέψεις του φυσιολογικές.
<<Ζήτησέ της να σου αποδείξει ότι υπάρχει>> του είπε.
<<Μα τι λες; ποτέ δε μιλάει>>
<<Ε τότε μάλλον θα πρέπει να την κάνεις να σε αφήσει όπως έκανα και εγώ.>>
.....
Το ίδιο βράδυ ο Ρεντόντ ζήτησε στην όμορφη κοπέλα την απόδειξη της ύπαρξής της και εκείνη για πρώτη φορά άνοιξε τα σφαλιστά της χείλη και του ζήτησε την ύπαρξή της.....................
Το επόμενο πρωί ξύπνησε αδυνατώντας για ακόμα μια φορά να πιστέψει όλα όσα είχε δε στο όνειρό του. Ο χτύπος της πόρτας τον έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι του και να πάει να ανοίξει. Ήταν ο Ντορέν. Είχε έρθει για ακόμα μια φορά για να ρωτήσει για το όνειρο του Ρεντον.
<<Πες μου την είδες;>> τον ρώτησε με αγωνία.
<<Ναι>> απάντησε ο Ρεντοντ μονολεκτικά.
<<Και; Τη ρώτησες; Σου μίλησε;>>
<<Ναι>> απάντησε εκείνος έπιασε με το χέρι του τον ώμο του Ντορέν <<Νομίζω, όμως, ότι είναι ώρα να σταματήσουμε και οι δυο να τη σκεφτόμαστε δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα απλά όνειρο>>
<<Έχεις δίκιο... Απλά πες μου αν σου μίλησε>>
<<Ναι μου είπε, ότι θα χαράξει ένα χάρτη πάνω στη γέρικη βελανιδιά για να τη βγάλω από το όνειρό μου και να τη φέρω πάλι στην πραγματικότητα. Ντορέν δεν είναι λογικά αυτά τα πράγματα. Πρέπει να σταματήσει όλο αυτό. Πρέπει να την απαρνηθούμε και οι δυο για πάντα και να ζήσουμε επιτέλους μία φυσιολογική ζωή>>
<<Αυτό σημαίνει ότι δε θα πας να δεις τη γέρικη βελανιδιά;>>
<<Θα πάω απλά από περιέργεια. Αν θες μπορείς να έρθεις και εσύ.>>
<<Ναι, θα έρθω. Θα πάμε τώρα;>>
<<Όχι, χρειάζομαι ξεκούραση.>>
<<Ωραία, θα έρθω να σε δω ποιο μετά>> απάντησε ο Ντορέν γεμάτος χαρά.
Πράγματι, το απόγευμα της ίδιας μέρας ξεκίνησαν και οι δύο τους για τη γέρικη βελανιδιά. Κανένα σημάδι πάνω της. Το μόνο που είδαν ήταν, ότι ένας μεγάλος φλοιός ήταν αποκομμένος από πάνω της.
<<Σίγουρα το έκαναν οι ξυλοκόποι>> βιάστηκε να πει ο Ντορέν.
<<Ναι, απάντησε ο Ρεντόντ. Ας τα ξεχάσουμε όλα φίλε μου. Ας γυρίσουμε στην πραγματικότητα πριν την χάσουμε για πάντα>>
Μία ακόμα νύχτα σκέπασε, εκείνη τη μέρα, με τα στολίδια της τον καθαρό ουρανό. Ο Ρεντόντ είχε καταφέρει να πείσει τον εαυτό του ότι η ύπαρξη αυτή ήταν ένα αποκύημα της φαντασίας του, αλλά δεν είχε καταφέρει ακόμα να τον πείσει να μη στέκεται στο παράθυρο και να την κοιτά, προσπαθώντας να γεμίσει το νου του με την ομορφιά της.
Στεκόταν για ακόμα μια φορά και την κοιτούσε γεμάτος πάθος, μέχρι που κάτι αναπάντεχο συνέβη. Εμφανίστηκε μπροστά του ο Ντορέν και την τράβηξε από τα μάτια του, αφήνοντάς τα τυφλά στο ημίφως εκείνης και στο σκοτάδι της μοναξιάς του.
Το επόμενο πρωί ο Ρεντόντ έτρεξε βιαστικά στο σπίτι του Ντορέν. Έφτασε λαχανιάζοντας από το τρέξιμο και χτύπησε βιαστικά την πόρτα του.
<<Σε είδα στο όνειρό μου>> του είπε μόλις τον είδε να ανοίγει την πόρτα.
<<Ποιό όνειρό σου;>>
<<Δε θυμάσαι; Σου έχω μιλήσει για την ύπαρξη που βλέπω κάθε βράδυ και μου είπες ότι αυτό συμβαίνει και σε σένα>>
<<Φίλε μου, μάλλον δεν είσαι πολύ καλά. Δε ξέρω και δεν θέλω να ξέρω τίποτα απ’ όσα μου λες>>
<<Φίλε μου, μάλλον δεν είσαι πολύ καλά. Δε ξέρω και δεν θέλω να ξέρω τίποτα απ’ όσα μου λες>>
Ο Ρεντόντ κοιτούσε σαν χαμένος, αδυνατώντας να πείσει τον εαυτό του και τον φίλο ότι δεν είχε τρελαθεί ακόμα...
<<Μια που ήρθες Ρενοντ στο σπίτι μου, θα ήθελα να σου συστήσω τη μέλλουσα σύζυγό μου>>
Ο Ντορέν έσπρωξε απαλά την πόρτα, αφήνοντας να φανεί το πρόσωπο της όμορφης κοπέλας.
<<Είναι αυτή!!>> φώναξε ο Ρεντόντ, μόλις την είδε και τα μάτια του κοκκίνισαν << Μου έκλεψες το όνειρό μου!!>> φώναξε με δύναμη και προσπάθησε να τρέξει προς το μέρος της.
<<Έχεις τρελαθεί Ρεντόντ!! Είσαι τρελός!!>> του είπε του είπε ο Ντορέν, σπρόχνωντάς τον με δύναμη. <<Φύγε από το σπίτι μου!! Μη ξαναπατήσεις το πόδι σου εδώ!!>>
Ο Ρεντόντ σηκώθηκε από κάτω χαμένος και ξαναχτύπησε την πόρτα του Ντορέν.
<<Τί θες;>> απάντησε εκείνος από μέσα.
<<Συγγνώμη, φίλε μου, δεν είχα καταλάβει τόσο καιρό ότι τρελαινόμουν. Συγχαρητήρια για την όμορφη γυναίκα σου. Σε παρακαλώ μη πεις τίποτα σε κανέναν.>>
<<Δε θα πω, αν φύγεις για πάντα>>
<<Δε θα με ξαναδείς>> απάντησε ο Ρενόντ και άρχισε να απομακρύνεται.
Όσο απομακρυνόταν άκουγε την όμορφη κοπέλα από μέσα να φωνάζει το όνομά του και να τον παρακαλά να γυρίσει μα δε τόλμησε να πιστέψει ότι την άκουγε στ’ αλήθεια, μήτε τόλμησε να δει το φλοιό τη γέρικης βελανιδιάς, που έκαιγε πιο πέρα, παρά μόνο αρκέστηκε στο να τον κοιτάξει....
Ο Ρεντόντ έζησε ευτυχισμένος και χαρούμενος για το φίλο του, καταφέρνοντας να πείσει τον εαυτό του ότι δεν ήταν αληθινό το όνειρό του...............
Δυστυχώς ο Ντορέν δεν είχε αφήσει ποτέ τον Ρεντόντ να του πει, ότι κάθε νύχτα το όνειρό του κατέλειγε σε εφιάλτη, μήτε κατάλαβε, ότι εκείνη τη μέρα δεν ήθελε να ζητήσει πίσω το όνειρό του, αλλά τον εφιάλτη του....
Το αφιερώνω στην Ελένη Βελίου

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου